Αριστόβουλος Μάνεσης

vficyyb5 Ο ήταν διαπρεπής έλληνας νομικός, πρόεδρος της Ένωσης Συνταγματολόγων (1982-1988), αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για τα δικαιώματα του Ανθρώπου και μέλος του Ανωτάτου Ειδικού δικαστηρίου (1987,1988). Γεννήθηκε στο Αργοστόλι, το 1922 και πέθανε στην Αθήνα, στις 2 Αυγούστου του 2000). Ο κατά τη διάρκεια της δικτατορίας εντάχθηκε στην οργάνωση «Δημοκρατική Άμυνα», στη Θεσσαλονίκη. Για το λόγο αυτό διώχθηκε από το πανεπιστήμιο το 1968 και εκτοπίστηκε στο Λιδορίκι. Στη συνέχεια αυτοεξορίστηκε στην Γαλλία (1970-1974) όπου δίδαξε Δημόσιο Δίκαιο στο Πανεπιστήμιο της Αμιένης. Το 1981, το ίδιο πανεπιστήμιο θα τον αναγορεύσει σε επίτιμο διδάκτορα. Δίδαξε επίσης, στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, στη Νομική Σχολή Αθηνών και στην Ανωτάτη Σχολή Πολέμου.  

Το τελευταίο μάθημα επί δικτατορίας – 1968 (λίγο πριν τον συλλάβουν)

Ψίθυροι κυκλοφορούν απειλητικά, τις τελευταίες αυτές μέρες, για επικείμενες «εκκαθαρίσεις» στο Πανεπιστήμιο. Το γεγονός ότι μεταξύ των ονομάτων των υπό απόλυση καθηγητών αναφέρεται και το δικό μου – και αυτό δεν το θεωρώ διόλου περίεργο – μου παρέχει το δικαίωμα και μου επιβάλλει το καθήκον να σας καταστήσω, σήμερα που βρίσκομαι ακόμη κοντά σας, κοινωνούς ορισμένων σκέψεών μου που ίσως δεν θα μπορώ να σας τις πω αύριο [ … ]
Θα μιλήσω χωρίς περιστροφές για την ηθικοπολιτική πλευρά του ζητήματος. Κάτω από τις συνθήκες που ζούμε η σιωπή δεν είναι «χρυσός»· είναι «λίβανος και σμύρνα». Διότι η σιωπή μπορεί να ερμηνευθεί σαν αποδοχή ή συναίνεση: «ο σιωπών δοκεί συναινείν», qui tacet consentire videtur (όπoιoς σιωπά φαίνεται ότι συναινεί), κατά το ρωμαϊκό δίκαιο. Δεν έχω λοιπόν το δικαίωμα να σιωπήσω, αφού σωπαίνοντας θα εμφανιζόμουν ως αποδεχόμενος ή ανεχόμενος τα όσα γίνονται. Υπάρχουν στη ζωή, την ατομική και την κοινωνική, στιγμές που πρέπει κανείς να πει το μεγάλο «ναι» ή το μεγάλο «όχι».
Σε τέτοιες στιγμές, σαν τις τωρινές, το ουσιώδες είναι, πιστέψτε με, να προστατεύσει κανείς τον εαυτό του, όχι από τη δίωξη, αλλά από τον εξευτελισμό. Να περισώσει την αξιοπρέπειά του ως ανθρώπου, ως πολίτη, ως επιστήμονα. Και έτσι να περιφρουρήσει, επίσης, το κύρος της πανεπιστημιακής έδρας που έχει την τιμή να κατέχει, η οποία, ως έδρα της πολιτικής ελευθερίας, είναι φυσικό, εφόσον βρίσκεται στο ύψος της, να δέρνεται από τις πολιτικές καταιγίδες …
Φαίνεται ότι ήδη έφτασε η ώρα να εφαρμοσθούν οι υποθήκες που έχουν εξαγγελθεί. Σε ό,τι με αφορά, το ξαναδηλώνω: όσο θα μπορώ να διδάσκω το μάθημα του Συνταγματικού Δικαίου, θα το διδάσκω σαν μάθημα της πολιτικής ελευθερίας. Αν δε το αποψινό μου μάθημα συμβεί να είναι το τελευταίο, θα ήθελα να σας παρακαλέσω να κρατήσετε από τη διδασκαλία μου την ουσία της: τη σημασία της πολιτικής ελευθερίας, ως ιστορικής κατακτήσεως για την παραπέρα εξέλιξη του κοινωνικού βίου και ως προϋποθέσεως για τη γενικότερη απελευθέρωση και καταξίωση του ανθρώπου. Και επειδή θεωρία και πράξη είναι αλληλένδετες, το ουσιώδες είναι να μείνει κανείς ελεύθερος, όρθιος και αλύγιστος απέναντι στους καταναγκαστικούς και ιδεολογικούς μηχανισμούς των κρατούντων.
Μην επιτρέψετε να σας εξανδραποδίσουν. Διατηρήστε, μέσα στους ζοφερούς και άρρωστους καιρούς, άγρυπνη και ανυπόταχτη τη σκέψη σας, περιφρουρήστε την άγια υγεία και ρωμαλεότητα της ψυχής σας, κρατήστε στητό και αγέρωχο το ωραίο ανάστημά σας. Και αν η Εξουσία, που την συμφέρει να έχει παθητικούς και πολιτικά αδιάφορους υπηκόους, σας πει ότι, έτσι κάνοντας, δεν είστε φρόνιμοι και νομοταγείς πολίτες, αποδείξτε της ότι καλός πολίτης είναι μόνον ο ελεύθερος πολίτης, ο συνειδητός, ενεργός και υπεύθυνος πολίτης. Και θυμίστε της ότι ο Περικλής είχε πει στον «Επιτάφιο»: όποιος αδιαφορεί για τα πολιτικά πράγματα του τόπου του είναι, όχι Φιλήσυχος, αλλ’ άχρηστος, «αχρείος» πολίτης. Και μη ξεχνάτε, στις σημερινές δύσκολες για την Πατρίδα μας και το Λαό μας περιστάσεις, τα λόγια του ποιητή – και θέλω μ’ αυτά να σας αποχαιρετήσω:
«Όσοι το χάλκεον χέρι // βαρύ του φόβου αισθάνονται, // ζυγόν δουλείας ας
έχωσι· // Θέλει αρετήν και τόλμην η Ελευθερία».  

