Δυο άρθρα για την Ομηρική Ιθάκη

Το ταξίδι του Οδυσσέα και η χαμένη

Ένα απ’ τα επιμέρους επεισόδια της Οδύσσειας, είναι και το ταξίδι του Τηλέμαχου από την στην Πύλο του Νέστορα και στην Σπάρτη του Μενέλαου, που έγινε ύστερα από την παρότρυνση της θεάς Αθηνάς, με στόχο την συγκέντρωση πληροφοριών για την τύχη του αγνοούμενου πατέρα του, του Οδυσσέα. «Καράβι καλοτάξιδο μέ εἴκοσι κουπολάτες ρίξε στή θάλασσα καί γιά τόν πολυπλανημένο πατέρα σου πήγαινε νά ρωτήσεις ὅ,τι ξέρουν, εἴτε σοῦ πεῖ ἄνθρωπος κανείς εἴτε ἀπ’ τόν Δία θ’ ἀκούσεις φωνή, πού προπαντός μηνάει νέα στούς ἀνθρώπους. Βάλε πρῶτα στήν Πύλο ρότα, τόν σοφό Νέστορα ρώτα, κεῖθε στή Σπάρτη, στόν ξανθό Μενέλαο, πού ἦρθε πίσω τελευταῖος ἀπ’ τούς χαλκοθώρηκτους Ἀχαιούς.» (α 279-286)        Καθώς ο δρόμος που ακολούθησε ο Τηλέμαχος, είχε μια λογική συνέχεια και μια απολύτως ορθή γεωγραφικώς πορεία, από την Ιθάκη προς την Πύλο της Πελοποννήσου κι από εκεί στην Σπάρτη, το ίδιο πρέπει να ίσχυε για όλο το ταξίδι του. Θα πρέπει να πραγματοποιήθηκε σε μια αληθινή διαδρομή, που περνούσε βέβαια από γνωστούς σε όλους τους ανθρώπους τόπους και χαρακτηριστικά γεωγραφικά μέρη. Ωστόσο, στην επιστροφή του πρίγκιπα της Ιθάκης στο νησί του, συνάντησε πάνω στο δρομολόγιό του ένα ιδιαίτερο σημείο, το οποίο αποτέλεσε για      τους μελετητές του Ομήρου ένα μεγάλο μυστήριο και φοβερά άλυτο πρόβλημα, στην προσπάθειά τους να επαληθεύσουν την καταγεγραμμένη περιγραφή του. Ο ποιητής μας πληροφορεί για κάποιο νησάκι, την Αστερίδα ( Ἀστερίς ), η οποία ήταν η βάση ανάπτυξης της ύπουλης ενέδρας που έστησαν οι μνηστήρες, παραμονεύοντας το θάνατο του διαδόχου στο θρόνο της Ιθάκης. «Μνηστῆρες δ’ ἀναβάτες ἐπέπλεον ὑγρά κέλευθα, Τηλεμάχῳ φόνον αἰπύν ἐνί φρεσίν ὁρμαίνοντες. ἔστι δέ τις νῆσος μέσσῃ ἁλί πετρήεσσα, μεσσηγύς Ἰθάκης τε Σάμοιό τε παιπαλοέσσης, Ἀστερίς, οὐ μεγάλη. λιμένες δ’ ἔνι ναύλοχοι αὐτῇ ἀμφίδυμοι˙ τῇ τόν γε μένον λοχόωντες Ἀχαιοί.» «Ἐξάλλου οἱ μνηστῆρες πού ἀπόπλευσαν διασχίζαν ἤδη τούς ὑγρούς δρόμους κλώθοντας φόνο τοῦ Τηλεμάχου μιαρό. Μεσοπέλαγα ὑπάρχει κάποιο πετρονήσι, στήν πολύβραχη Σάμη μεταξύ καί τήν Ἰθάκη, ὄχι μεγάλο, ἡ Ἀστερίδα˙ μά ἔχει δίδυμους κόρφους, ἀπάνεμα λιμάνια. Οἱ Ἀχαιοί ἐκεῖ τοῦ ἔστησαν ἐνέδρα.» (δ 842-847) Την περίφημη Αστερίδα, κανείς δεν μπόρεσε μέχρι τώρα να την καταδείξει στον τοπογραφικό χάρτη, με κοινώς αποδεκτά στοιχεία που  να ανταποκρίνονται τέλεια στα δεδομένα του ποιητή και της ανθρώπινης λογικής. Δυστυχώς, οι ειδικοί δεν έχουν δώσει καμιά σαφή απάντηση, παρ’όλη τη σπουδαιότητα του θέματος, καθώς σίγουρα πρόκειται για ένα κομβικό σημείο, το οποίο αμέσως θα μας έδειχνε την πορεία που πρέπει να ακολουθήσουμε για την πραγματική Ιθάκη. Αν πετυχαίναμε να θέσουμε ένα τέρμα στην πολύκροτη υπόθεση εντοπισμού της «Ἀστερίς», θα ήταν πλέον απλό να προσδιορίσουμε το λιμάνι προορισμού του πλοίου, το Ρείθρο, οπότε στη συνέχεια θα αναγνωρίζαμε με ευκολία την ίδια την πόλη του Οδυσσέα. Θα λειτουργούσε δηλαδή ως φωτεινός φάρος, μία πινακίδα κατεύθυνσης που θα μας καθοδηγούσε στο σωστό δρόμο που γνώριζε ο , κι όχι σε κάποιον άλλον τυχαίο και αυθαίρετο,που το μόνο που καταφέρνει είναι να μας αποπροσανατολίσει.         Όλοι όμως οι ερευνητές που ασχολήθηκαν με το ζήτημα, επέλεξαν απρόσεκτα, βεβιασμένα και ίσως πονηρά τη δική τους Αστερίδα, αυτήν που εξυπηρετούσε την προσωπική τους θεωρία περί ομηρικής Ιθάκης. Έτσι η Αστερίδα, λανθασμένα ταυτίστηκε κατά καιρούς με τη νήσο Δασκαλιό μεταξύ Κεφαλλονιάς και Ιθάκης, με τη νήσο Αρκούδι ή το Μεγανήσι νότια της Λευκάδας, με τις νήσους Βαρδιάνους της Παλικής χερσονήσου, με μία από τις Εχινάδες και τέλος ακόμη και με ολόκληρη τη σημερινή νήσο Ιθάκη! Πραγματικά, κάθε μία από αυτές τις προτάσεις για τη ταυτοποίηση της Αστερίδας,παρουσιάζει τα δικά της ανυπέρβλητα προβλήματα, καθώς είναι ευάλωτη στην αντικειμενική κριτική και δεν ανταποκρίνεται πλήρως στα στοιχεία που μας παραδίδει ο ποιητής.       Σύμφωνα πάντα με το αρχαίο κείμενο, η Αστερίδα θα πρέπει να ήταν μία νήσος (ἔστι δέ τις νῆσος) πολύ μικρή σε μέγεθος, μιας και τονίζεται με έμφαση ότι ήταν «οὐ μεγάλη». Μάλιστα κάπου αλλού, όταν η Αθηνά θέλει να προειδοποιήσει τον Τηλέμαχο για να αποφύγει την ενέδρα, την υποβιβάζει ακόμα πιο πολύ ως νησί, αποφεύγοντας χαρακτηριστικά να αναφέρει το όνομά της. «μνηστήρων σ’ ἐπιτηδές ἀριστῆες λοχόωσιν ἐν πορθμῷ Ἰθάκης τε Σάμοιό τε παιπαλοέσσης, ἱέμενοι κτεῖναι, πρίν πατρίδα γαῖαν ἱκέσθαι. …. ἀλλά ἑκάς νήσων ἀπέχειν εὐεργέα νῆα, νυκτί δ’ ὁμῶς πλείειν˙ πέμψει δέ τοι οὖρον ὄπισθεν ἀθανάτων ὃς τίς σε φυλάσσει τε ῥύεταί τε.» «σοῦ ἑτοίμασαν οἱ μνηστῆρες καλοστημένη ἐνέδρα στό δίαυλο μεταξύ Σάμης κατάβραχης καί Ἰθάκης γιατί στήν πατρίδα πρίν πᾶς νά σέ σκοτώσουν θέλουν. …. μακριά πάντως ἀπ’ τά νησιά