Είμαστε για τα πανηγύρια; (Ελένη Κονιδάρη)

Τα πανηγύρια είναι το σήμα κατατεθέν του καλοκαιριού στην ελληνική επαρχία. Ορισμένα από αυτά έχουν βαθιά καταγωγή στο χρόνο, άλλα είναι νεότερες «εφευρέσεις», έτσι ώστε σχεδόν κάθε χωριό να έχει την τιμητική του τουλάχιστον μια μέρα το χρόνο, αλλά και να καλύπτονται σχεδόν όλες οι μέρες του καλοκαιριού με κάποια εκδήλωση.

Συμπαθούσα πάντα τα πανηγύρια ως φορείς του λαϊκού πολιτισμού – ενός πολιτισμού που βρίσκεται σε άτακτη υποχώρηση από τότε που ο μουσαφίρης έγινε πελάτης, η περιήγηση μαζικός τουρισμός και ο παραθερισμός τουριστική βιομηχανία. Οι άνθρωποι συναντιούνται για να γλεντήσουν, οι απόδημοι συναπαντιούνται με όσους έμειναν πίσω, οι νέοι φλερτάρουν, οι μερακλήδες τραγουδούν και χορεύουν, τα παιδιά παίζουν μέχρι τελικής πτώσεως, οι ηλικιωμένοι παρακολουθούν ευχαριστημένοι τη μικρή έστω αλλαγή στη μονότονη καθημερινότητα, οι επισκέπτες παίρνουν μια γεύση από τις ιδιαιτερότητες κάθε τόπου. Ένα όμορφο, πολύχρωμο, ετερόκλητο πλήθος που έστω για λίγο ομονοεί, ξεχνά κάθε έγνοια και γλεντά το διονυσιακό ελληνικό καλοκαίρι.

Η εικόνα αυτή όμως είναι τελείως εξιδανικευμένη. Η τρέχουσα πραγματικότητα καθιστά τα πανηγύρια κακόγουστες συνάξεις με στημένο, προκάτ κέφι, με ενοχλητικό συνωστισμό, με απαράδεκτη μουσική υπόκρουση της αισθητικής του σκυλο-παραδοσιακού, με παγωμένα σουβλάκια και χλιαρές μπύρες τα οποία προμηθεύεσαι μετά από ωριαία τουλάχιστον αναμονή στην ουρά, και το χειρότερο όλων, δίχως στοιχειώδη διάθεση για κοινωνικοποίηση, για άνοιγμα στον άλλον.
Ή τουλάχιστον αυτό πίστευα, καθώς τα τελευταία χρόνια δεν είχα πάει σε άλλο πανηγύρι πέραν αυτών που γίνονται στην . Αφού επισκέφτηκα άπαξ τα περισσότερα, κατέληξα σε 2-3 που διατηρούν ακόμα ίχνη αυθεντικότητας, κυρίως επειδή γίνονται σε απομακρυσμένα χωριά και περιοχές που δεν αποτελούν «ατραξιόν».

Φέτος το κύμα με έβγαλε στη Νίσυρο, ένα μακρινό μικροσκοπικό νησί των Δωδεκανήσων με μόνιμο πληθυσμό κάτω από 1000 κατοίκους. Είχα την ευκαιρία να πάω σε ένα από τα μεγαλύτερα πανηγύρια που γίνονται εκεί, στο Μοναστήρι της Κυράς στις 23 Αυγούστου. Το ίδιο το μοναστήρι είναι υπέροχο, ξαπλωμένο στην πλαγιά ενός λόφου που αντικρίζει το Αιγαίο, και ιδιαίτερα περιποιημένο αν και δεν κατοικείται από μοναχούς. Η αυλή του κυκλική και φιλική, όμορφα πλακοστρωμένη και καλυμμένη από κληματαριά, ενώ σε ένα λίγο ψηλότερο επίπεδο έχει πετρόχτιστα τραπέζια και καθίσματα. Μου ‘ρθαν τότε στο νου τα Κηπούρια, αυτό το υπέροχο μοναστήρι στο Ληξούρι, που κάθε χρόνο γερνάει μοναχικό ολοένα και περισσότερο μαζί με τον μοναδικό γέροντα που το κατοικεί, οι δυνάμεις του οποίου δεν φτάνουν πια να καλύψουν την αδιαφορία όσων θα έπρεπε να ενδιαφέρονται…