Η επικαιρότητα του λόγου του Αριστόβουλου Μάνεση

Του Νικου Κ. Αλιβιζατου* (από την Καθημερινή) Συμπληρώνονται αυτές τις μέρες δέκα χρόνια από τον θάνατο του Αριστόβουλου Μάνεση, το καλοκαίρι του 2000. Ηταν ο διαπρεπέστερος Ελληνας συνταγματολόγος της γενιάς του, ο οποίος σημάδεψε με το έργο, τη διδασκαλία και τον δημόσιο λόγο του τρεις, τουλάχιστον, γενιές νομικών της μεταπολεμικής περιόδου. Για τη συμβολή του Αρ. Μάνεση στην επιστήμη του Συνταγματικού Δικαίου σε καιρούς χαλεπούς, αλλά και πιο πρόσφατα, έχουν γραφεί πολλά. Ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ανατρέξει επωφελώς στους δύο συγκεντρωτικούς τόμους με τις μελέτες του (Συνταγματική θεωρία και πράξη, τ. Α΄, Θεσσαλονίκη, 1980, τ. Β΄, Αθήνα, 2007) και, προπάντων, στον πρώτο από τους τρεις τόμους του Χαρμόσυνου, που εξέδωσαν προς τιμήν του οι μαθητές του, το 1994. Σε αυτόν δημοσιεύονται 27 μελέτες για το έργο του, παρουσιασμένες όλες ενώπιόν του, σε συμπόσιο που του αφιέρωσε ο Τομέας Δημόσιου Δικαίου του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τον Μάιο του 1991. Σε αυτή την εκδήλωση, χωρίς προηγούμενο για εν ζωή επιστήμονα, δάσκαλος, ομότεχνοι και μαθητές (προερχόμενοι απ’ όλο το πολιτικό και ιδεολογικό φάσμα!) δεν συζήτησαν απλώς επί ώρες, αλλά «αντιπαρατέθηκαν» πάνω σε ένα πολυσχιδές έργο, που ξεπερνούσε κατά πολύ το στενό αντικείμενο του κλάδου που υπηρετούσε ο τιμώμενος. Η μοναδική ζεστασιά με την οποία συμπεριφερόταν στους μαθητές του, ήταν το βασικότερο χαρακτηριστικό του Μάνεση ως δασκάλου. Γιατί, χωρίς την παραμικρή επιτήδευση, είχε καταφέρει να αντιστρέψει τον κανόνα: τους μεν ισχυρούς τους αντιμετώπιζε «αφ’ υψηλού», τους δε ανίσχυρους με ταπεινοφροσύνη. Κάτι που βέβαια, ενώ προκαλούσε τη δυσπιστία των πρώτων, του χάριζε το πιο πολύτιμο δώρο: την εμπιστοσύνη των δεύτερων. Χάρη σ’ αυτή την εμπιστοσύνη, ο Αρ. Μάνεσης απολαμβάνει μετά θάνατον ένα σπάνιο προνόμιο: οι μαθητές του συγκρότησαν επιστημονική εταιρεία που φέρει το όνομά του όχι μόνο για την προβολή του έργου του, αλλά και για την καλλιέργεια ενός «ζωντανού» Συνταγματικού Δικαίου (http://ma-nesis.blogspot.com/). Ποιο είναι όμως αυτό το «ζωντανό» δίκαιο, για το οποίο ο Μάνεσης πάσχισε ως επιστήμονας και ως συνειδητός πολίτης; Δεν είναι βέβαια μόνο το σύνολο των εν ισχύι κανόνων δικαίου. Πέρα από αυτούς, αντικείμενο της μελέτης του είναι και το πώς οι κανόνες αυτοί παράγονται και πώς, μετά, εφαρμόζονται. Ακολουθώντας στο σημείο αυτό τον Αλέξανδρο Σβώλο –δάσκαλο και πολιτικό μέντορά του– ο Μάνεσης πίστευε ότι μόνον έτσι ο νομικός, είτε θεωρητικός του δικαίου είναι αυτός είτε νομικός της πράξης (δικηγόρος ή δικαστής), μπορεί να εντοπίσει τους κρυφούς «χυμούς» κάθε νόμου, τις αντινομίες και τα κενά του και, ακολούθως, να προσδιορίσει το αληθινό νόημά του. Γιατί παρ’ ό,τι αντανακλούν τον συσχετισμό δυνάμεων που ίσχυε όταν αυτοί θεσπίσθηκαν, οι κανόνες δικαίου –προπάντων οι συνταγματικοί– δεν είναι άθυρμα των κρατούντων: απολαμβάνουν σχετικής αυτονομίας και διέπονται από τη δική τους λογική, η οποία δεν συμπίπτει απαραιτήτως με τις προθέσεις των συντακτών τους. Αυτήν τη λογική οφείλει να αναδείξει ο καλός νομικός για να πείσει. Από την άλλη, χρέος του νομικού, κατά τον Μάνεση, είναι να καταπιάνεται και με τα ζέοντα ζητήματα του καιρού του. Τέτοια, πριν από το 1967 ήταν τα «βασικά» της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, στο έλλειμμα των οποίων αφιέρωσε μερικά από τα καλύτερα γραπτά του. Μετά το 1974, ήταν η ισονομία ανδρών και γυναικών, η σεξουαλική ελευθερία και τα δικαιώματα του παιδιού, θέματα δηλαδή που ο ακαδημαϊκός καθωσπρεπισμός απέφευγε επί μακρόν να αγγίξει. Κλείνοντας, δεν αντέχω στον πειρασμό να μην αναφερθώ στις απόψεις του Μάνεση για το θέμα των ημερών, δηλαδή το «κοινωνικό κεκτημένο» και το περιορίσιμο των κοινωνικών δικαιωμάτων. Προλογίζοντας, το 1995, έναν συλλογικό τόμο του Ιδρύματος Μαραγκοπούλου, ο Μάνεσης επαναλάμβανε τις επιφυλάξεις του για τη χρήση του όρου «κοινωνικό κράτος». Απόδοση του γερμανικού Sozialstaat, ο όρος αυτός δεν του άρεσε, γιατί «καλλιεργεί την εντύπωση μιας ενότητας κράτους και κοινωνίας», ανύπαρκτης τουλάχιστον στις μέρες μας. Και γιατί ως αρχή προσδίδει έναν «λειτουργικό» χαρακτήρα στα κλασικά ατομικά δικαιώματα επηρεάζοντας αρνητικά την εφαρμογή τους. Προτιμότερος λοιπόν ήταν γι’ αυτόν ο όρος «κράτος πρόνοιας» Από εκεί και πέρα, η προσοχή του νομικού έπρεπε να στραφεί προς τα επιμέρους κοινωνικά δικαιώματα, που η πραγμάτωσή τους προϋποθέτει την ψήφιση των αναγκαίων εκτελεστικών νόμων. Κανένας βέβαια δεν μπορεί να εξαναγκάσει τον νομοθέτη να ψηφίσει τέτοιους νόμους αν δεν το θέλει. Μπορεί, ωστόσο, από τη στιγμή που ψηφίσθηκαν, να εναντιωθεί στην κατάργησή τους. Εδώ ακριβώς τίθεται το ερώτημα: επιτρέπεται, αν οι συνθήκες το επιβάλλουν, μεγάλες κοινωνικές κατακτήσεις όπως το οκτάωρο, οι άδειες μετ’ αποδοχών και τα διάφορα επιδόματα, να συρρικνωθούν; Η απάντηση κατά τον Μάνεση είναι «ναι». Διότι, όπως υποστήριζε, η «ισχύς του “κοινωνικού κεκτημένου” δεν είναι απόλυτη». Το μόνο που αποκλείει το Σύνταγμα είναι η «ολοσχερής κατάργηση» ρυθμίσεων που ενεργοποιούν τα συνταγματικώς κατοχυρωμένα κοινωνικά δικαιώματα? δεν απαγορεύει τον εύλογο περιορισμό τους. Την ερμηνεία αυτή την επιβάλλει η «ελαστική κανονιστικότητα» των κοινωνικών δικαιωμάτων, όπως την αποκαλούσε, και η «επιφύλαξη του εφικτού», που διέπει την προστασία τους. Οσοι λοιπόν σήμερα επικαλούνται τον Μάνεση για να ξιφουλκήσουν εναντίον όλων αδιακρίτως των μέτρων που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογήν του περίφημου Μνημονίου, θα κάνουν καλά να ανατρέξουν στο έργο του. Ο λόγος του παραμένει επίκαιρος, διότι δεν ενδίδει σε ιδεολογικά στερεότυπα, ούτε σε πατριωτισμούς άλλων εποχών. Αν και νομικός, είναι «ζωντανός», διότι δεν επιλέγει από τη ζώσα πραγματικότητα μόνον ό,τι βολεύει το επιχείρημα, αλλά και ό,τι το διαψεύδει. Κάτι που αρκετοί νεότεροι νομικοί αρνούνται δυστυχώς να κάνουν. * Ο κ. Ν. Κ. Αλιβιζάτος είναι καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.  