τό στέρεο πλοῖο σου κράτα καί ἀρμένιζε νύχτα. Οὔριο ἀέρα θά στείλει κάποιος      θεός πίσω σου, ὅποιος εἶναι προστασία καί σωτηρία σου.» (ο 28-35)          Σε αυτό το σημείο, παράλληλα με τη μη αναφορά του ονόματος          « Ἀστερίς », πληροφορούμαστε επίσης πως δεν πρόκειται για ένα και μοναδικό νησί, καθώς ο πληθυντικός « νήσων » είναι αναμφισβήτητος. Ένα αξιοπρόσεχτο φαινόμενο, το οποίο ξαναπαρουσιάζεται, όταν ο Τηλέμαχος εκτελεί αυτό το επικίνδυνο ταξίδι. «τοῖσιν δ’ ἴκμενον οὖρον ἵει γλαυκῶπις Ἀθήνη, λάβρον ἐπαιγίζοντα δι’ αἰθέρος, ὄφρα τάχιστα νηῦς ἀνύσειε θέουσα θαλάσσης ἁλμυρόν ὕδωρ. βάν δέ παρά Κρουνούς καί Χαλκίδα καλλιρέεθρον. Δύσετό τ’ ἠέλιος σκιόωντό τε πᾶσαι ἀγυιαί˙ ἡ δέ Φεάς ἐπέβαλλεν ἐπειγομένη Διός οὔρῳ, ἠδέ παρ’ Ἤλιδα δῖαν, ὅθι κρατέουσιν Ἐπειοί. ἔνθεν δ’ αὖ νήσοισιν ἐπιπροέηκε θοῇσιν, ὁρμαίνων ἤ κεν θάνατον φύγοι ἦ κεν ἁλώῃ.» «Πίσω του λάβρο ἄνεμο εὐνοϊκό ἡ Ἀθηνᾶ ἡ σπιθομάτα ἔστειλε πού φυσοῦσε ἀπ’ τά ούράνια γιά νά διασχίζει τό ἁρμυρό νερό τοῦ πέλαου ταχύτατα τό σκάφος. Κι ὅταν τούς Κρουνούς καί τήν πολύβρυση παρακάμψαν Χαλκίδα, ἔδυσε ὁ ἥλιος καί σκοτεινιάσαν οἱ δρόμοι ὅλοι. Δρομαῖο τό πλοῖο του ἐτρεχε σπρωγμένο ἀπ’ τοῦ Δία τόν οὔριο ἄνεμο πρός τίς Φεές, μά ὡς τή θεϊκιά Ἤλιδα περνώντας, τῶν Ἐπειῶν τή γῆ, κατευθυνόταν στά  βραχονήσια,            τόν ζῶσαν φίδια μήν πιαστεῖ καί χάρο δέν ξεφύγει.» (ο 294-300)           Στους παραπάνω στίχους, όχι μόνο επαναλαμβάνεται η χρήση πληθυντικού για τα νησιά όπου προσδιορίζεται περίπου η θέση της ενέδρας, αλλά τα αναφέρει κι ως «νήσοισιν ἐπιπροέηκε θοῇσιν». Κατά λέξη αυτό σημαίνει: «βραχονήσια που κινούνται γρήγορα». Δεν είναι όμως τα νησιά που κινούνται, αλλά μοιάζουν να εκτελούν μια κίνηση, αντίθετη απ’ αυτή του πλοίου που διέρχεται κοντά τους και τα αφήνει γρήγορα πίσω του. Κι αυτό γιατί λόγω του μικρού τους μεγέθους, φαίνονται να περνάνε ταχύτατα δίπλα στο πλοίο, σε σχέση βέβαια με τις γύρω σταθερές ή πιο αργοκίνητες, μακρινές και εκτεταμένες ακτές.       Αυτό λοιπόν το σύμπλεγμα μικρών και βραχωδών νησιών, που ο ποιητής ονομάζει μία και μοναδική φορά ως «Ἀστερίς», έχει κάποια ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά από την περιγραφή του, που θα μας βοηθήσουν στην προσπάθειά μας να το εντοπίσουμε. Είναι «πετρήεσσα» (=πετρώδες), «μέσσῃ ἁλί» (=στη μέση της θάλασσας) και «μεσσηγύς Ἰθάκης τε Σάμοιό τε παιπαλοέσσης» (=ανάμεσα στην Ιθάκη και την κακοτράχαλη Σάμη). Ειδικά τα δύο τελευταία, ήταν αυτά τα οποία μπέρδευαν περισσότερο τους ερευνητές, καθώς δεν υπάρχουν κάποια ή τουλάχιστον ένα οποιοδήποτε νησάκι, στο χώρο μεταξύ Ιθάκης και Κεφαλλονιάς. Η μόνη εξαίρεση είναι το βραχονήσι Δασκαλιό, που όμως είναι άμεσα απορριπτέο, αφού σε καμιά περίπτωση δεν ταιριάζει στην πιθανή κατεύθυνση του πλοίου του Τηλέμαχου. Βρίσκεται συγκεκριμένα πολύ βόρεια του στενού Ιθάκης-Κεφαλλονιάς και εκ των πραγμάτων, μια υποτιθέμενη ενέδρα σε πλοίο που ερχόταν απ’ την Πύλο, θα ήταν απόλυτα αποτυχημένη, είτε προς τη σημερινή Ιθάκη να έπλεε αυτό, είτε προς την Κεφαλλονιά κι ακόμη περισσότερο προς τη Λευκάδα.          Το θέμα γίνεται ακόμη πιο περίπλοκο, όταν χρειάζεται να συμβιβαστεί στη γνωστή περιγραφή το «μέσσῃ ἁλί», με το «μεσσηγύς». Πως είναι ποτέ δυνατόν, η Αστερίδα να βρίσκεται στη μέση της θάλασσας και ταυτόχρονα σε δύο τόσο κοντινά νησιά, όπως η σημερινή Ιθάκη και η Κεφαλλονιά;        Για να επιλύσουμε το πρόβλημα, θα στραφούμε στο ίδιο το δρομολόγιο του πλοίου του Τηλέμαχου. Το νησί της Ιθάκης των Αχαιών, εκείνη την παλαιά εποχή, προσεγγιζόταν απ’ τις δυτικές ακτές της Πελοποννήσου, ακολουθώντας την πλέον δημοφιλή θαλάσσια διαδρομή, η οποία περνούσε πλησίον του ακρωτηρίου των Φεών (Κατάκολο Νομού Ηλείας). Ακτοπλοώντας πάνω σ’ αυτήν την πορεία ο Τηλέμαχος, μόλις προσπέρασε τις Φεές, άρχισε να νυχτώνει και να σκοτεινιάζει γύρω του, όπως μας αναφέρει ο ποιητής (Δύσετό τ’ ἠέλιος σκιόωντό τε πᾶσαι ἀγυιαί˙ ἡ δέ Φεάς ἐπέβαλλεν). Μετά, αφού πέρασε δίπλα απ’ την Ήλιδα των Επειών (την Ηλεία), κινήθηκε κατευθείαν προς τα επικίνδυνα βραχονήσια που ψάχνουμε. Άρα σ’ αυτό το σημείο, αμέσως μετά τις ακτές της Ηλείας και κατευθυνόμενοι προς την Κεφαλλονιά και την Ιθάκη, θα πρέπει να αναζητηθούν κάποιοι μικροί, βραχώδεις νήσοι σε σύμπλεγμα, που ήταν γνωστό κάποτε ως «Ἀστερίς».      