Επιτάχυνση διαδικασίας απονομής συντάξεων

Οι ασφαλιστικοί φορείς κύριας ασφάλισης, αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, το Δημόσιο και το ΝΑΤ υποχρεούνται, εφόσον έχει εκδοθεί βεβαίωση χρόνου ασφάλισης, να εκδίδουν την οριστική απόφαση συνταξιοδότησης το αργότερο μέσα σε τρεις (3) μήνες από την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης και των δικαιολογητικών που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις.

Σε περιπτώσεις διαδοχικής ασφάλισης, το παραπάνω χρονικό διάστημα επιμηκύνεται σε έξι (6) μήνες.
Αυτό προβλέπει το άρθρο 38 παρ.1 του N.3996/2011 (ΦΕΚ Α-170/05.08.2011) που πρόσφατα ψήφισε η Ελληνική Πολιτεία.

N.3996/2011 (ΦΕΚ Α-170/05.08.2011) “Αναμόρφωση του Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας,ρυθμίσεις θεμάτων Κοινωνικής Ασφάλισης και άλλες διατάξεις”.

ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ
Άρθρο 38

Επιτάχυνση διαδικασίας απονομής συντάξεων
1. Οι ασφαλιστικοί φορείς κύριας ασφάλισης, αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, το Δημόσιο και το ΝΑΤ υποχρεούνται, εφόσον έχει εκδοθεί βεβαίωση χρόνου ασφάλισης, να εκδίδουν την οριστική απόφαση συνταξιοδότησης το αργότερο μέσα σε τρεις (3) μήνες από την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης και των δικαιολογητικών που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις. Σε περιπτώσεις διαδοχικής ασφάλισης, το παραπάνω χρονικό διάστημα επιμηκύνεται σε έξι (6) μήνες.
2. Για τη συνταξιοδότηση ασφαλισμένων λόγω αναπηρίας, η προθεσμία που αναφέρεται στην ανωτέρω παράγραφο αρχίζει από την κοινοποίηση στον φορέα ή την υποβολή από τον ενδιαφερόμενο της οριστικής γνωμάτευσης της αρμόδιας υγειονομικής επιτροπής.
3. Αν δεν είναι δυνατή για οποιονδήποτε λόγο η έκδοση της οριστικής συνταξιοδοτικής απόφασης εντός της προθεσμίας της παραγράφου 1, ο ασφαλιστικός φορέας εκδίδει πράξη προσωρινής σύνταξης μέσα σε χρονικό διάστημα σαράντα πέντε ημερών από την υποβολή της αίτησης που συνοδεύεται από υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 σχετικά με το χρόνο ασφάλισης στα οικεία ασφαλιστικά ταμεία και την υποβολή των δικαιολογητικών που απαιτούνται και εβδομήντα
πέντε (75) ημερών, σε περίπτωση συνταξιοδότησης με διαδοχική ασφάλιση.
Το ύψος του ποσού της προσωρινής σύνταξης αντιστοιχεί τουλάχιστον με το 80% της σύνταξης που προκύπτει από το χρόνο ασφάλισης και τις εισφορές ή τις αποδοχές που λαμβάνονται υπόψη κατά περίπτωση για τον υπολογισμό της σύνταξης και προκειμένου για το ΙΚΑ – ΕΤΑΜ με τις μεικτές αποδοχές που έλαβε ο ασφαλισμένος το μήνα Δεκέμβριο του προηγούμενου έτους της υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης ή σε περίπτωση προγενέστερης διακοπής της ασφάλισής
του, τον τελευταίο μήνα απασχόλησής του, όπως οι αποδοχές αυτές προκύπτουν από τα προσκομιζόμενα ασφαλιστικά βιβλιάρια. Σε κάθε περίπτωση το ποσό της προσωρινής σύνταξης δεν μπορεί να υπολείπεται του 90% του εκάστοτε ισχύοντος κατά κατηγορία σύνταξης Κατώτατου Ορίου.
Το ποσό της σύνταξης που καταβάλλεται στον ασφαλισμένο με την προσωρινή σύνταξη συμψηφίζεται με το ποσό της σύνταξης που προκύπτει μετά την έκδοση της οριστικής πράξης απονομής της σύνταξης.
Εάν μετά τον έλεγχο των δικαιολογητικών για την έκδοση της οριστικής πράξης απονομής της σύνταξης, διαπιστωθεί ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις συνταξιοδότησης ή ότι τα στοιχεία που αναφέρονται στην υπεύθυνη δήλωση του ασφαλισμένου δεν είναι ακριβή, θα αναζητηθούν τα ποσά συντάξεων που εισπράχθηκαν ως αχρεωστήτως καταβληθέντα. Αν δεν προκύπτει υπαιτιότητα του ασφαλισμένου, η επιστροφή των ποσών θα γίνεται άτοκα.
Σε κάθε περίπτωση, μέσα σε σαράντα πέντε (45) ή εβδομήντα πέντε (75) ημέρες αντίστοιχα σε περίπτωση συνταξιοδότησης με διαδοχική ασφάλιση από την υποβολή της αίτησης, πρέπει να εκδοθεί αιτιολογημένη πράξη απόρριψης της αίτησης για προσωρινή σύνταξη ή πράξη προσωρινής συνταξιοδότησης.