na5hfw4sΣυνέντευξη στην εφημερίδα «Το Βήμα» (1998)

Πώς βλέπετε την παρούσα αναθεώρηση του Συντάγματος σε σχέση με εκείνη του 1986; «Το Σύνταγμα του 1975 είναι, ως γνωστόν, το τελειότερο από τα Συντάγματα που έχουν ισχύσει ως σήμερα στη χώρα μας. Η πρώτη αναθεώρησή του, του 1986, ήταν αιφνιδιαστική και συγκυριακή, ενώ επικεντρώθηκε στην αφαίρεση των «υπερεξουσιών» του Προέδρου της Δημοκρατίας, οι οποίες ουσιαστικά ήταν μία ­ και έπρεπε πράγματι να καταργηθεί ­, δηλαδή η δυνατότητα που είχε να παύει την κυβέρνηση, έστω και αν αυτή στηριζόταν στην εμπιστοσύνη της Βουλής. Εν τούτοις, η αποψίλωση των αρμοδιοτήτων έγινε μέχρι σημείου ώστε η νομικοπολιτική θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας να υποβαθμισθεί υπερβολικά, μολονότι σύμφωνα με ρητή διάταξη του Συντάγματος (άρθρο 30) είναι ο ρυθμιστής του πολιτεύματος. Αποτέλεσμα υπήρξε η συγκέντρωση της εξουσίας στα χέρια του αρχηγού του κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και η εγκαθίδρυση ενός πρωθυπουργοκεντρικού συστήματος, χωρίς θεσμικά αντίβαρα. Η αναθεώρηση του 1986 αποσκοπούσε κατ’ ουσίαν στο να καλύψει θεσμικά την απροσδοκήτως επιδιωχθείσα απομάκρυνση του Κωνσταντίνου Καραμανλή από το προεδρικό αξίωμα. Μολονότι υπήρχαν πολλά ζητήματα που θα μπορούσαν να είχαν ρυθμισθεί προς προοδευτική κατεύθυνση, η δε αναθεωρητική πρωτοβουλία ανήκε σε ένα σοσιαλιστικό κόμμα, αυτό δυστυχώς δεν έγινε». Η παρούσα αναθεώρηση επιλαμβάνεται αυτών των ζητημάτων; «Η διαδικασία για μια νέα αναθεώρηση είχε ξεκινήσει με πρωτοβουλία της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας της Νέας Δημοκρατίας και σταμάτησε λόγω των πρόωρων εκλογών τον Σεπτέμβριο του 1993. Η διαδικασία επαναλαμβάνεται ήδη με πρωτοβουλία της κυβέρνησης του ΠαΣοΚ. Η παρούσα αναθεώρηση χαρακτηρίστηκε πολύ σωστά "άνευρη" ­ εγώ θα έλεγα ότι είναι άχρους και άοσμη ­ και επί το ιδεολογικοπολιτικότερον αποκαλείται "συναινετική". Παρά την προσπάθεια της κυβέρνησης του κ. Σημίτη να εμφανισθεί η σημερινή κοινοβουλευτική πλειοψηφία ότι προωθεί έναν εκσυγχρονισμό των θεσμών, η αναθεώρηση αφορά ως επί το πλείστον θέματα ειδικά και δευτερεύουσας, κατά το μάλλον ή ήττον, σημασίας. Βεβαίως γίνεται προσπάθεια αποτελεσματικότερης οργάνωσης της λειτουργίας της Βουλής, η οποία θα ασκεί το νομοθετικό της έργο μέσω των διαρκών επιτροπών, γίνεται επίσης μια προσπάθεια για καλύτερη προστασία ορισμένων ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, καθώς και για τη ρύθμιση ορισμένων άλλων θεσμικών ζητημάτων που είχαν επισημανθεί στη συνταγματικοπολιτική πράξη, όπως το εκλογικό σύστημα, η ποινική ευθύνη των υπουργών, η αντικατάσταση του μη δυνάμενου να ασκήσει τα καθήκοντά του πρωθυπουργού. Ολα αυτά είναι θετικές μεν, αλλά οιονεί "εμβαλωματικές" ρυθμίσεις. Λείπουν οι ρηξικέλευθες λύσεις, όπως παραδείγματος χάριν μερικές από όσες έχει προτείνει ο κ. Βαρβιτσιώτης. Το σπουδαιότερο: η αναθεώρηση δεν αφορά δύο μείζονος σημασίας θέματα, τα οποία θα όφειλε να αντιμετωπίσει στο τέλος του αιώνα ο έλληνας συντακτικός νομοθέτης: το ζήτημα του ρυθμιστικού ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας με την επαναφορά ορισμένων αρμοδιοτήτων του που καταργήθηκαν το 1986 και το ζήτημα του χωρισμού κράτους και Εκκλησίας». Γιατί πρέπει να αποκατασταθούν οι αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας; «Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ως ρυθμιστής του πολιτεύματος κατά το Σύνταγμα έχει μια γενική αρμοδιότητα: να διαμεσολαβεί στις σχέσεις μεταξύ κυβέρνησης, Βουλής και λαού (ως εκλογικού σώματος και ως τελευταίου κριτή), ιδίως όταν αυτές διαταράσσονται, με στόχο τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας του πολιτεύματος. Εφόσον δε στην εποχή μας οι σχέσεις μεταξύ των κρατικών τούτων οργάνων διαπλέκονται μέσω των πολιτικών κομμάτων, ο ρυθμιστικός ρόλος του Προέδρου της Δημοκρατίας αποσκοπεί ειδικότερα στην εναρμόνιση των σχέσεων μεταξύ πλειοψηφίας (κυβέρνησης) και μειοψηφίας (αντιπολίτευσης), όταν το κομματικό σύστημα δεν κατορθώνει να αυτορρυθμιστεί». Εσείς όμως είχατε ασκήσει κριτική στις λεγόμενες «υπερεξουσίες» που όριζε το Σύνταγμα του 1975. Δηλαδή υπαναχωρείτε από τις παλαιότερες απόψεις σας; «Οχι! Το ζητούμενο είναι μια μέση λύση. Οι αρμοδιότητες του Προέδρου του Δημοκρατίας όπως είχαν οριστεί στο Σύνταγμα του 1975 ήταν υπερβολικές. Από το σημείο όμως αυτό μέχρι του να μην δικαιούται ο αρχηγός του κράτους να απευθύνει διάγγελμα προς τον λαό χωρίς προσυπογραφή του πρωθυπουργού ή να μην μπορεί να συγκαλεί υπό την προεδρία του σε συμβούλιο τους αρχηγούς των πολιτικών κομμάτων που εκπροσωπούνται στη Βουλή ή να μην έχει τη δυνατότητα να αναπέμπει στη Βουλή κάποιο νομοσχέδιο, η απόσταση είναι μεγάλη. Διαφορετικά η ιδιότητα του ρυθμιστή του πολιτεύματος την οποία το Σύνταγμα απονέμει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας θα ήταν κενή περιεχομένου. Ο θεσμός του Προέδρου της Δημοκρατίας δεν είναι μια αδειανή πολυθρόνα. Δεδομένου ότι πρόκειται για αιρετό αρχηγό του κράτους ο οποίος νομιμοποιείται από τη λαϊκή κυριαρχία λειτουργεί ως θεσμικό αντίβαρο, που δρα αποτρεπτικά έναντι ενδεχομένων αυθαιρεσιών της κυβερνητικής πλειοψηφίας». Εν τούτοις μεταπολιτευτικά δεν υπήρξαν περιπτώσεις κυβερνητικής αυθαιρεσίας. «Πράγματι. Η ύπαρξη όμως των αρχικών αποτρεπτικών αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας λειτούργησε δυνάμει αποτρεπτικά. Εξ ου και δεν εμφανίστηκαν ως τώρα τριβές μεταξύ κυβέρνησης και Προέδρου της Δημοκρατίας ­ στο προσκήνιο τουλάχιστον. Αξίζει άλλωστε να σημειωθεί ότι η "συγκατοίκηση" του Κωνσταντίνου Καραμανλή με τις κυβερνήσεις του ΠαΣοΚ υπήρξε άψογη ­ σύμφωνα και με τη διαβεβαίωση του τότε πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου». Ποια η άποψή σας για τον τρόπο εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας; «Δεν είναι σκόπιμη η τροποποίηση του τρόπου εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας. Πρώτα πρώτα θεωρώ τελείως ασύμφορη για την ομαλή λειτουργία του πολιτεύματος την πρόταση να εκλέγεται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας με 151 ψήφους. Αυτό θα τον καθιστούσε δέσμιο μιας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, η οποία μάλιστα, εφόσον το ισχύον εκλογικό σύστημα δεν είναι αυτό της απλής αναλογικής, ενδέχεται να εκφράζει μόλις το 40% του εκλογικού σώματος. Στην προσπάθεια να αποσυνδεθεί η διαδικασία εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας "από την απειλή" διάλυσης της Βουλής δεν είναι επιτρεπτό κατ’ ουδένα λόγο να θεωρείται στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού πολιτεύματος "απειλή" η προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία. Η προκήρυξη εκλογών σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί πλειοψηφία 180 βουλευτών κατά την τρίτη ψηφοφορία αποτελεί ευλόγως προσφυγή στη λαϊκή βούληση. Δεν νομίζω ότι έτσι παρεμποδίζεται η άσκηση του κυβερνητικού έργου ­ όπως λέγεται. Αντιθέτως, είναι ακριβώς το ενδεχόμενο προκήρυξης εκλογών που πιέζει ψυχολογικά και πολιτικά τους βουλευτές να καταλήξουν σε συμφωνία. Αν αυτή δεν επιτευχθεί, η προσφυγή στις κάλπες συνάδει προς την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Αλλη λύση που δεν θα διατάρασσε το κυβερνητικό έργο θα ήταν, αν αποβεί άκαρπη η τρίτη ψηφοφορία, να κληθεί να επιλέξει απευθείας ο λαός μεταξύ των δύο επικρατέστερων υποψηφίων, όπως δηλαδή πρότεινε ο κ. Αν. Πεπονής». Πώς αξιολογείτε την τελική πρόταση της πλειοψηφίας να συνεχίζονται οι ψηφοφορίες μέχρι επιτεύξεως πλειοψηφίας 180 βουλευτών; «Η συζητούμενη πρόταση να συνεχίζονται οι ψηφοφορίες οιονεί επ’ άπειρον παρέχει εξ αντικειμένου τη δυνατότητα