Αν κοιτάξουμε όμως το χάρτη του Ιονίου, θα διαπιστώσουμε μετά λύπης μας, πως κάτι τέτοιο δεν υπάρχει εκεί όπου μας το υποδεικνύει ο Όμηρος. Κανένα νησάκι ή σχηματισμός νησιών, δε συναντούμε μόλις περάσουμε την Ηλεία προς βορρά. Ωστόσο, τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς έτσι πριν από περίπου 3.200 χρόνια, όταν έγινε αυτό το ταξίδι του Τηλέμαχου. Ο βυθομετρικός χάρτης είναι το μέσο που μας το αποκαλύπτει. Εξετάζοντας έναν τέτοιο χάρτη, θα διαπιστώσουμε πως στα ανοιχτά της Πελοποννήσου, στο θαλάσσιο χώρο μεταξύ Ηλείας, Ζακύνθου και Κεφαλλονιάς, υπάρχει μια υψομετρική διαμόρφωση του πυθμένα, που δημιουργεί σήμερα έναν ύφαλο. Είναι ο ύφαλος που ονομάζεται «Μοντεγκιού» ή αλλιώς «Μεσοκάναλη»! Λαμβάνοντας υπόψη μας, πως η στάθμη της θάλασσας έχει ανέβει περίπου έξι μέτρα απ’ την εποχή του Χαλκού, φαίνεται πολύ λογικό αυτό το αβαθές σημείο του πελάγους, να εξείχε τότε της επιφάνειας, τουλάχιστον κατά μερικά μέτρα, δημιουργώντας έτσι μια νησίδα ή κάποιες τέτοιες μαζί. Το σαθρό έδαφος, η διάβρωση των δυνατών κύματων, τα θαλάσσια ρεύματα του πορθμού της Ζακύνθου και κυρίως η έντονη γεωδυναμική, με την υπόψη περιοχή πάνω στο μεγάλο ρήγμα του Ιονίου, σίγουρα συνέβαλαν τα μέγιστα στην εξαφάνιση απ’ τα μάτια μας, της γεωγραφικής θέσεως που μας παραδίδει ο ποιητής, με το αρχαίο όνομα της Αστερίδας. Αυτή, βρίσκεται τώρα 2 έως 8 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας και φαίνεται χαρακτηριστικά, πως δεν ήταν μόνο μια απλή και μοναδική βραχονησίδα. Ήταν τουλάχιστον δύο ή τρεις μαζί, με μία μεγαλύτερη κεντρική (περίπου μήκους 1 km και πλάτους 150 m), ενώ απ’ ό,τι έχει απομείνει από αυτές, παρατηρώντας τον τρόπο που έχει διαμορφωθεί σήμερα ο βυθός, διαπιστώνουμε ότι εκεί, θα μπορούσαν να βρίσκονται επίσης και κολπίσκοι πρόσκαιρης στάθμευσης σκαφών, όπως μας περιγράφουν οι στίχοι: «λιμένες δ’ ἔνι ναύλοχοι αὐτῇ ἀμφίδυμοι˙» (=υπάρχουν λιμάνια πρόσκαιρης παραμονής κι απ’ τις δυο πλευρές της).           Σύμφωνα με τη γεωγραφική εξέλιξη της περιοχής του Ιονίου, το συγκεκριμένο σημείο το 6000 π.Χ., ήταν περίπου 15 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας και συνεπώς, με τη επιβεβαιωμένη επιστημονικά και σταθερή άνοδο της στάθμης των υδάτων, της τάξεως των 2 mm ανά έτος, η Αστερίδα το 1200 π.Χ., είχε τουλάχιστον 5 μέτρα ύψος, μετρώντας από το τωρινό βάθος, χωρίς να προσμετρήσουμε την τοπική τεκτονική καθίζηση του μονόκλινου ρήγματος, επί του οποίου βρίσκεται η νησίδα και τη θαλάσσια διάβρωση, στην υπόψη ευπρόσβλητη ζώνη εκριξηγενών πετρωμάτων.      Με σιγουριά λοιπόν πλέον, μπορούμε να μιλάμε για τον επιτυχή εντοπισμό ενός πετρώδους συμπλέγματος αρχαίων νησίδων, με μικρή έκταση και στη μέση της θάλασσας. Άρα, καταλήγουμε στο ελπιδοφόρο συμπέρασμα, πως η συγκεκριμένη θέση ίσως να είναι η αναζητούμενη, καθώς καλύπτει τα γενικά δεδομένα του έπους και κυρίως βρίσκεται πάνω στη ρότα του πλοίου, απ’ τη δυτική Πελοπόννησο προς την Κεφαλλονιά-Ιθάκη.      Αν όμως είναι πράγματι αυτή η Αστερίδα, πως δικαιολογείται να προσδιορίζεται ως «μεσσηγύς»(=ανάμεσα) ή ως «ἐν πορθμῷ»(=μέσα στο θαλάσσιο δίαυλο) της Ιθάκης(Κεφαλλονιάς) και της Σάμης(σημερινής Ιθάκης), αφού είναι σε τόσο μακρινή απόσταση κι απ’ τις δύο παραπάνω νήσους; Η απάντηση παρουσιάζεται εύκολα μπροστά στα μάτια μας, αρκεί να φανταστούμε τον εαυτό μας εκείνη την εποχή, πάνω σ’ ένα πλοίο σαν αυτό του Τηλέμαχου, στην ίδια πορεία και στο ίδιο ακριβώς σημείο μετά τη δυτική ακτή της Ήλιδας (Ηλείας).                      « ἔνθεν δ’ αὖ νήσοισιν ἐπιπροέηκε θοῇσιν »     Στο οπτικό μας πεδίο θα εμφανίζονταν τα βραχονήσια της Αστερίδας (ύφαλοι Μόντεγκιου), να βρίσκονται φαινομενικά μπροστά στο θαλάσσιο στενό και μεταξύ της νήσου Ιθάκης στα αριστερά και της νήσου Σάμης στα δεξιά. Μάλιστα, η ακριβής τοποθέτηση των μικρών νησίδων σ’αυτήν  τη νοητή ευθεία, η οποία αποτελεί την προέκταση του προαναφερθέντος ευθύγραμμου διαύλου, κατεύθυνε σωστά κι από το συντομότερο δρόμο το πλοίο, μέχρι το λιμάνι Ρείθρο του σημερινού Πόρου Κεφαλληνίας. Εκεί, όπου υπό φυσιολογικές συνθήκες θα πήγαινε κι ο Τηλέμαχος.      Άρα, οι αρχαίοι ναυτικοί που έπλεαν προς την ομηρική Ιθάκη, μόλις εγκατέλειπαν την ασφάλεια των ακτών της δυτικής Πελοποννήσου, χρησιμοποιούσαν την Αστερίδα, ως βασική σημαδούρα τροχοδρόμησης.       Με αυτήν προσπαθούσαν να βάλουν το πλοίο, πάνω στην ευθεία που σχηματίζει το στενό της Ιθάκης και της Σάμης, για να ακολουθήσουν την καλύτερη πορεία μέχρι τις ανατολικές ακτές της Ιθάκης(Κεφαλλονιάς). Αν κατάφερναν να βλέπουν τη νησίδα Αστερίδα, με την προβολή της στον ορίζοντα, ανάμεσα στα δυο νησιά, Ιθάκη και Σάμη, τότε σίγουρα θα είχαν χαράξει ορθή ρότα. Για μια δύσκολη εποχή με ανύπαρκτα όργανα ναυσιπλοΐας, η εξεύρεση χαρακτηριστικών σταθερών σημείων που θα βοηθούσαν στην πλοήγηση, ήταν επιτακτική.Έτσι η Αστερίδα, προφανώς όφειλε το αρχαίο όνομά της σ’ αυτό το γεγονός, καθώς ήταν ένα σημαντικό σημάδι για την περιοχή, το οποίο προσανατόλιζε με πρακτικό τρόπο τους ναυτικούς προς την Ιθάκη, όπως κάνανε και τα αστέρια στο νυχτερινό ουρανό!      Ο Όμηρος και οι άνθρωποι στο μακρινό παρελθόν, δε διέθεταν την πολυτέλεια των τοπογραφικών χαρτών. Τέτοιοι χάρτες συντάχθηκαν για πρώτη φορά, χάρη στην απόλυτα γεωμετρική αντίληψη που είχαν οι Μιλήσιοι για την οικουμένη τον 6ο π.