Ειδήσεις για την Κεφαλονιά και τους Κεφαλονίτες

Κατηγορίες: Γλώσσα Κοινωνία Λαογραφία

Τι σημαίνει η λέξη «λαμόγιο»;

Η λέξη «λαμόγια» χρησιμοποιείται κατά κόρον τα τελευταία χρόνια για να περιγράψει κυρίως τους διεφθαρμένους πολιτικούς, τους απατεώνες και αυτούς που χρησιμοποιούν ύπουλους τρόπους για να κερδίσουν πλούτη ή εξουσία.

Από που προέρχεται όμως η λέξη;

Η λέξη «λαμόγιο» χρησιμοποιείται στα ελληνικά εδώ και αρκετά χρόνια, προέρχεται από την αργκό, αν και η ετυμολογία της παραπέμπει σε ισπανική η ιταλική λέξη.

Τα λαμόγια ήταν βοηθοί, αβανταδόροι των παπατζήδων. Λαμόγιο ήταν κυρίως ο δήθεν παίκτης - συνεργάτης του παπατζή, που υποκρίνονταν ότι παίζει για να προσελκύσει ευκολότερα θύματα.

Το λαμόγιο πότε κέρδιζε, δείχνοντας με αυτό τον τρόπο ότι ο παπατζής είναι κορόιδο προσελκύοντας έτσι αυτούς που ήθελαν να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία και πότε έχανε διαλέγοντας πάντα το λάθος φύλλο ενώ ήταν πασιφανές ότι ο παπάς ήταν άλλος. Έτσι τα υποψήφια θύματα που έβλεπαν τον παπά να είναι σε εμφανή θέση αλλά το «λαμόγιο» να χάνει, έριχναν τα λεφτά τους με μεγάλη ευκολία στον «παπά» και φυσικά έχαναν αφού συνήθως «παπάς» ήταν το τρίτο φύλλο.

Έχω δει με τα μάτια μου «λαμόγιο» να τσακίζει, δήθεν εκνευρισμένος απ’ την χασούρα, το χαρτί του παπά, ο παπατζής να μην το παίρνει (υποτίθεται) χαμπάρι, να ξαναρίχνει, τα θύματα να ρίχνουν όλα τα λεφτά τους στο τσακισμένο φύλλο και φυσικά να χάνουν.

Ο Νίκος Τσιφόρος αναφέρεται πολλές φορές στα ευθυμογραφήματά του στα «λαμόγια» με αυτό τον τρόπο.

Η λέξη επίσης χρησιμοποιείται με τον ίδιο τρόπο και στον Καπετανάκη αλλά και τον Ηλία Πετρόπουλο, πάντα σε θηλυκό γένος και μόνο σαν χαρτοπαικτικός όρος που σημαίνει «ο στημένος παίκτης που γδέρνει το κορόιδο»

Η ετυμολογία

Για την ετυμολογία οι γνώμες διίστανται.

Μία πιθανή ερμηνεία είναι ότι προέρχεται από το ιταλικό έναρθρο ουσιαστικό «la moglie» (πρφ.: λα μόγιε – μτφ.: η σύζυγος).

Τη στιγμή που κάποιος Ιταλός χαρτοπαίκτης κέρδιζε και ήθελε να φύγει από το τραπέζι για να μη ξαναχάσει, φώναζε, δήθεν φοβισμένος «la moglie, la moglie», (λαμόγιε…), ότι, δήθεν, τον έψαχνε η γυναίκα του, βούταγε βιαστικά τα χρήματα και έφευγε τρέχοντας (την έκανε λαμόγιο δεν τηρούσε, δηλαδή, τις υποσχέσεις του). Αυτή η σατιρική έκφραση έφτασε στην Ελλάδα, ενώ ξεχάστηκε στην Ιταλία,  και τη χρησιμοποιούμε για να προσδιορίζουμε τον ασυνεπή και τον μικροαπατεώνα.

Σύμφωνα με μια άλλη ερμηνεία η λέξη προέρχεται από την αργκό του Μπουένος Άιρες, το πλουσιότατο «λουνφάρδο» και είναι σκέτο μόγια που σημαίνει λαδιά, απάτη, πονηριά, εξαπάτηση. Το άρθρο la προστέθηκε αργότερα στα ελληνικά για να μοιάζει πιο ισπανικό ή ξενόφερτο.

Τέλος, σύμφωνα με τον Τριανταφυλλίδη, σημαίνει φεύγω, ξεφεύγω, σκαπουλάρω («Την κάνω λαμόγια»).

 







Σχολιάστε το άρθρο


Σχετικά άρθρα