πολιτικών και προσωπικών ζυμώσεων, συναλλαγών θεμιτών και αθέμιτων και παρασκηνιακών πιέσεων που ­ με δεδομένα τα ελληνικά πολιτικά ήθη ­ θα είχαν ως βέβαιο αποτέλεσμα την υποβάθμιση του δημόσιου βίου. Το παράδειγμα της Ιταλίας δεν δικαιολογεί αισιοδοξία». Ποια είναι η γνώμη σας για το θέμα του χωρισμού Εκκλησίας και κράτους; «Πρόκειται για παλαιό θέμα, το οποίο ετέθη και πάλι προσφάτως με αφορμή την εκλογή του νέου Αρχιεπισκόπου. Τον Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο τον γνωρίζω και τον εκτιμώ ιδιαιτέρως, γι’ αυτό και τον συνεχάρην τηλεγραφικώς μετά την εκλογή του. Πρόκειται για προσωπικότητα με ευρεία μόρφωση και γενικότερη παιδεία, κάτι που δικαιολογεί την ελπίδα εκσυγχρονισμού της Εκκλησίας». Ποια είναι η προϊστορία του θέματος; «Ο χωρισμός Εκκλησίας και κράτους είχε αρχίσει να αντιμετωπίζεται ήδη κατά την ψήφιση του Συντάγματος του 1975. Αν και δεν συνετελέσθη τότε, είχε γίνει θεωρητικά αποδεκτός και δη ως επιδιωκτέα αρχή. Αξίζουν δε μνείας οι σχετικές απόψεις βουλευτών αλλά και του τότε υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, του καθηγητή Π. Ζέπου, ο οποίος δήλωσε ότι "είναι θεωρητικώς ορθότερος ο χωρισμός Εκκλησίας και πολιτείας, αλλά υπό τας παρούσας συνθήκας και λόγω της παραδόσεως που υπάρχει είναι δύσκολο να εκφύγουμε αυτή τη στιγμή από το κρατούν σύστημα"». Η τότε κυβέρνηση πώς αντιμετώπισε το ζήτημα; «Η τάση προς απεξάρτηση της Εκκλησίας από το κράτος εκδηλώθηκε και στο κυβερνητικό Σχέδιο Συντάγματος που είχε συνταχθεί ιδίως από τους Κ. Τσάτσο, Κ. Παπακωνσταντίνου και Δ. Παπασπύρου, υπό την άμεση εποπτεία του τότε πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή. Αξιοσημείωτον είναι ότι δεν υπήρχε στην προμετωπίδα του συνταγματικού κειμένου η παραδοσιακή επίκληση "στο όνομα της Αγίας, ομοουσίου και αδιαιρέτου Τριάδος" ­ επίκληση που δεν έχει άλλωστε άμεση σχέση με την Ορθοδοξία, αλλά είναι τύπος που χρησιμοποιούσαν παλαιότερα στις μεταξύ τους διεθνείς συνθήκες οι "αυλές" των μοναρχών. Επομένως η παράλειψη δεν ήταν υποτίμηση του ρόλου της Ορθοδοξίας, έστω και αν τα ελληνικά Συντάγματα μετά την Επανάσταση του 1821 μιμούνταν αυτή τη συνήθη θεία επίκληση. Επίσης δεν ήταν τυχαία η πραγματοποιηθείσα στο κυβερνητικό Σχέδιο Συντάγματος μεταφορά των περί Εκκλησίας διατάξεων από το πρώτο στο τρίτο άρθρο του κειμένου, ούτε επίσης το γεγονός ότι δεν διατηρήθηκαν οι παλαιότερες διατάξεις ότι ο αρχηγός του κράτους πρέπει να πρεσβεύει την ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία και να "προστατεύει" την επικρατούσα θρησκεία. Εξάλλου το κυβερνητικό Σχέδιο Συντάγματος δεν προέβλεπε μεταξύ των στόχων της παιδείας την ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης ­ κάτι που προστέθηκε κατόπιν, κατά τη διαδικασία ψήφισης του Συντάγματος». Τι ορίζει το άρθρο 3 του Συντάγματος του 1975; «Σύμφωνα με τη διατύπωση του άρθρου 3, "Η Ορθόδοξος Εκκλησία της Ελλάδος είναι αυτοκέφαλη και διοικείται από την Ιερά Σύνοδο των εν ενεργεία αρχιερέων και από τη Διαρκή Σύνοδο κλπ. που συγκροτείται όπως ορίζει ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας, τηρουμένων των διατάξεων του Πατριαρχικού Τόμου του Ιουνίου του έτους 1850 κλπ.". Για πρώτη φορά γίνεται στο Σύνταγμα αναφορά του Πατριαρχικού Τόμου. Οπως είχε τονίσει ο τότε Οικουμενικός Πατριάρχης Ανθιμος, με την αναφορά αυτήν αποδεικνύεται ότι το έργο της Εκκλησίας πρέπει να καταστεί "ούτως ανεξάρτητον εν τοις πνευματικοίς. Καίσαρι μεν αυτά μόνον τα του Καίσαρος απονέμουσα, Θεώ δε μόνον τα του Θεού"». Τι σημαίνει αυτό; «Σημαίνει ότι στα πνευματικά θέματα (δόγματος και λατρείας) και στα εσωτερικά ζητήματα υπάρχει αυτοδιοίκηση της Εκκλησίας. Οπως όμως στα θέματα αυτά ο Πατριαρχικός Τόμος αποκλείει την ανάμειξη της πολιτείας, ισχύει και το αντίστροφο. Αποκλείεται η ανάμειξη της Εκκλησίας σε θέματα για τα οποία μόνη αρμόδια είναι η κρατική εξουσία. Οι αρμοδιότητες της Εκκλησίας δεν εκτείνονται σε θέματα όπως, π.χ., τα θεσπιζόμενα από το κράτος ατομικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα ή η κρίση περί του γενικού, του εθνικού ή του κοινωνικού συμφέροντος ή στη δημόσια τάξη ή σε ιδιωτικούς θεσμούς όπως, π.χ., ο γάμος ή το διαζύγιο». Υπήρξαν όμως αντιρρήσεις της Εκκλησίας για ορισμένα θέματα… «Ναι, αλλά ανεπιτρέπτως, όπως όσον αφορά τον πολιτικό γάμο, το λεγόμενο αυτόματο διαζύγιο, την αποποινικοποίηση της μοιχείας, τις αμβλώσεις, την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες, την καύση των νεκρών, τη Συνθήκη του Σένγκεν. Ακόμη και τις προγαμιαίες σχέσεις απαγορεύει η Εκκλησία, παραβλέποντας ότι αποτελούν τον κανόνα στη σημερινή κοινωνία. Μήπως αν ήταν συνεπής θα έπρεπε να ζητεί "πιστοποιητικά παρθενίας" (!) για την τέλεση θρησκευτικού γάμου; Πάντως όλα αυτά δεν είναι επιτρεπτό να χαρακτηρίζονται ότι σκανδαλίζουν δήθεν τους πιστούς (ποιους και πόσους;), προσάπτοντας έτσι στο κράτος συμπεριφορά ηθικώς απαράδεκτη». Το άρθρο 3 του Συντάγματος δεν δικαιολογεί αυτές τις παρεμβάσεις; «Αξίζει να σημειωθεί ότι το άρθρο 3 υπόκειται σε αναθεώρηση. Αλλες όμως διατάξεις του Συντάγματος, όπως η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης, ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου, η ανάπτυξη της προσωπικότητας, δεν υπόκεινται σε αναθεώρηση. Συνεπώς είναι ιεραρχικά υπέρτερες του άρθρου 3. Αρα η επίκληση του άρθρου 3 περί επικρατούσης θρησκείας δεν μπορεί να αποτελέσει θεσμικό και θεωρητικό έρεισμα για ρυθμίσεις που να προσβάλλουν αυτές τις θεμελιώδεις διατάξεις». Δηλαδή τα προβλήματα απορρέουν από το άρθρο 3; «Πράγματι, η εμπλοκή της Εκκλησίας και οι αντιπαραθέσεις της με το κράτος οφείλονται στην ύπαρξη του άρθρου 3. Βάσει αυτού δημιουργείται μια συναλληλία εξουσίας. Το άρθρο αυτό, αναγνωρίζοντας την Εκκλησία ως παράλληλη εξουσία προς την κρατική, παρέχει τη βάση για όλες τις εμπλοκές, αντιρρήσεις, αμφισβητήσεις, αντιπαραθέσεις και προσπάθειες επέμβασης της Εκκλησίας στις αρμοδιότητες του κράτους και παρέχει στην Εκκλησία την ευχέρεια να διαδραματίζει ενεργό και δυνάμει πολιτικό ρόλο. Το άρθρο 3 πρέπει να διατυπωθεί με τρόπο ώστε ο περιορισμός της Εκκλησίας στο καθαρά πνευματικό πεδίο να είναι λυσιτελής». Η Εκκλησία δεν δικαιούται να εκφέρει γνώμη για αυτά τα ζητήματα; «Η Εκκλησία δικαιούται να εκφέρει τη γνώμη της, δεν δικαιούται όμως να διεκδικεί τη συμμόρφωση της κρατικής εξουσίας προς τις απόψεις της, ώστε να τις επιβάλλει. Επίσης ατομικά μπορούν να εκφράσουν την άποψή τους και ο Αρχιεπίσκοπος και οι μητροπολίτες και κάθε απλός κληρικός ­ όχι όμως από άμβωνος και όχι εμφανίζοντάς την ως εξ αποκαλύψεως αλήθεια. Μόνο στο πλαίσιο διαλόγου και χωρίς την τάση να την επιβάλουν στην κρατική εξουσία, ιδίως σε ζητήματα για τα οποία αυτή είναι αποκλειστικά αρμόδια. Η κρατική εξουσία έχει τη νομιμοποίηση της λαϊκής κυριαρχίας, προς την οποία δεν μπορεί να αντιταχθεί οποιαδήποτε άλλη εξουσία στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού πολιτεύματος. Στην πραγματικότητα στην αντιπαράθεση κράτους – Εκκλησίας υφέρπει η αντιπαράθεση εξουσιών ­ ακριβέστερα, η Εκκλησία αντιτασσόμενη στην αναθεώρηση του άρθρου 3 του Συντάγματος δείχνει ότι εξακολουθεί να διεκδικεί μερίδιο εξουσίας». Γιατί η κυβερνητική πλειοψηφία δεν προωθεί αναθεώρηση του άρθρου 3; «Αξίζει να σημειωθεί ότι στο πρόγραμμα του ΠαΣοΚ και στην πρόταση του 1975 επιτροπής επιστημόνων για την αναθεώρηση του Συντάγματος, με πρόλογο, σημειωτέον, του νυν πρωθυπουργού κ. Κ. Σημίτη, προτείνεται ο απόλυτος χωρισμός κράτους – Εκκλησίας. Προφανώς το ΠαΣοΚ ως κυβέρνηση δεν θέλει να έρθει σε αντίθεση με την ηγεσία της Εκκλησίας. Αλλωστε η κρατική εξουσία συμμάχησε πολλές φορές με τη θρησκευτική εξουσία…».  