Χ. αιώνα, δίδοντας στο κοινό μια αυστηρώς λογική, επίπεδη και συμμετρικώς πειθαρχημένη εικόνα του φυσικού περιβάλλοντος. Οι Αχαιοί αντίθετα, είχαν μια στερεοσκοπική, ανάγλυφη και πιο απλή μέθοδο αντίληψης των γεωγραφικών τοποθεσιών που έβλεπαν γύρω τους. Γι’αυτούς, η Αστερίδα που βρισκόταν στο δρόμο τους για την Ιθάκη, παρ’όλο που ήταν μόνο φαινομενικά ανάμεσα Ιθάκης και Σάμης, μπορούσε κάλλιστα να εκληφθεί και να αναφερθεί εκεί, ως να είναι η κανονική της θέση κι ας μην είναι καθόλου έτσι στην πραγματική, ορθολογική διάσταση του χάρτη. Εξάλλου, το σημερινό ελληνικό όνομα «Μεσοκάναλη» του συγκεκριμένου υφάλου, δεν είναι καθόλου τυχαίο. Οι ντόπιοι ναυτικοί και ψαράδες της περιοχής, γνώριζαν πάντα την ιδιομορφία και τη χρήση της θέσεως του αρχαίου νησιού, που ο ποιητής το ήξερε ως Αστερίδα. Για τον απλό κόσμο,ο τωρινός ύφαλος στα ανοιχτά της Ηλείας, από παλιά ήταν κι εξακολουθεί να είναι, κοιτώντας τον απ’ το νότο, μπροστά κι ακριβώς στη μέση του στενού φυσικού καναλιού, το οποίο σχηματίζουν η Κεφαλλονιά και η Ιθάκη στον ορίζοντα. Έτσι λοιπόν, το «μέσσῃ ἁλί πετρήεσσα» συμβιβάζεται στο κείμενο με το «μεσσηγύς Ἰθάκης τε Σάμοιό τε», αφού οι νησίδες της Αστερίδας που ταυτοποιήσαμε, ήταν και μεσοπέλαγα αλλά κι οπτικά μέσα στο μοναδικό θαλάσσιο στενό,που χωρίζει τα δύο νησιά του Ιονίου.   Άρα η «Ἀστερίς», είναι εκεί όπου θα έπρεπε να βρισκόταν σύμφωνα με το έπος και τώρα μπορούμε να καταλάβουμε απόλυτα, γιατί ο συνετός Τηλέμαχος, μετά τις Φεές απροκάλυπτα έβαλε πλώρη προς αυτήν, παρ’ όλο που η Αθηνά του επέστησε ειδικά την προσοχή, να μην περάσει απ’ αυτά τα κρίσιμα νησιά. Ήταν υποχρεωτική η διέλευση, τουλάχιστον κοντά από εκείνο το χώρο, στο μοναδικό δρόμο από το νότο προς το νησί της ομηρικής Ιθάκης. Για αυτό σίγουρα το λόγο, οι ύπουλοι θαλάσσιοι ληστές των αλλοτινών χρόνων, παραφύλαγαν συχνά σ’ αυτό το κομβικό σημείο τα θύματά τους, όπως περιγράφεται πως έκαναν και οι μνηστήρες στην Οδύσσεια.      Οι επικίνδυνες νησίδες, θα πρέπει να θεωρηθούν ως το απώτερο άκρο μιας ζώνης θανάτου, εντός της οποίας περιπολούσαν διαρκώς οι μνηστήρες, στην προσπάθειά τους να ξεπαστρέψουν τον διάδοχο του θρόνου της Ιθάκης. Η θεά Αθηνά εξάλλου, δεν τοποθετεί το σημείο της παγίδας ακριβώς στην Αστερίδα, όπως θα ήταν και το πιο φυσιολογικό προκειμένου να προφυλαχτεί καλύτερα ο προστατευόμενός της, αλλά τον ενημερώνει πως οι επίδοξοι δολοφόνοι του, βρίσκονται «ν πορθμ», μπροστά στο θαλάσσιο στενό Ιθάκης και Σάμης (ο 29). Στο θαλάσσιο χώρο μετά την Αστερίδα δηλαδή, μέχρι ακόμη και τις βορειοανατολικές ακτές της Κεφαλλονιάς, αρμένιζαν οι μνηστήρες, καραδοκώντας για το πλοίο που μετέφερε τον Τηλέμαχο. Όλη αυτή η ευρεία περιοχή είναι πράγματι μπροστά στο θαλάσσιο στενό της Κεφαλλονιάς και Ιθάκης και η οργάνωση μιας ενέδρας, καλύπτει πλήρως όλες τις πιθανές πορείες προσέγγισης του λιμανιού Ρείθρο στον Πόρο.      Σε κάποιους στίχους πάλι, οι ίδιοι οι πανούργοι μνηστήρες, μας μαρτυρούν την προσεκτικά σχεδιασμένη και αλάνθαστη τακτική τους. «τοῖσιν δ’ Ἀντίνοος μετέφη, Εὐπείθειος υἱός˙ ΄΄ὤ πόποι, ὡς τόνδ’ ἄνδρα θεοί κακότητος ἔλυσαν. ἤματα μέν σκοποί ἷζον ἐπ’ ἄκριας ἠνεμοέσσας αἰέν ἐπασσύτεροι˙ ἅμα δ’ ἠελίῳ καταδύντι οὔ ποτ’ ἐπ’ ἠπείρου νύκτ’ ἄσαμεν, ἀλλ’ ἐνί πόντῳ νηΐ θοῇ πλείοντες ἐμίμνομεν Ἠῶ δῖαν, Τηλέμαχον λοχόωντες, ἵνα φθίσωμεν ἑλόντες αὐτόν˙» «Κι ὁ γιός τοῦ Εὐπείθη ὁ Ἀντίνοος τούς εἶπε: ΄΄Κοίτα ἐκεῖ, πῶς τόν γλίτωσαν ἀπ’ τό χάρο οἱ θεοί τοῦτον! Στ’ ἀνεμόδαρτα κορφοβούνια οἱ σκοπιές ὅλη μέρα παραμόνευαν ἡ μιά πίσω ἀπ’ τήν ἄλλη, κι ὡς ὁ ἥλιος βούταε, δέν διανυκτερεύαμε στή στεριά ποτέ μας˙περιμέναμε στό γοργό ἀρμενίζοντας καράβι τή θεϊκή Αὐγή˙στήναμε για τόν Τηλέμαχο ἐνέδρες, ὥστ’ ἔτσι καί τόν βάζαμε στό χέρι νά τόν θανατώσουμε.» (π 363-369)          Μας λένε λοιπόν ξεκάθαρα, πως δεν περίμεναν τον Τηλέμαχο      απλώς τεμπελιάζοντας σε ένα σταθερό σημείο, συνέχεια σταθμευμένοι σε κάποιο νησάκι όπως η Αστερίδα. Αντιθέτως, είχαν καταστρώσει πολύ πιο έξυπνο σχέδιο δράσης, που στηριζόταν στη διαρκή κίνηση. Έλεγχαν οπτικά τη θαλάσσια διαδρομή Πύλος-Ιθάκη από τα ψηλά παρατηρητήρια της κοντινής στεριάς, όταν ήταν ημέρα και υπήρχε καλή ορατότητα, ενώ τις άλλες ώρες, τη νύχτα, περιπολούσαν στον ίδιο θαλάσσιο χώρο Αστερίδα-Ρείθρο, μην τυχόν περάσει το πλοίο του χωρίς να το δουν. Κατάλληλες στρατηγικές θέσεις για την τοποθέτηση ανάλογων ημερήσιων σκοπιών, είναι τα παραλιακά υψώματα της νοτιανατολικής Κεφαλλονιάς, απ’ το ακρωτήριο Κάπρι μέχρι κάτω στο ακρωτήριο Μούντα. Όλα αυτά είχαν άριστη επίβλεψη της συνηθισμένης πορείας των πλοίων, προς το λιμάνι της πόλης της Ιθάκης και όπως καταθέτουν οι