Ο κόσμος που ήρθε στο πανηγύρι ήταν πολύς, δεδομένης της σχετικά απόμακρης θέσης του και του αριθμού των κατοίκων – πρακτικά πρέπει να ήταν εκεί σχεδόν όλο το νησί! Κι όμως δεν υπήρχε ούτε ιδιαίτερος συνωστισμός, ούτε δυσφορία. Εθελοντές είχαν μαγειρέψει σε μεγάλα καζάνια μοσχάρι με κριθαράκι και το προσέφεραν δωρεάν μαζί με σαλάτα και ψωμί στους φιλοξενούμενους – και μάλιστα το σέρβιραν στα τραπέζια οι ίδιοι. Το μόνο που έπρεπε να αγοράσουμε ήταν αναψυκτικά και ποτά, στα οποία συμπεριλαμβανόταν ποικιλία κρασιών.

Μουσική έπαιζαν νέοι άνθρωποι – βιολί, λαούτο και κιθάρα. Ευτυχώς δεν υπήρχε υποψία ντραμς και πλήκτρων, τα οποία είναι αχαρακτήριστα στο πλαίσιο της παραδοσιακής μουσικής αλλά δυστυχώς είναι κανόνας στην Κεφαλονιά. Σε όλη τη διάρκεια του πανηγυριού έπαιζαν παραδοσιακούς χορούς, κυρίως από τα Δωδεκάνησα αλλά όχι μόνο και δεν έπαιξαν καθόλου «λαϊκά». Σχεδόν όλα τα τραγουδούσαν, και μάλιστα όταν άναβε το κέφι ο τραγουδιστής άφηνε τους χορευτές να τραγουδούν μόνοι τους, πράγμα που δημιουργούσε μια αίσθηση διονυσιακής μυσταγωγίας, σπάνιας πια στις μέρες μας. Εντύπωση μου έκανε το γεγονός ότι όσοι κι αν έμπαιναν στον χορό, ο κύκλος μεγάλωνε μεν αλλά δεν έσπαγε σε δύο ή περισσότερους κύκλους, εκτός κι αν αυτό ήταν απολύτως αναγκαστικό. Δεν χόρευε δηλαδή κανείς με την παρέα του, αλλά χόρευαν όλοι μαζί. Μάλιστα, κάποια στιγμή τους έκανε την παρατήρηση ένας από τους μουσικούς να κρατιούνται όλοι σε έναν κύκλο, με έναν τρόπο σαν αυτό να είναι το απολύτως αυτονόητο! Θυμήθηκα τότε την εικόνα των κεφαλονίτικων πανηγυριών που ο ένας σπρώχνεται με τον άλλον στην προσπάθειά τους να χορέψουν σε αλλεπάλληλους κύκλους.

Φεύγοντας, είδα ότι έξω από τον περίβολο ήταν ορισμένοι μικροπωλητές, όχι όμως οι συνήθεις τύποι με τις πλαστικούρες, αλλά νέες κοπέλες με χειροποίητα κοσμήματα και μικροπράγματα. Στάθηκα κι αγόρασα ένα βαζάκι με μια κρέμα από πρόπολη, καλέντουλα και λεβάντα, φτιαγμένη από έναν ντόπιο που καταπιάνεται μ’ αυτά, ώστε να μου μείνει το άρωμα του τόπου…
Το πανηγύρι αυτό μάλιστα είναι διήμερο, οι επισκέπτες διανυκτερεύουν στα κελιά και στρωματσάδα κάτω απ’ τ’ αστέρια και το γλέντι συνεχίζεται και την επομένη με φαγητό, ποτό, μουσική και χορό ως αργά το μεσημέρι.

Όμορφα ήταν. Μυστηριακή κι ευλαβική η έναστρη νύχτα, γλεντοκόπα και διονυσιακή η θάλασσα πέρα, άχρονη κι αδάμαστη η ανθρώπινη ψυχή και τα ζητούμενά της. Μικροί εξορκισμοί κι ένα καλοκαίρι που στο απόγειό του φαντάζει αιώνιο και παντοδύναμο. Ελληνική μαγεία πέρα από κούφιες κορώνες και φτηνούς εντυπωσιασμούς.

Κι εδώ, στην άκρη του Ιονίου, μιας άλλης mare nostrum, καλό είναι να αναρωτηθούμε: είμαστε για πανηγύρια ή είμαστε για τα πανηγύρια;

Κεφαλονίτικα Νέα