~ Ἀριστόβουλος Μάνεσης, «Τὸ πρόβλημα τῆς ἀσφαλείας τοῦ κράτους καὶ ἡ ἐλευθερία»~

«…Εἰς ἕν δημοκρατικὸν καθεστὼς ὁ πρὸς οἱανδήποτε κατεύθυνσιν σχηματισμὸς τῆς λαϊκῆς θελήσεως δὲν εἶναι νοητὸν νὰ τίθεται ὑπὸ ἔλεγχον. Ὁ λαός, ὡς κυρίαρχος, δύναται νὰ θέλῃ ὁ,τιδήποτε• ἀρκεῖ ὅτι τὸ θέλῃ. Δὲν εἶναι, λοιπόν, δυνατόν, κατ’ἀρχήν, ἀριθμὸς τὶς πολιτῶν, ἐχθρικῶς διακείμενος πρὸς τὴν καθιδρυμένην ἔννομον τάξιν, νὰ ἀποστερηθῇ οἱουδήποτε πολιτικοῦ ἤ ἀτομικοῦ δικαιώματος. Διότι ἕκαστος πολίτης, ὡς δικαιοῦχος ἑνὸς μορίου τῆς κυριαρχίας, ἔχει κατὰ συνέπειαν καὶ τὸ δικαίωμα ἐναντιώσεως πρὸς τὸ ὑφιστάμενον καθεστὼς καὶ τὸ δικαίωμα ἀξιοποιήσεως τῆς ἐναντιώσεως ταύτης».