άπραγοι μνηστήρες, δε θα ήταν ποτέ δυνατό να περάσει ο Τηλέμαχος από εκεί, χωρίς να τον αντιληφθούν για να τον συλλάβουν. Εκτός κι αν κάποιος τον είχε προειδοποιήσει για τις προθέσεις τους, ώστε να επιλέξει άλλο δρόμο, όπως και τελικά έγινε. Η Αθηνά άλλωστε, δεν τον είχε υποχρεώσει άσκοπα να ταξιδεύσει νύχτα προς το νησί του (νυκτί δ’ ὁμῶς πλείειν). Μόνο έτσι θα μπορούσε να πλεύσει άνετα και να φτάσει με ασφάλεια σ’ αυτό, χωρίς βέβαια να ακολουθήσει τη γνωστή και συντομότερη διαδρομή μέσω Αστερίδας, που θα ήταν και μοιραία. Ναι μεν κατευθύνθηκε αρχικά προς την Αστερίδα που ήταν πάνω στη ρότα του, αλλά όμως την απέφυγε παρακάμπτοντάς την απ’ τα δυτικά κατά τη διάρκεια της νύχτας, ώστε  να μην μπορέσουν να τον δουν οι σκοποί που παραμόνευαν στα κορφοβούνια την ημέρα και να μη συναντήσει επίσης το σκάφος τους, αυτό που περιπολούσε τη νύχτα βόρεια της Αστερίδας.      Μέσα στο σκοτάδι και εκτός της επικίνδυνης πορείας που έλεγχαν πλέοντες οι μνηστήρες, κατάφερε ελισσόμενος να ξεφύγει απ’ την ενέδρα με ούριο θεϊκό άνεμο. Ακολούθησε την παράκτια διαδρομή κατά μήκος της βόρειας Ζακύνθου προς τα βορειοδυτικά, ενώ ήταν ακόμη νύχτα. Ανενόχλητος κι απαρατήρητος μέσα στο σκότος, έφτασε στο ακρωτήριο Σκινάρι της Ζακύνθου και πέρασε ακριβώς απέναντι στην Κεφαλλονιά, επιλέγοντας να αράξει με το ξημέρωμα στον όρμο του Λουρδά. Ήταν το εγγύτερο λιμάνι που βρήκε, μετά το πέρασμα της θάλασσας που χωρίζει αυτά τα δύο νησιά. Ένα δρομολόγιο που εκτελείται και σήμερα απ’ τα πλοιάρια της ακτοπλοϊκής γραμμής Ζακύνθου-Κεφαλλονιάς.       Η αμμώδης παραλία του Λουρδά στη νότια Κεφαλλονιά, ήταν μάλλον το πρώτο ασφαλές λιμάνι όπου έδεσε το πλοίο του, μετά από ένα επίφοβο ταξίδι, σώος και αβλαβής πια ο Τηλέμαχος (πρώτην ἀκτήν Ἰθάκης ἀφίκηαι). Η αλλαγή πορείας και η απόκρυψη της νύχτας, ήταν αυτά που γλίτωσαν τον Ιθακήσιο πρίγκιπα, όπως ακριβώς τον είχε συμβουλεύσει να κάνει η θεά Αθηνά.      Η «Ἀστερίς», το πρακτικό σημάδι προσανατολισμού των Αχαιών ναυτικών, δε στάθηκε τελικά μοιραία για τη ζωή του μοναχογιού του Οδυσσέα. Η μετέπειτα φυσική απόκρυψη της Αστερίδας κάτω από τη θάλασσα, καθώς και η μέχρι τώρα κοντόφθαλμη απόπειρα εντοπισμού της, συνέβαλλαν στο να μη μπορούμε τόσο καιρό να βρούμε κι εμείς το δρόμο μας προς την πραγματική Ιθάκη. Από εδώ και στο εξής, χάρη στη « Μεσοκάναλη » νήσο, η προσπάθειά μας γίνεται πιο εύκολη.    

Η καθοδήγηση των Φαιάκων

Ο Οδυσσέας, πλησιάζοντας στο τέλος της περιπλάνησής του, πάνω στο δρόμο για την Ιθάκη, φτάνει καταπονημένος στο νησί των φιλόξενων Φαιάκων. Εκεί, στην αυλή του βασιλιά Αλκίνοου και μπροστά στο έκπληκτο ακροατήριό του, ο ήρωας αποκαλύπτει την ταυτότητά του και περιγράφει με νοσταλγία την λατρευτή του πατρίδα, προσφέροντάς μας έτσι, μια πολυτιμότατη περιγραφή της χώρας του και της θέσης της πάνω στο χάρτη. « εἴμ’ Ὀδυσεύς Λαερτιάδης, ὅς πᾶσι δόλοισιν ἀνθρώποισι μέλω, καί μευ κλέος οὐρανόν ἵκει. ναιετάω δ’ Ἰθάκην εὐδείελον· ἐν δ’ ὄρος αὐτῇ,         Νήριτον εἰνοσίφυλλον ἀριπρεπές· ἀμφί δέ νῆσοι πολλαί ναιετάουσι μάλα σχεδόν ἀλλήλῃσι, Δουλίχιόν τε Σάμη τε καί ὑλήεσσα Ζάκυνθος. αὐτη δέ χθαμαλή πανυπερτάτη εἰν ἁλί κεῖται πρός ζόφον, αἱ δέ τ’ ἄνευθε πρός ἠῶ τ’ ἡέλιόν τε, τρηχεῖ’, ἀλλ’ ἀγαθή κουροτρόφος· οὔ τοι ἐγώ γε ἧς γαίης δύναμαι γλυκερώτερον ἄλλο ἰδέσθαι. » « Εἶμαι ὁ γιός τοῦ Λαέρτη Ὀδυσσέας, πού οἱ ἄνθρωποι ὅλοι μέ ξέρουν ὡς πολυμήχανο, καί ἡ φήμη μου ἔφτασε στά οὐράνια. Βαστῶ ἀπ’ τή γνωστή νῆσο Ἰθάκη, πού τό Νήριτο ἔχει βουνό περήφανο, ἀνεμόδαρτο·  γύρω της κι ἄλλα πολλά νησιά κατοικοῦνται, κοντά συμμεταξύ τους: Τό Δουλίχιο, ἡ Σάμη καί ἡ Ζάκυνθος ἡ δασωμένη. Πιό χαμηλή συγκριτικά, πέφτει ἄκρη τοῦ πελάγου, πρός δυτικά, ἐνῶ πρός ἀνατολάς βρίσκονται τ’ ἄλλα. Βραχότοπος εἶναι ἀλλά καλή παλικαρομάνα, κι οὔτε ἄλλη ἐγώ τερπνότερη μπορῶ νά δῶ ἀπ’ τή γη μου. » ( ι 19-28)      Παρόλη όμως την ύπαρξη αυτής της καταπληκτικής ευκαιρίας για την αναζήτησή μας, της αναλυτικής περιγραφής και του προσδιορισμού της Ιθάκης, που γίνεται απ’ τον ίδιο τον Οδυσσέα για χάρη των Φαιάκων,     οι μεταγενέστεροι άνθρωποι μάλλον αποπροσανατολίσθηκαν από τους παραπάνω στίχους και δεν οδήγησαν σωστά τον ήρωα σπίτι του. Αν ο Όμηρος ήξερε, πως οι στίχοι του θα παρερμηνεύονταν από τόσους πολλούς, ίσως τότε να είχε γράψει διαφορετικά το συγκεκριμένο τμήμα του έπους, εφόσον βέβαια θα ήθελε κι εμείς να βρούμε το δρόμο μας προς την Ιθάκη.      Ας δούμε όμως τώρα πιο καλά, αυτήν την περίφημη περιγραφή που θα πρέπει να βοηθάει στην ερευνά μας, παρά να μας μπερδεύει, έχοντας φυσικά πάντα αμέριστη εμπιστοσύνη στον σοφό ποιητή. Θα το επιχειρήσουμε αυτό, εξετάζοντας και ερμηνεύοντας τον κάθε επίμαχο στίχο ξεχωριστά, αλλά χωρίς να απομονώνουμε και να αποκλείουμε το συγκεκριμένο τμήμα των στίχων, από την όλη πλοκή του έπους στο οποίο ανήκει. 