Για τις συνταξιοδοτικές περιπτώσεις κατά τις οποίες έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί διαδοχικής ασφάλισης, στην καταβολή της ως άνω προσωρινής σύνταξης, υποχρεούται ο τελευταίος φορέας, εφόσον διαπιστώνεται ότι από το συνολικό χρόνο ασφάλισης που αναφέρεται στην υπεύθυνη δήλωση του αιτούντος συντρέχουν οι ελάχιστες χρονικές προϋποθέσεις για συνταξιοδότηση, σύμφωνα με τη νομοθεσία του.
Στις περιπτώσεις διαδοχικής ασφάλισης και εφόσον ο απονέμων φορέας είναι διαφορετικός από εκείνον που χορηγεί την προσωρινή σύνταξη, τα ποσά σύνταξης που καταβλήθηκαν από τον φορέα αυτόν δεν αναζητούνται από τον ασφαλισμένο, αλλά συμψηφίζονται με τα ποσά σύνταξης που οφείλει να καταβάλλει ο απονέμων Οργανισμός.
4. Όταν ο απονέμων τη σύνταξη φορέας είναι το Δημόσιο, οι προβλεπόμενες στις παραγράφους 1 και 3 προθεσμίες ξεκινούν μετά την καταβολή των τρίμηνων αποδοχών.
5. Η διάταξη για την έκδοση της προσωρινής σύνταξης δεν εφαρμόζεται στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α. Όταν ο ασφαλισμένος με δήλωσή του δεν επιθυμεί την έκδοση προσωρινής σύνταξης.
β. Όταν οι ασφαλισμένοι δεν πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις συνταξιοδότησης.
γ. Όταν για τη συνταξιοδότηση των ασφαλισμένων πρέπει να εφαρμοστούν οι Κανονισμοί 883/2004 και 987/2009 της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και οι διμερείς συμβάσεις κοινωνικής ασφάλειας, εκτός των περιπτώσεων που θεμελιώνεται αυτοτελές συνταξιοδοτικό δικαίωμα μόνο με το χρόνο ασφάλισης σε ελληνικό ασφαλιστικό φορέα.
δ. Όταν οι ασφαλισμένοι δεν έχουν καταθέσει τα απαραίτητα δικαιολογητικά.
ε. Όταν ζητείται σύνταξη λόγω θανάτου ασφαλισμένου/ης από τους γονείς του.
στ. Όταν λαμβάνεται ταυτόχρονα και άλλη σύνταξη.
ζ. Όταν δεν έχει διακοπεί η εργασία κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης.
η. Όταν είναι απαραίτητη η προηγούμενη αναγνώριση χρόνων ασφάλισης για θεμελίωση συνταξιοδοτικών
προϋποθέσεων.
θ. Όταν υπάρχουν οφειλές από ασφαλιστικές εισφορές ποσού που υπερβαίνει τα προβλεπόμενα από τις σχετικές διατάξεις ποσά.
6. Για την επιτάχυνση των διαδικασιών έκδοσης συνταξιοδοτικών αποφάσεων ορίζονται κλιμάκια από υπαλλήλους των ασφαλιστικών οργανισμών που υπηρετούν ή έχουν υπηρετήσει δύο (2) τουλάχιστον χρόνια σε υπηρεσίες ανακεφαλαίωσης χρόνου ασφάλισης ή απονομής ή πληρωμής συντάξεων και διαθέτουν την ανάλογη εμπειρία.
Τα ανωτέρω κλιμάκια, με βάση τις αρμοδιότητες εκάστου, διακρίνονται σε δύο (2) κατηγορίες, ως ακολούθως: α) Κλιμάκιο Ανακεφαλαίωσης Χρόνου Ασφάλισης και β) Κλιμάκιο Απονομής και Πληρωμής Προσωρινών και Οριστικών Συντάξεων.
Η συμμετοχή στα κλιμάκια είναι προαιρετική, η δε σχετική βούληση εκδηλώνεται με υποβολή αίτησης προς τον Διοικητή ή Πρόεδρο του οικείου ασφαλιστικού φορέα, ο οποίος και εκδίδει την απόφαση ορισμού τους ως πιστοποιημένων εισηγητών, μετά την επιτυχή συμμετοχή τους σε εκπαιδευτικό πρόγραμμα, σχετικό με την αρμοδιότητα του κλιμακίου, στο οποίο θα ενταχθούν.
Με την ίδια απόφαση ορίζεται και ο συντονιστής ανά κλιμάκιο.
Οι πιστοποιημένοι εισηγητές υποχρεούνται να παρέχουν υπηρεσίες ενημέρωσης πολιτών από τα Κέντρα Ενημέρωσης Ασφαλισμένων και Συνταξιούχων (Κ.Π.Α.Σ.) για δύο (2) ημέρες κάθε μήνα.
Οι πιστοποιημένοι εισηγητές εργάζονται και εκτός ωραρίου εργασίας, για την απασχόλησή τους δε αυτή και με βάση το παραγόμενο έργο καταβάλλεται μηνιαία αποζημίωση κατά παρέκκλιση των περιορισμών της παρ. 4 του άρθρου 7 του ν. 3833/2010 (Α΄ 40).
7. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση του Δ.Σ. του οικείου ασφαλιστικού φορέα, ρυθμίζεται κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εκπαίδευση των συμμετεχόντων, τη λειτουργία των κλιμακίων και τη μέτρηση του παραγόμενου έργου, τόσο κατά τη διάρκεια του ωραρίου εργασίας όσο και εκτός αυτού.
Το ύψος της αποζημίωσης, καθώς και ο τρόπος και οι προϋποθέσεις καταβολής της καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από εισήγηση των Δ.Σ. των ασφαλιστικών οργανισμών.

Κεφαλονίτικα Νέα

ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0
DISQUS: 0