«Εκκλησιάζουσες» από την Κεντρική Σκηνή της ΚΕΔΗΚΕ: Μια όμορφη παράσταση

1xhuqgly
Σάββατο βράδυ, στο Κηποθέατρο της Ιακωβατείου Βιβλιοθήκης στο Ληξούρι. Ο κόσμος λίγος, γύρω στα 50-60 άτομα. Στις θέσεις των θεατών υπάρχει γκρίνια αρκετή. Η διαφήμιση που δεν έγινε, ο κόσμος που στενάζει, το Ληξούρι που πεθαίνει. Μάθαμε και για κάποιον γάμο που γινότανε την ίδια μέρα και κράτησε μακριά από το Κηποθέατρο αρκετό κόσμο.
Με λίγη ώρα καθυστέρηση οι ηθοποιοί της Κεντρικής Σκηνής της ΚΕΔΗΚΕ βγαίνουν στη σκηνή. Υπάρχει άγχος γιατί είναι η πρώτη εμφάνιση σε ανοιχτό θέατρο, θα ακολουθήσει το Αργοστόλι και η Κέρκυρα. Σε λίγη ώρα, η γκρίνια έχει ξεχαστεί και ο κόσμος έχει αρχίσει να γελάει με την καρδιά του με ένα έργο («Εκκλησιάζουσες») που με τον ουτοπικό του χαρακτήρα έμοιαζε βάλσαμο για τις καρδιές όσων παρακολούθησαν την παράσταση.
Πολλές είναι οι φορές που το ερασιτεχνικό σχήμα της Κεντρικής Σκηνής της ΚΕΔΗΚΕ μόνο ερασιτεχνικό δε μοιάζει. Οι παραστάσεις του, στην πλειοψηφία τους, είναι προσεγμένες, με εμμονή στην λεπτομέρεια, οι ηθοποιοί καλοκουρδισμένοι και άψογα χορογραφημένοι σε κάνουν να ξεχνάς το γεγονός ότι οι περισσότεροι από αυτούς δεν έχουν σπουδάσει θέατρο, δεν ασχολούνται επαγγελματικά, έχουν δουλειές, υποχρεώσεις, άλλες προτεραιότητες.
Όταν βρίσκονται στη σκηνή, όλα αυτά μπαίνουν στην άκρη και άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο, απογειώνονται στον μαγικό κόσμο του θεάτρου και μαζί μ’ αυτούς απογειώνονται και οι θεατές.
Το θέατρο ήταν ανέκαθεν μια τέχνη αποκαλυπτική, τόσο για τους ηθοποιούς όσο και για τους θεατές. Χωρίς τις τεχνικές παρεμβάσεις του κινηματογράφου οι ηθοποιοί εκτίθενται άμεσα στο κοινό σε μια σχέση που μοιάζει μοναδικά αλληλεπιδραστική και ζωντανή. Και μάλιστα σε έναν μικρό τόπο όπως η Κεφαλονιά, η έκθεση αυτή μοιάζει ακόμη πιο δύσκολη αφού τα πρόσωπα που βλέπουμε να υποδύονται τους ρόλους, μας είναι γνωστά, οικεία και μάλιστα αθωράκιστα από τη δεδομένη σύμβαση που έχει με το κοινό του ο επαγγελματίας ηθοποιός. Ο βιβλιοπώλης, ο τεχνικός του ΟΤΕ, η δασκάλα, ο ιδ. υπάλληλος αποκτούν ξαφνικά ένα άλλο πρόσωπο από αυτό που έχουμε συνηθίσει και ο μόνος τρόπος να το αποδεχτούμε είναι να φύγουμε απ’ την πραγματικότητα, να λειτουργήσει δηλαδή ο θεατρικός τόπος και χρόνος μακριά απ’ τον πραγματικό.
Αυτό το κατάφεραν και με το παραπάνω για πολλοστή φορά οι ηθοποιοί του κεφαλονίτικου θιάσου. Με την σκηνοθετική μαεστρία του Πάνου Βαρδάκου που έστησε με εμμονική λεπτομέρεια την όλη παράσταση, ο κάθε ηθοποιός από τη στιγμή που ανέβαινε στη σκηνή είχε συγκεκριμένο ρόλο και σκοπό και όλα έμοιαζαν με να λειτουργούν σαν ένας πολύπλοκος και καλοκουρδισμένος μηχανισμός. Κάτι που δύσκολα συναντάς ακόμη και σε «επαγγελματικούς» θιάσους ειδικά όταν εμφανίζονται πολλοί ηθοποιοί μαζί πάνω στη σκηνή. Φανταστήκαμε τον Βαρδάκο να τυραννάει σαδιστικά τους ηθοποιούς στις ατελείωτες πρόβες της ομάδας προκειμένου να πετύχουν τον μορφασμό, την κίνηση, τον τόνο που εκείνος ήθελε. Αυτή η εμμονή του Βαρδάκου όμως αισθανόμαστε ότι στην ουσία απελευθέρωσε τα μέλη του θιάσου, τους έδωσε δρόμο και πλαίσιο να κινηθούν. Ένας δρόμος που χώραγε ακόμη και τους αυτοσχεδιασμούς τους.
Το γέλιο και η συγκίνηση ήρθαν αυθόρμητα κατά τη διάρκεια της παράστασης όχι βεβιασμένα. Ήταν κι ο κόσμος λίγος, ένιωθες ότι δεν είχες τίποτα να χάσεις, τόσο οι ηθοποιοί όσο και οι θεατές δεν ήταν αναγκασμένοι να παίξουν το ρόλο τους σε μία «μεγαλειώδη και συγκλονιστική επιτυχία», απ’ αυτές για τις οποίες απλόχερα χαρίζουν συχνά πρωτοσέλιδους τίτλους τα τοπικά μέσα. Τίποτε απ’ όλα αυτά, ούτε «συναρπαστική», ούτε «ανεπανάληπτη», ούτε «συγκλονιστική» ήταν η παράσταση. Είδαμε αληθινά καλό θέατρο που μας άγγιξε και μας διασκέδασε χωρίς φανφάρες και κινήσεις εντυπωσιασμού.