1) « ἐν  δ’ ὄρος αὐτῇ , Νήριτον εἰνοσίφυλλον ἀριπρεπές »        [ι 22] « Υπάρχει σ’ αυτήν(τη νήσο Ιθάκη) ένα βουνό, που ονομάζεται Νήριτο, είναι δεντρωμένο και επιβλητικά ψηλό. »      Αυτό το ψηλό βουνό, που περιγράφεται ειδικά στο νησί της Ιθάκης, δε θα μπορούσε να είναι άλλο απ’ το όρος Αίνος της Κεφαλλονιάς, το οποίο ξεχωρίζει τόσο για το ύψος του, με μέγιστο τα 1.648 μέτρα, όσο και για το μήκος του, που καλύπτει σχεδόν ολάκερο το μεγάλο αυτό νησί. Πουθενά αλλού στο Ιόνιο, δεν υπάρχει κάποιος αντίστοιχος ορεινός όγκος και μόνο οι Κεφαλλονίτες με τον δικό τους μεγαλοπρεπές Αίνο, μπορούν να καυχιόνται για το επιβλητικό και κατάφυτο από έλατα βουνό τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι, απ’ όλα τα σημεία αναγνωρίσεως που υποδεικνύει ο Οδυσσέας στους Φαίακες, αυτό που τελικά τους κατεύθυνε στην Ιθάκη, ήταν το όρος Νήριτο. Κοντά σ’ αυτό τον αποβίβασαν, στον κόλπο Φορκύνα, απ’ όπου ήταν ορατό το συγκεκριμένο όρος. Άρα, το Νήριτο θα πρέπει να είναι ένα πασίγνωστο και εμφανέστατο βουνό, σαν τον εντυπωσιακό Αίνο, που το ιδιόμορφο μέγεθός του, του έχει χαρίσει διεθνώς μια τέτοια φήμη. Ο Άγγλος περιηγητής Goodisson μάλιστα, θεωρεί πως μόνο ο Όλυμπος είναι υψηλότερός του! (Crusios Turcograecia, σελ.438) Με αυτήν την εισαγωγή στην περιγραφή της Ιθάκης, με πρώτη αναφορά στο χαρακτηριστικότερο όρος του δυτικού πελάγους, καταλήγουμε στο συμπέρασμα, πως ο αφηγητής μας οδηγεί κατευθείαν στο νησί της Κεφαλλονίας. 2) « ἀμφί δέ νῆσοι πολλαί ναιετάουσι μάλα σχεδόν ἀλλήλῃσι,   [ι 23]              Δουλίχιόν τε Σάμη τε καί ὑλήεσσα Ζάκυνθος. »        [ι 24] « απ’ τη μία και απ’ την άλλη πλευρά της πολλά νησιά βρίσκονται σχεδόν δίπλα της, το Δουλίχιο με τη Σάμη και η δασωμένη Ζάκυνθος. »

     Σύμφωνα μ’ αυτούς τους στίχους, το νησί της Ιθάκης, είναι ανάμεσα σε άλλα πολύ κοντινά νησιά. Το Δουλίχιο και την Σάμη, ως ένα επιμέρους τμήμα, αλλά και ξέχωρα την Ζάκυνθο. Η ακριβής σειρά που αναφέρονται αυτά, είναι χρήσιμο να την προσέξουμε ιδιαιτέρως. Καθώς κινούμαστε από βορρά προς νότο, με κέντρο τον Αίνο και την Κεφαλλονία, έχουμε στο χάρτη εκατέρωθεν (ἀμφί), την Λευκάδα (Δουλίχιο) με τη σημερινή Ιθάκη (Σάμη), μαζί από πάνω, ενώ η Ζάκυνθος είναι μόνη της από κάτω. Ανάμεσα σ’ αυτά τα νησιά, το κεντρικό και το ίδιο κοντά σε όλα, είναι μονάχα το νησί της Κεφαλλονιάς, κι αυτή είναι η πραγματική ομηρική Ιθάκη.

3) « αὐτη δέ χθαμαλή πανυπερτάτη εἰν ἁλί κεῖται πρός ζόφον   [ι 25]

αἱ δέ τ’ ἄνευθε προς ἠῶ τ’ ἡέλιόν τε, »                          [ι 26]      Όλοι μέχρι τώρα, όταν μετέφραζαν αυτούς τους δύο στίχους, πίστευαν πως ο ποιητής λέει, ότι η Ιθάκη βρίσκεται δυτικά (πρός ζόφον), σε σχέση με τα προαναφερθέντα νησιά Δουλίχιο, Σάμη και Ζάκυνθο. Η τελεία όμως μετά το στίχο ι 24, διαχωρίζει το τμήμα που εξετάζουμε τώρα, απ’ το προηγούμενο όπου παρουσιάστηκαν όλα αυτά, τα γειτονικά στην Ιθάκη νησιά. Η αλήθεια είναι πως ξεκινώντας από το στίχο ι 25 και μετά, ο αφηγητής παύει πλέον να βλέπει την Ιθάκη ως ξεχωριστή νήσο και την ονομασία της, την αντιστοιχεί με τη διευρυμένη έννοια του βασιλείου της Ιθάκης. Αυτό συμπεραίνεται και όταν λέει ξανά, ότι βρίσκεται μέσα στη θάλασσα (εἰν ἁλί). Εννοεί δηλαδή, ότι είναι ένα νησιωτικό βασίλειο. Δεν είχε ανάγκη αλλιώς να αναφέρει πως είναι μέσα στη θάλασσα, αφού από πριν είχε ξεκαθαρίσει, ότι η Ιθάκη με το γνωστό όρος Νήριτο, είναι από μόνη της ένα ευδιάκριτο (εὐδείελον) νησί.       Το «αὐτή δέ» επομένως, με το οποίο αρχίζουν οι παρερμηνευμένοι στίχοι, αναφέρεται στον ευρύτερο χώρο, στο βασίλειο, που λόγω της τοποθέτησης του διοικητικού του κέντρου στη νήσο Ιθάκη, έχει επικρατήσει αυτό ως το όνομα του κράτους, όπου ανήκουν και τα άλλα γειτονικά νησιά. Γι’αυτό κι ο Οδυσσέας στη συνέχεια, στους ακόλουθους δύο στίχους (ι 27-28), επαινεί τα γενικά χαρακτηριστικά ολόκληρης της λεβεντογένας χώρας του, ως σωστός ηγεμόνας κράτους. Άρα, θα πρέπει να ερμηνεύσουμε τα λόγια του, βλέποντας την Ιθάκη ως συνολικό κράτος κι ως ένα σύμπλεγμα των τεσσάρων προαναφερθέντων νήσων. Έτσι το «αἱ δέ τ’ἄναυθε» παρακάτω,ουδεμία σχέση έχει με το Δουλίχιο,τη Σάμη και τη Ζάκυνθο. Διαφορετικά, η ύπαρξη μιας αναφοράς στα επιμέρους μόνο νησιά στο στίχο ι26, θα προκαλούσε σύγχυση απ’ την ανακολουθία      και παλινδρόμηση στη ροή του λόγου, καθώς απ’ την περιγραφή των χαρακτηριστικών της μιας νήσου (της Ιθάκης) στο ι25, θα μεταπηδούσε στη συνέχεια στις υπόλοιπες, που είχε αναφέρει και  πιο πριν στο ι24, για να επιστρέψει πάλι μετά στην πρώτη (την Ιθάκη),στο ι27. Με τη δική μας όμως εξήγηση του αρχαίου κειμένου, που θα ολοκληρωθεί παρακάτω, το ποίημα αποκτά πλήρη συνοχή και σωστή νοηματική αλληλουχία, ενώ οι επίμαχοι στίχοι, δεν χρειάζονται καμιά δολοφονική διόρθωση, όπως πρότειναν αρκετοί ειδικοί μελετητές.