Παιδιά, ψίχουλα κάτω απ’ το τραπέζι (Γαβριήλ Παναγιωσούλης)

Ένα κομματάκι τετράγωνο καλαμποκίσια μπομπότα, είχε και σταφίδες, την κοίταξα με χαρά άπλωσα το χέρι μου, κάτι μου είπε ιταλικά, δεν καταλάβαινα, ξανά την κοίταξα, είχε δυο χείλη βαμμένα σε χρώμα από βύσσινο. Κοίταξα πιο εκεί ένας ψηλός μαυροφορεμένος καθολικός με καπέλο μαύρο στρογγυλό πλαισιωμένο με μια κίτρινη κορδέλα μου χαμογέλασε. Βρισκόμουν στην Ελλάδα, ξένοι έκαναν κουμάντο, αυτοί που είχαν φέρει και την πείνα, Ιταλοί κατακτητές.

Το κρύο φοβερό για να ζεσταθούμε κοιμόμαστε όλα τα παιδιά μαζί, πριν ξημερώσει χτυπήματα ακούστηκαν στην πόρτα, οι σκύλοι της γειτονιάς είχαν τρελαθεί στο αλύχτισμα. Μπήκαν από πόρτα γερμανοί με αγριοφωνάρες, απ το κρεβάτι δεν κινήθηκα, μόνο έβγαλα το κεφάλι έξω απ’ την κουβέρτα, οι γερμανοί με νοήματα μας σήκωσαν όλους. Σαν είδαν το παιδικό σώμα μου αδύνατο καχεκτικό κιτρινωπό με άφησαν να ξαναπέσω κάτω απ’ την κουβέρτα, ήθελαν μόνο άντρες, πήραν τον πατέρα μου. Για άλλη μια φορά νόμισα ότι βρισκόμουν Ελλάδα, αλλά όχι, ξένοι έκαναν κουμάντο, οι Γερμανοί.

Ένα τεράστιο φορτηγό αυτοκίνητο φάνηκε απ την στροφή του δρόμου. Στην Καρότσα του ήταν γεμάτο στρατιώτες, σταμάτησε ακριβώς έξω απ το σπίτι μας, οι στρατιώτες κατέβηκαν κι άρχισαν να περιεργάζονται τα πάντα και να πίνουν τσάι. Τα πιτσιρίκια του χωριού ξυπόλυτα μαζεύτηκαν, άπλωναν το χέρι και φώναζαν, Μίστερ, μίστερ, οι στρατιώτες τους έδιναν τσάι. Ο πατέρας μου δεν μας άφησε να βγούμε απ το σπίτι. Πάλι οι ξένοι κάνανε κουμάντο, τούτοι τη φορά ήταν Εγγλέζοι.

Συμμορίες περνούσαν τον δρόμο, με γενειάδες, με τα όπλα στον ώμο τους με δεσμίδες φυσίγγια σταυρωτά στο στήθος τους, σταματούσαν κοίταζαν, μετά με το χωνί φώναζαν προσκαλούσαν τον κόσμο στο σχολείο για ομιλία που θα έκαναν. Ήταν Έλληνες που είχαν έρθει στην Κεφαλλονιά από την μεγάλη στεριά, Στερεά Ελλάδα.
Τούτοι εδώ ήταν διαφορετικοί συμμορίτες, είχαν χλαίνες ιταλικές μακριές τα τουφέκια με την κάνη προς τα κάτω, είχαν ρόπαλα, κυνηγούσαν κι έδερναν με την ανοχή της χωροφυλακής όποιον είχε πάει στις συγκεντρώσεις της προηγούμενης συμμορίας. Ήταν Έλληνες,
Η απελευθέρωση της Ελλάδας έφερε τον εμφύλιο, πάει έφυγε η ελπίδα που είχαμε, να κυβερνήσουν την χώρα έλληνες, ο τρόμος χειρότερος από πριν.

Έφυγα κάποιο βράδυ παιδί αμούστακο γυμνός στην θάλασσα, τα πιτσιρίκια του Μπανγκλαντές με κυνηγούσαν απλώνοντας το χέρι και φώναζαν μίστερ μπαξίσι. Θυμήθηκα το χωριό μου.
Το πιτσιρίκι αυτό ξυπόλυτο γυάλιζε παπούτσια στην Γουατεμάλα, με το ταξί μου μεταφέραμε ένα νεκρό παιδάκι μου έκανε παρέα με την ελπίδα ένα πιάτο φαγητό στο ξενύχτι.

Ερχόταν και σκούπιζε το εργοστάσιο μετά απ το σχολείο, με τα λεφτά αγόρασε από την λαϊκή ένα όμορφο ζευγάρι παπούτσια, το αφεντικό τον κάλεσε, που τα βρήκες, το παιδί τρόμαξε μην χάσει τη δουλειά του, θέλω να μου πάρεις κι εμένα τα ίδια νούμερο 42.

Όλα αυτά παιδιά, ψίχουλα κάτω απ το τραπέζι των μεγάλων κι εγώ δεν ξεχνώ ότι κάποτε ήμουν παιδί.

ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0
DISQUS: 0