Ο Αριστόβουλος Μάνεσης για τον Ευάγγελο Βενιζέλο

…το γεγονός ότι υπήρξε μαθητής μου με έκανε να ελπίζω ότι θα μπορούσα να αναμείνω εκ μέρους του περισσότερο μέτρο στην προπέτεια και ολιγότερη μετριότητα στα νομικά του (όλο το κείμενο εδώ).

Ο Αριστόβουλος Μάνεσης και η δικτατορία

Η περίπτωση του Αριστόβουλου Μάνεση

του Δημήτρη Ξυριτάκη, νομικού
Θεωρήσαμε δίκαιο να αρχίσουμε από τον Αριστόβουλο Μάνεση γιατί η αντίστασή του στη χούντα περιλαμβάνει δύο αξιοσημείωτα στοιχεία, χωρίς τα οποία η έννοια του «αντιστασιακού», η οποία τόσο κακοποιήθηκε μεταδικτατορικά, δεν υπάρχει. Και εννοούμε με αυτά πρώτον μεν τη σαφή αποδοκιμασία του καθεστώτος με λόγια και πράξεις και δεύτερον την τιμωρία που επεφύλαξε το καθεστώς στον εύψυχο αντίπαλό του. Και ο Αριστόβουλος Μάνεσης και αντιτάχθηκε με σαφήνεια στη χούντα και τιμωρήθηκε αυστηρά από αυτήν, όπως θα φανεί στη συνέχεια του κειμένου.
Δεν είχα την τύχη να μαθητεύσω στον Αριστόβουλο Μάνεση, καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου της Νομικής Σχολής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Η «τύχη μου» – καλή ή κακή θα το κρίνει ο αναγνώστης – ήταν να είμαι φοιτητής στην Νομική Σχολή της Αθήνας, όπου Συνταγματικό Δίκαιο δίδασκαν δύο νομικοί (Χρήστος Σγουρίτσας και Γεωργόπουλος), οι οποίοι είχαν μεν επιστημονική κατάρτιση, όχι βέβαια όσην ο Μάνεσης, υστερούσαν όμως κατά πολύ τούτου σε ζητήματα δημοκρατικότητας και συνέπειας, ιδιότητες που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο πρέπει να χαρακτηρίζουν τους δασκάλους του Συνταγματικού Δικαίου, της «τέχνης της πολιτικής ελευθερίας», όπως χαρακτηριστικά αποκαλούσε το συνταγματικό δίκαιο με τον ευρηματικό λόγο του ο αείμνηστος Μάνεσης. Ο Γεωργόπουλος, για να αρχίσω από τον χειρότερο εκ των δύο δασκάλων μου, διέπραξε το βαρύτατο για συνταγματολόγο αμάρτημα να δελεαστεί από τη χούντα και να καταδεχθεί να γίνει μέλος της εικοσαμελούς επιτροπής Μητρέλια, που ανέλαβε το έργο της σύνταξης σχεδίου συντάγματος, με το οποίο η στρατιωτική δικτατορία επεδίωκε να αποκτήσει δίκην φύλλου συκής κάποιο τεκμήριο νομιμότητας. Αλλά και ο Χρήστος Σγουρίτσας δεν δικαίωσε την ιδιότητά του ως καθηγητή του συνταγματικού δικαίου, αλλά μάλλον την ιδιότητά του ως δασκάλου του τέως βασιλιά Κωνσταντίνου, χαρακτηρίζοντας τον εξαναγκασμό σε παραίτηση του Γεωργίου Παπανδρέου στις 15 Ιουλίου 1965 με τα λόγια: «Η ενέργεια του βασιλέως υπήρξεν συνταγματικώς άψογος». Τη δήλωση αυτή αντέκρουσαν αμέσως δύο έλληνες συνταγματολόγοι: Ο Φαίδων Βεγλερής, που, μιλώντας στους φοιτητές του, χαρακτήρισε τη δήλωση του συναδέλφου του Σγουρίτσα, ως «το όνειδος της Νομικής Σχολής Αθηνών» και ο Αριστόβουλος Μάνεσης με δηλώσεις του στον αθηναϊκό τύπο. Οι δηλώσεις αυτές θα του στοιχήσουν αργότερα την έδρα του στο πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, όπως θα πει αργότερα με τα ακόλουθα λόγια σε συνέντευξή του στο Βήμα της Κυριακής 12/12/1999: (Το σχετικό δημοσίευμα έθεσε υπόψη μου ο επιμελής συνάδελφος Φιλήμων Χριστοφοράκης).
« Η επιστημονική και πολιτική αντίθεσή μου προς τον θεσμό (της βασιλείας) εντάθηκε κατά τα Ιουλιανά του 1965, όταν ο νεαρός βασιλιάς υποχρέωσε σε παραίτηση τον πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου παρ’ ότι διέθετε την πλειοψηφία στη Βουλή, όπως είχε κάνει ο πατέρας του Παύλος, το 1963, με τον Κ. Καραμανλή και ο παππούς του Κωνσταντίνος, το 1915-16, με τον Ελ. Βενιζέλο».
¬ «Εκκρεμούσε ο διορισμός μου ως τακτικού καθηγητή και το σχετικό διάταγμα βρισκόταν προς υπογραφή στα Ανάκτορα, όταν ξέσπασε η κρίση του Ιουλίου του 1965. Μου ζητήθηκε τότε από την εφημερίδα "Το Βήμα" η γνώμη μου. Την διατύπωσα παραπέμποντας στο σύγγραμμά μου "Εγγυήσεις τηρήσεως του Συντάγματος", που είχε τότε μόλις κυκλοφορήσει. Για την ιστορία αξίζει ίσως να σας πω ότι, μέσω του φίλου Σάκη Πεπονή, είχε ζητήσει τότε να με δει ο Γεώργιος Παπανδρέου, όταν δημοσιεύθηκαν οι απόψεις μου ότι "ο βασιλιάς βασιλεύει αλλά δεν κυβερνά". Θυμάμαι πολύ καλά ότι μιλώντας μαζί στο Καστρί είχα διατυπώσει σχηματικά την εξής διάκριση των πολιτευμάτων: Στα μοναρχικά πολιτεύματα η εμπιστοσύνη του βασιλέως είναι στοιχείο αναγκαίο και επαρκές για να διορισθεί και να παραμείνει στην εξουσία μια κυβέρνηση. Στη συνταγματική μοναρχία η γνώμη του μονάρχη είναι στοιχείο αναγκαίο όχι όμως και επαρκές, διότι παράλληλα χρειάζεται και η εμπιστοσύνη της Βουλής που είναι στοιχείο αναγκαίο αλλ’ όχι επαρκές. Σε μία δε βασιλευόμενη δημοκρατία, όπως λεγόταν τότε το πολίτευμα της χώρας, η εμπιστοσύνη της Βουλής είναι στοιχείο αναγκαίο αλλά και επαρκές και δεν χρειάζεται η εμπιστοσύνη του μονάρχη για να διορισθεί ή παραμείνει στην εξουσία μια κυβέρνηση. Την επομένη ο Γ. Παπανδρέου έκανε δηλώσεις στον Τύπο και επανέλαβε την ίδια ακριβώς επιχειρηματολογία».