Μια τέτοια καταστροφική επέμβαση που επιχειρήθηκε κατά καιρούς, στηρίχθηκε σ’ αυτήν τη λανθασμένη μετάφραση,όπου το«αἱ δέ τ’ἄναυθε» αποδίδεται στα υπόλοιπα νησιά που «ναιετάουσι»κοντά στην Ιθάκη. Η σύγχυση όμως και η αναταραγμένη διάταξη του λόγου, δεν αρμόζουν σε ένα πρακτικό μυαλό του επιπέδου και της οξυδέρκειας του Ομήρου, που αφήνει κατά μέρος τα πολύπλοκα φιλολογικά τεχνάσματα και χρησιμοποιεί απλά, λογικά και καλλιτεχνικά μέσα, για να εκφραστεί και να περιγράψει το περιβάλλον του.      Είναι γεγονός επίσης, ότι για τον προσανατολισμό των Φαιάκων, ο Οδυσσέας δεν ήταν απαραίτητο να τοποθετήσει στο γεωγραφικό χώρο, ειδικά το νησί της Ιθάκης, σε αντιπαραβολή μάλιστα, με τα υπόλοιπα νησιά του βασιλείου του. Αυτό, δε θα σήμαινε τίποτα για τους ναυτικούς που είχαν σκοπό να τον πάνε στον προορισμό του και δε θα έδειχνε τη θέση της χώρας του, με βάση τα σημεία του ορίζοντα, στη γνωστή επικράτεια της γης. Επιπροσθέτως, ο Οδυσσέας θα έκανε κατάχρηση της ευσπλαχνίας τους, αν αντί να τους πει που είναι το βασίλειό του, τους έλεγε το που είναι ακριβώς η πόλη και το παλάτι του, ώστε να τον πάνε κατευθείαν σπίτι του. Θα ήταν αρκετό για αυτόν, οι καλοπροαίρετοι Φαίακες, να τον οδηγήσουν σε ένα οποιοδήποτε νησί από αυτά που εξουσίαζε, αφού μετά, με τη βοήθεια κάποιου υπηκόου του, θα μπορούσε άνετα να πάει μέχρι την κοντινή πόλη της Ιθάκης, όπου διέμενε. Η αναφορά λοιπόν, στα υπόλοιπα δικά του νησιά, δεν χρειαζόταν πραγματικά για να εντοπιστεί ακριβώς το νησί της Ιθάκης, που έτσι κι αλλιώς είναι ανάμεσά τους, καθώς αυτά τα τρία είναι τριγύρω (ἀμφί), αλλά γίνεται για να δοθεί συνοπτικά η έκταση της χώρας που είναι υπό τον έλεγχό του και στο στίχο ι24 σταματάει να ασχολείται ξεχωριστά μ’ αυτά. Άρα, η περιγραφή στους στίχους ι25-26, ανταποκρίνεται στο γεωγραφικό προσανατολισμό, ολόκληρης της περιοχής που κυβερνούσε ο Οδυσσέας, δηλαδή του νησιωτικού κράτους της Ιθάκης.          Μετά απ’ αυτές τις απαραίτητες διευκρινήσεις, μπορούμε πια ορθότερα να μεταφράσουμε το ομηρικό κείμενο, βλέποντας από εδώ και πέρα τα νησιά του βασιλείου ως σύνολο και σα να μη ξέρουμε ακριβώς που είναι, βάζοντας κάποιον να μας καθοδηγήσει μέχρι εκεί, με την πιο ασφαλή μέθοδο. Με τα σημεία του ορίζοντα. Αυτό ακριβώς που κάνει κι ο Οδυσσέας προς τους Φαίακες, ελπίζοντας να τον πάνε επιτέλους στην πατρίδα του.      Είναι λοιπόν αυτή, η επικράτεια της Ιθάκης, «χθαμαλή»(χθών-μαλή)= μικρή σχετικά σε έκταση εδαφών, όπως είναι συνήθως τα νησιωτικά κράτη, «πανυπερτάτη»= πολύ απομακρυσμένη και «πρός ζόφον», δηλαδή δυτικά. Σε σχέση όμως με τι, είναι μακριά προς τα δυτικά; Βασικός κανόνας της τοπογραφίας είναι, πως για να προσανατολιστείς και να δώσεις μια σωστή κατεύθυνση, πρέπει να γνωρίζεις αρχικά το που βρίσκεσαι. Το ΄΄σημείο στάσεως΄΄ δηλαδή. Αν όχι αυτό, θα πρέπει τουλάχιστον, να έχεις κάποιο άλλο γνωστό σημείο αναφοράς ή όπως λέγεται ΄΄σημείο συσχετίσεως΄΄. Στην περίπτωσή μας μάλλον, ο Οδυσσέας δεν χρησιμοποιεί τη θέση του, τη θεϊκή χώρα των Φαιάκων στην οποία βρίσκεται ναυαγός, ως σημείο στάσεως, για τον προσανατολισμό των ακροατών του. Εξάλλου, πολλοί πιστεύουν πως αυτή, το νησί Σχερία, είναι μια φτιαχτή, φανταστική χώρα και όχι η Κέρκυρα, όπως έχει επικρατήσει. Παρόλα αυτά, ακόμη κι αν η Κέρκυρα αντιστοιχεί πράγματι στην ομηρική Σχερία, σίγουρα αυτή δεν αποτελεί το σημείο αναφοράς του προσανατολισμού, αφού αυτός έτσι είναι εντελώς λανθασμένος, σε σχέση με τα γεωγραφικά δεδομένα του Ιονίου πελάγους. Η νήσος Κέρκυρα είναι αταίριαστη, με την κατεύθυνση που δίδεται προς τη χώρα της Ιθάκης. Δεν μπορεί η Ιθάκη να είναι απλώς δυτικά της Κέρκυρας, αφού η Κέρκυρα είναι αυτή που βρίσκεται, όχι μόνο μακριά και βόρεια, αλλά και κάπως δυτικότερα στο Ιόνιο.     Άρα λοιπόν, ο έξυπνος Οδυσσέας, ως έμπειρος ναυτικός και πρακτικός τοπογράφος, σίγουρα χρησιμοποιεί κάποιο άλλο, γνωστό σε όλους τους ακροατές του, σημείο αναφοράς. Ποιο όμως είναι αυτό, που είναι και τόσο αυτονόητο, ώστε να μη χρειάζεται καν να το κατονομάσει;      Και δεν απαιτείται να το κατονομάσει, όχι μόνο γιατί είναι ευνόητο, αλλά και επειδή ήδη έχει αναφερθεί το γεωγραφικό σημείο με το οποίο συσχετίζεται η Ιθάκη, στους στίχους απ’ όπου ξεκινάει η σκηνή που θα εξελιχθεί στην αποκάλυψη της ταυτότητας του Οδυσσέα. Όταν ο αοιδός των Φαιάκων, ο Δημόδοκος, τραγουδά για τις τραγικές επιπτώσεις του Τρωικού πολέμου στους νικητές, ήτοι σε όλους τους Αχαιούς (θ 490). Το λογικό και αναμενόμενο για την εποχή των Αχαιών, ήταν τα πάντα να περιστρέφονταν γύρω απ’ το κέντρο της επικράτειάς τους. Τον κυρίως κορμό της ηπειρωτικής Ελλάδας δηλαδή και ειδικότερα την Πελοπόννησο. Εκεί είχαν την έδρα τους σπουδαία βασίλεια, όπως της Θήβας, της Αθήνας, της Σπάρτης, της Πύλου και άλλα, μέχρι και το σημαντικότερο απ’ όλα τα κράτη, το βασίλειο της Αργολίδας. Ο ποιητικός στίχος « αἱ δέ τ’ ἄνευθε προς ἠῶ τ’ ἡέλιόν τε », αυτά ακριβώς τα πασίγνωστα κράτη εκφράζει και μπορεί πλέον να μεταφραστεί πιο σωστά, ως εξής: «τα άλλα (κράτη-βασίλεια), είναι στα ανατολικά και βλέπουν τον ήλιο»         Έτσι δικαιολογείται, η θέση του βασιλείου της Ιθάκης να είναι «πρός ζόφον», στο δυτικό πέλαγος της Ελλάδας, σε σχέση με την κυρίως χώρα όπου είχαν εγκατασταθεί τα υπόλοιπα μυκηναϊκά βασίλεια. Με όλα αυτά, τα οποία συγκρίνεται η φτωχική πατρίδα του Οδυσσέα, μετά το στίχο ι25.      