Οι ηθοποιοί

Όλοι οι ηθοποιοί του θιάσου μοιάζουν να βελτιώνονται διαρκώς, να αποκτούν αυτοπεποίθηση, να κινούνται πιο άνετα στο ρόλο τους. Σε σχέση με προηγούμενες παραστάσεις μας έκανε εντύπωση ότι δεν υπήρχαν ανισότητες ανάμεσα στις ερμηνείες, όλα έμοιαζαν σωστά μετρημένα και όλοι έμοιαζαν να βάζουν το δικό τους σημαντικό κομμάτι στην παράσταση.
Παρόλα αυτά θα ξεχωρίσουμε για μια ακόμη φορά τον Γιάννη Νεόφυτο, που μέσα απ’ το μικρό του ρόλο επιβεβαίωσε, μετά τον εκπληκτικό Φον Δημητράκη, ότι διαθέτει γνήσιο ταλέντο, τον Τάσο Παπαθεοδωρόπουλο που μας έδωσε μία απίθανη, νευρική και γεμάτη ασυγκράτητο σεξουαλικό οίστρο γριά, τον Τάσο Μπεκατώρο με τον συγκρατημένα «ασυγκράτητο» γκέι Χρέμη του, τον Λούκα Νιφοράτο με την απίθανη γυναικεία εμφάνιση που δε «σεβάστηκε» καθόλου το… image που έχει στην τοπική κοινωνία και δημιούργησε μια απίθανη και εξαιρετικά αστεία καρικατούρα με τον Βλέπυρο αλλά και την Πραξαγόρα Μαριέττα Μουρελάτου που έφερε σε πέρας έναν δύσκολο ρόλο γεμάτο αλλαγές στην έκφραση, στο ρυθμό, στη διάθεση.
Όσο κι αν ακούγεται συνηθισμένο, θα πούμε και πάλι ότι πραγματικά κανείς ηθοποιός δεν υστέρησε. Απεναντίας, όλοι έβγαλαν στη σκηνή τον καλύτερό τους εαυτό και με το παραπάνω.
Πολύ καλή ήταν επίσης και η μουσική του Κ. Χαριτάτου που χωρίς να φοβηθεί το αριστοφανικό βάρος, έντυσε με απλά αλλά γλυκά και ευρηματικά θέματα την παράσταση.

Ο

Αφήσαμε τελευταίο ένα σχόλιο για τον σκηνοθέτη της παράστασης Πάνο Βαρδάκο. Αυτό που κάνει είναι πραγματικά αξιέπαινο. Ο Βαρδάκος δε συμβιβάζεται με τους περιορισμούς που βάζει ο τόπος, οι συνθήκες, τα πρόσωπα. Τα πάει πάντα ένα βήμα παραπέρα, άλλοτε με μεγαλύτερη και άλλοτε με μικρότερη επιτυχία. Υπηρετεί το θέατρο ανήσυχα, με ένα τρόπο που θυμίζει τον Κάρολο Κουν και το θέατρο Τέχνης. Εκμαιεύοντας δηλαδή την αληθινή σχέση με την τέχνη που έχει μέσα του ο κάθε ευαίσθητος πολίτης, είτε ηθοποιός είναι αυτός είτε θεατής.

Λ. Αθανασίου
για τα Κεφαλονίτικα Νέα