«Ήμουν "φρέσκος" καθηγητής του συνταγματικού δικαίου στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης όταν αντιτάχθηκα στη δημόσια τοποθέτηση του καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Χρ. Σγουρίτσα, ο οποίος χαρακτήρισε ως συνταγματικώς άψογη την ενέργεια του Κωνσταντίνου. Οι συνέπειες; Όταν μετά από δύο χρόνια ήρθε η απριλιανή δικτατορία ήταν φυσικό να στραφεί εναντίον μου λόγω των δημοκρατικών μου φρονημάτων, να με απολύσει από το Πανεπιστήμιο και να με στείλει εξορία».
Το πέρασμά του στην Αντίσταση
Το πέρασμα του Αριστόβουλου Μάνεση στην αντίσταση ήταν το φυσιολογικό αποτέλεσμα της προδικτατορικής του δράσης. Εντάχθηκε αμέσως σε μια από τις πιο δραστήριες αντιστασιακές οργανώσεις, την «Δημοκρατική Άμυνα», η οποία πολέμησε το καθεστώς από την αρχή ως το τέλος με εκατοντάδες στελέχη, πολλά από τα οποία εξέτισαν πολυετείς φυλακίσεις στις φυλακές της χούντας όπως ο Γεώργιος – Αλέξανδρος Μαγκάκης, Νίκος Κωνσταντόπουλος, Σάκης Καράγιωργας, Σπύρος Πλασκοβίτης, Στέλιος Νέστορας, Σωτήρης Δέδες, Γεράσιμος Νοταράς κα. Η οργάνωση αυτή εκπροσωπήθηκε στη Θεσσαλονίκη από μια ομάδα διανοουμένων που πλήρωσαν την πίστη τους στη δημοκρατία με βαρύ τίμημα: Στέλιος Νέστωρ, Παύλος Ζάννας, Κώστας Πίρζας, Σωτήρης Δέδες, Γιώργος Σιπητάνος και Άκης Μαλτσίδης. Στα πλαίσια της οργάνωσης ο Αριστόβουλος Μάνεσης ανέλαβε να συντάξει κείμενο κριτικής στο σχέδιο συντάγματος που είχε εκπονήσει η επιτροπή Μητρέλια. Η κριτική αυτή καλύπτει το σύνολο του σχεδίου με έμφαση στις κυριότερες διατάξεις του. Το χειρόγραφο του κειμένου αυτού δόθηκε στο μέλος της οργάνωσης Γιώργο Σιπητάνο που το δακτυλογράφησε και στη συνέχεια το πολυγράφησε σε χιλιάδες αντίτυπα που διανεμήθηκαν χέρι – χέρι σε πολλά μέρη της Ελλάδας και του εξωτερικού. Πρόκειται για μεγάλο κείμενο, η πλήρης δημοσίευση του οποίου υπερβαίνει τα όρια του ανά χείρας κειμένου, ώστε κατ’ ανάγκη θα περιοριστούμε στα πιο αξιοσημείωτα κατά την κρίση μας σημεία του.
Κριτική στο σχέδιο Συντάγματος της Επιτροπής Μητρέλια
1. Για τα πολιτικά κόμματα:
«Είναι προφανές ότι δια των ως άνω διατάξεων του Σχεδίου καθιερούται η αστυνόμευσις του πολιτικού βίου του Έθνους και τίθεται υπό έλεγχον ο σχηματισμός και η έκφρασις της λαϊκής θελήσεως. …. Το αποτέλεσμα θα είναι η κατ’ ουσίαν κατάλυσις της πολιτικής ελευθερίας και η κατάργησις πάσης πραγματικής αντιπολιτεύσεως, δια της θέσεως εκτός νόμου όχι μόνον του κομμουνιστικού κόμματος αλλά παντός κόμματος με προοδευτικάς και συγχρονισμένας αρχάς και πρόγραμμα, του οποίου η δράσις θα εθεωρείτο εκάστοτε επικίνδυνος – ή απλώς ενοχλητική, όχι δια το πολίτευμα ή το κοινωνικόν καθεστώς ή την δημοσίαν ασφάλειαν κ.τ.τ αλλά δια τους κυβερνώντας…»
2. Για το δικαίωμα του εκλέγειν:
«….Πέραν της αβεβαιότητος που δημιουργείται εκ του ότι ο συνταγματικός νομοθέτης επαφίεται εις τον «νόμον» δια τον … καθορισμόν των προσόντων των εκλογέων, ενώ θα έπρεπε η σύνθεσις του εκλογικού σώματος, που είναι το ανώτατον όργανον του κράτους, να ρυθμίζεται απ’ ευθείας υπό του Συντάγματος, δημιουργείται ήδη πρόσθετος τοιαύτη, συνεπεία του ότι η ισότης της ψήφου δεν θεσπίζεται ρητώς….. ».
3. Για τους «αριστίνδην» βουλευτές:
«…Η ως άνω διάταξις του Σχεδίου δέον να αναμένεται ότι θα διευκολύνη την συναλλαγήν περί την εξασφάλισιν θέσεως ….Πέραν αυτών υπάρχει έν ακόμη μεγαλύτερον πλεονέκτημα του θεσμού, το οποίον τον καθιστά κυριολεκτικώς ύποπτον: Εις το άρθρον 54 παρ. 3 του Σχεδίου Σ. αντί να ορίζεται το μέγιστον, αντιθέτως καθορίζεται το ελάχιστον επιτρεπόμενον ποσοστόν …Τούτο σημαίνει ότι ο εκλογικός νόμος θα δύναται να αναβιβάση το ποσοστόν τούτον μέχρι και του ημίσεως του όλου αριθμού των βουλευτών (κωλυόμενος πάντως να προχωρήση έτι περαιτέρω …) περιορίζων ούτω σημαντικώς τον αριθμόν των αμέσως και κατ’ εκλογικάς περιφερείας εκλεγομένων παρά του λαού βουλευτών. Πρόκειται περί ενός ακόμη περιορισμού των κυριαρχικών δικαιωμάτων του.»
4. Για το εκλογικό σύστημα:
«…Δεν καθορίζεται εκλογικό σύστημα….»
5. Για την Βουλή:
«…Το Σχέδιον χαρακτηρίζεται σαφώς από την τάσιν μειώσεως της εντός του πολιτεύματος θέσεως της Βουλής…..δια της περιστολής των δύο βασικών αρμοδιοτήτων της λαϊκής αντιπροσωπείας: της ασκήσεως νομοθετικής εξουσίας αφενός και κοινοβουλευτικού ελέγχου αφετέρου….»
6. Για τους βουλευτές:
«Το Σχέδιον Συντ. διέπεται από απαραδέκτως εχθρικήν έναντι των αντιπροσώπων του Έθνους διάθεσιν, χαρακτηριστικήν αντιδημοκρατικής κατά βάσιν νοοτροπίας…. ο επιχειρούμενος δια του Σχεδίου οιονεί εξευτελισμός του βουλευτικού αξιώματος είναι ανεπίτρεπτος εις εν πολίτευμα εμφανιζόμενον ως δημοκρατικόν. Δύο θεμελιώδεις κοινοβουλευτικοί θεσμοί, αφενός μεν η κυρίως βουλευτική ασυλία …. αφετέρου δε η ειδική προστασία, δηλ. το ακαταδίωκτον αυτών ….. τροποποιούνται δια του Σχεδίου τόσον ριζικώς, ώστε η ανεξαρτησία των βουλευτών κατ’ ουσίαν καταργείται….»
7. Για την κυβέρνηση:
«Όσον αφορά το «περί της Κυβερνήσεως» κεφάλαιον του Σχεδίου, …. Αντί, μετά την τραγικήν εμπειρίαν των βασιλικών επεμβάσεων του θέρους 1965, να κατοχυρωθή συνταγματικώς η επί ένα σχεδόν αιώνα ταλαιπωρηθείσα «αρχή της δεδηλωμένης» και η σύνδεση της ιδιότητος του πρωθυπουργού με την ιδιότητα του αρχηγού της δεδομένης κοινοβουευτικής πλειοψηφίας, ως και η δέσμευσις του βασιλέως όπως ασκή την αρμοδιότητά του προς διορισμόν και παύσιν των υπουργών συμφώνως προς την θέλησίν της την οποίαν να διεκπεραιώνει αντί να αγνοή ή να προσπαθή να την μεταβάλη (όπως συνέβη είς το πρόσφατον παρελθόν), αντιθέτως ήδη αναγνωρίζεται εις τον Βασιλέα δικαίωμα να αντιτάσσεται εις αυτήν, ως εάν επρόκειτο περί μονάρχου του παρελθόντος αιώνος…»
8. Για τη δικαστική εξουσία:
Εκτενή και δριμύτατη κριτική ασκεί ο Αριστόβουλος Μάνεσης στον προβλεπόμενο για πρώτη φορά στο Σχέδιο Συντάγματος θεσμό του «Συνταγματικού Δικαστηρίου». Η κριτική του αναφέρεται τόσο στην οργάνωση του Δικαστηρίου, όσο και κυρίως, στην δικαιοδοσία του. Ειδικά και σ ’ο,τι αφορά τις διοικητικές και πολιτικές αρμοδιότητες του Συνταγματικού Δικαστηρίου, στις οποίες περιλαμβάνονται η διάλυση κόμματος, η στέρηση ατομικού δικαιώματος και η κήρυξη της χώρας σε κατάσταση πολιορκίας, επισημαίνει ότι:
«α. Η διάλυσις κόμματος, ανεξαρτήτως προς το κατά βάσιν ασυμβίβαστον αυτής προς την αρχήν της λαϊκής κυριαρχίας, στηριζόμενη επί της κρίσεως των σκοπών του ή της δράσεώς του και μάλιστα επί των διαγνώσεων της συγκεκαλυμένης αντιθέσεώς τούτου προς τας «θεμελιώδεις αχάς» του πολιτεύματος, δηλ. επί της διαγνώσεως προθέσεων απλώς, δεν συμβιβάζεται προς το δημοκρατικόν πολίτευμα…»
β. «Αλλά και η στέρησις των ατομικών δικαιωμάτων δια «καταχρηστικήν άσκησιν» δύναται να αποτελέση αντικείμενον καταχρηστικής ασκήσεως εξουσίας εκ μέρους του Συνταγματικού Δικαστηρίου… πάντα ταύτα λόγος μεν έτσι, έργω δε σημαίνουν την καταδίωξιν πάσης ιδέας αντιτιθεμένης προς τας πεποιθήσεις των μελών του αριστοκρατικού σώματος του Συνταγματικού Δικαστηρίου.»
γ. «Τα αυτά ισχύουν και δια την αρμοδιότητα του Συνταγματικού Δικαστηρίου σχετικώς με την κήρυξιν της χώρας εις κατάστασιν πολιορκίας. Διερωτάται τις πώς είναι δυνατόν και βάσει ποίων πληροφοριών και στοιχείων να διαγνώσουν οι ένδεκα δικασταί του Συνταγματικού Δικαστηρίου ( οι έχοντες αναλώσει την ζωήν των εις την μελέτην και εφαρμογήν νομοθετικών κειμένων) την πραγματικήν ή μη διαταραχήν της δημοσίας τάξεως και ασφαλείας και να την αξιολογήσουν ως σοβαράν ή μη; Πολλώ δε μάλλον την «έκδηλον ή μη απειλήν» κατ’ αυτής και να δεσμεύουν δια της «συμφώνου» ή μη «γνώμης» των την υπεύθυνον κυβέρνησιν ως προς την κήρυξιν ή μη της χώρας εις κατάστασιν πολιορκίας;»
9. Για την Διοίκηση του Κράτους:
«. Προβλέπεται ότι τα αιρετά συμβούλια των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως είναι δυνατόν να διαλυθούν .. δι’ αποφάσεως του Συνταγματικού Δικαστηρίου «ένεκα δραστηριότητος στρεφομένης κατά της εθνικής ακεραιότητος, των αρχών του πολιτεύματος, του κοινωνικού καθεστώτος, της ασφαλείας του κράτους και των πολιτικών και ατομικών ελευθεριών των πολιτών», ήτοι δια τους αυτούς περίπου λόγους, αορίστους πάντοτε και δυσαποδείκτους και κατά βάσιν αυθαιρέτως περιοριστικούς της πολιτικής ελευθερίας, δια τους οποίους προβλέπεται και η διάλυσις των κομμάτων ή η στέρησις των ατομικών δικαιωμάτων των πολιτών………………….»
10.Για τις μεταβατικές διατάξεις του Σχεδίου:
Αναφερόμενος ο Αριστόβουλος Μάνεσης στην παράταση με το Σχέδιο Συντάγματος της ισχύος των «Συντακτικών Πράξεων της δικτατορίας, των εκδοθεισών μετά το στρατιωτικόν πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967……., αι διατάξεις των οποίων, μολονότι οξέως αντιτιθέμεναι προς διατάξεις του υπό ψήφισιν Συντάγματος, θα εξακολουθήσουν να ισχύουν κατά παρέκκλισιν απ’ αυτού…», δεν διστάζει να σημειώσει ότι «παραλλήλως προς το νέον Σύνταγμα, το οποίον, καθώς εδείχθη, δεν διακρίνεται ούτε δια το δημοκρατικόν ούτε δια το φιλελεύθερον πνεύμα του, θα ισχύη και εν «παρασύνταγμα» ή μάλλον «αντισύνταγμα», το οποίον θα είναι απροκαλύπτως και προκλητικώς αντιδημοκρατικόν και ανελεύθερον…»
Οι συνέπειες
Η κυκλοφορία του κειμένου αυτού έγινε σύντομα γνωστή στο καθεστώς, που αποφάσισε να «απαλλαγεί» από τον Αριστόβουλο Μάνεση. Φρόντισε μάλιστα να θέσει σε κυκλοφορία ψιθύρους που προανήγγειλαν την εκδίωξη του από το Πανεπιστήμιο και την εκτόπισή του. Οι ψίθυροι αυτοί έφτασαν στα αυτιά του Μάνεση, ο οποίος φρόντισε να προλάβει τη χούντα γνωστοποιώντας στους φοιτητές της Νομικής Σχολής Θεσσαλονίκης ότι στις 18 Ιανουαρίου θα μιλήσει ανοικτά εναντίον του καθεστώτος.
Την ημέρα εκείνη, παρουσία 800 περίπου φοιτητών, που είχαν κατακλύσει ασφυκτικά το μεγάλο αμφιθέατρο του Χημείου, ο Αριστόβουλος Μάνεσης έκανε το τελευταίο επί δικτατορίας μάθημά του.
Παραθέτουμε στη συνέχεια απόσπασμα από την τελευταία αυτή παράδοση, η οποία δημοσιεύτηκε αργότερα στο βιβλίο του «Συνταγματική θεωρία και Πράξη», Θεσσαλονίκη 1980, με τίτλο «Το τελευταίο μάθημα επί δικτατορίας».  

Σύνταξη/επιμέλεια: Κεφαλονίτικα Νέα
Πηγές: Καθημερινή, Βήμα, Wikipedia