Η ίδια λογική χρήση του επίκεντρου της χώρας των Αχαιών,ως σημείο συσχετίσεως για τη γεωγραφική τοποθέτηση άλλων τόπων, βλέπουμε να εφαρμόζεται και σ’ένα διαφορετικό επεισόδιο της Οδύσσειας.Όταν η θεά Αθηνά μεταμορφωμένη σε νεαρό αγόρι, λέει στον Οδυσσέα, ότι η δόξα της Ιθάκης έφτασε μέχρι την Τροία, που’ναι μακριά απ’τη γη των Αχαιών. « τῷ τοι, ξεῖν’, Ἰθάκης γε καί ἐς Τροίην ὄνομ’ ἵκει, τήν περ τηλοῦ φασίν Ἀχαιΐδος ἔμμεναι αἴης. » « Γι’ αὐτό τῆς Ἰθάκης τ’ ὄνομα ἔφτασε, ξένε, καί στήν Τροία, ὅσο κι ἄν ἀπέχει ἀπ’ τήν Ἀχαιίδα, ὅπως λένε. » ( ν 248-249)      Πάλι η γενική χωροθέτηση, ο τοπικός προσδιορισμός της (μακρινής;) Τροίας στη συγκεκριμένη περίπτωση, γίνεται σε σχέση με τη μυκηναϊκή Ελλάδα. Κάτι που πολύ απλά θα έκανε κάθε Αχαιός, για οποιοδήποτε ζητούμενο μέρος του γνωστού τότε κόσμου. Το κέντρο του και το μέτρο σύγκρισης, θα ήταν πάντα τα σπουδαιότερα κράτη της Ελλάδας των Αχαιών και ειδικά η ευρύτερη περιοχή του Άργους, στην Πελοπόννησο. Οι Έλληνες εξάλλου ως γνωστόν, ήταν ανέκαθεν γεωμέτρες και κάθε επιμέρους θέση του κόσμου τους, την προσδιόριζαν ξεκινώντας από ένα σταθερό κέντρο και πάντα σε σχέση μ’ αυτό.      Με τα σημερινά δεδομένα, θα μπορούσαμε να φανταστούμε τον πρόεδρο της Ελλάδας, να βρίσκεται στην Ουάσιγκτον και καθώς συζητιούνται τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ευρώπη (όπως αντίστοιχα έκαναν οι Φαίακες με τον Αλκίνοο για τα δεινά των Αχαιών), ενώπιον του προέδρου των ΗΠΑ, να δηλώνει τον τόπο του, με την παραδοχή, ότι ονομάζεται Ελλάς όχι μόνο το κράτος, αλλά και η πρωτεύουσα της χώρας, με το εδαφικό διαμέρισμα όπου αυτή βρίσκεται (η Στερεά Ελλάδα). Αντίστοιχα ο Έλληνας ηγέτης, (πάντα με ποιητικό ύφος) θα έλεγε: «Έρχομαι από την ολόφωτη Ελλάδα (την τοποθεσία), όπου βρίσκεται ο περίφημος Παρθενώνας (το σύμβολο της χώρας και το αντίστοιχο του Νήριτου), ενώ ολόγυρά της εκτείνονται πολλές περιοχές, η Πελοπόννησος, η Θεσσαλία, η Ήπειρος, η Μακεδονία με τη Θράκη, τα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου. Αυτή (η περιγραφείσα χώρα), μικρή και απόμακρη, βρίσκεται στο νότο και βρέχεται παντού από θάλασσα, ενώ όλα τα άλλα (κράτη της Ευρώπης) είναι στο κρύο βορρά. Μπορεί να είναι ορεινή και φτωχική, αλλά είναι γενέτειρα σπουδαίων ανθρώπων και ανδρείων παλικαριών και δεν έχω συναντήσει άλλον τόπο τόσο όμορφο όσο η πατρίδα μου».      Στηριζόμενοι στα παραπάνω διαφωτιστικά συμπεράσματα, μπορούμε να μεταφράσουμε ευκρινέστερα το χαρακτηρισμό «πανυπερτάτη», που δίδεται στο βασίλειο της Ιθάκης. Αυτή λοιπόν,βρίσκεται εντελώς μακριά, είναι η πιο απομακρυσμένη προς τα δυτικά «πρός ζόφον», από το κέντρο της μυκηναϊκής χώρας. Είναι δηλαδή, στο τέλος της γης που κατείχαν και ήξεραν καλά οι Αχαιοί. Η θέση της στη θάλασσα «εἰν ἁλί», την κάνει ακόμα πιο δυσπρόσιτη και πιο μακρινή για αυτούς.Τόσο περίπου,όσο και την Τροία, που για τα δεδομένα της εποχής, απείχε πράγματι πάρα πολύ από την ηπειρωτική Ελλάδα, κι ας τους χώριζε μόνο το Αιγαίο πέλαγος. Αυτό όμως,η εκτίμηση αποστάσεων απ’τους Αχαιούς, είναι ένα ιδιαίτερο θέμα που θα μας απασχολήσει αργότερα, στο τέλος αυτής της έρευνας.     Είδαμε επομένως, πως έχουμε μια πλήρη πιστοποίηση των στίχων που έγραψε ο Όμηρος, όσον αφορά στο νησιωτικό βασίλειο της Ιθάκης στη δυτική Ελλάδα, το οποίο φαίνεται ξεκάθαρα, πως είχε την έδρα του στο νησί της Κεφαλλονιάς. Καμιά αμφισβήτηση της αλήθειας, της τέχνης και της σοφίας του ποιητή, δεν ευσταθεί πια. Δεν είναι αυτός, που δεν καταφέρνει να μας περιγράψει σωστά τα γεγονότα, αλλά όπως αποδεικνύεται τελικά, εμείς ήμασταν μέχρι σήμερα, αυτοί που απ’ την ανικανότητά μας, δεν μπορούσαμε να τον κατανοήσουμε και τον υποβιβάζαμε. Η ασάφεια του κειμένου, δεν οφείλεται στις αντιφάσεις ή στην αμέλεια του δημιουργού, παρά στην ανεπιτυχή αποκρυπτογράφησή του και στην αδυναμία σύλληψης των νοημάτων του, απ’ όσους καταπιάστηκαν μ’ αυτό το εγχείρημα. Δεν είναι ο Όμηρος που χρειάζεται διόρθωση, αλλά όλοι εμείς περισσότερο γνώση.

Πηγή: porosnews.blogspot.com

ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0