«Αρχιερέας» και του ντόπινγκ

Προεκλογική θύελλα στο πιο ευαίσθητο timing προκαλούν στη γερμανική πολιτική σκηνή οι συγκλονιστικές αποκαλύψεις για εκτεταμένο πρόγραμμα κρατικού ντόπινγκ στη Δυτική Γερμανία, στο διάστημα 1970 – 1990.

Το σχετικό δημοσίευμα της «Süddeutsche Zeitung» και η μεταγενέστερη δημοσιοποίηση του πορίσματος 800 σελίδων από την πολυετή έρευνα του Πανεπιστημίου Χούμπολτ του Βερολίνου, έχουν ταρακουνήσει για τα καλά τα κόμματα, με την αντιπολίτευση να απαιτεί ακόμα και σύσταση εξεταστικής επιτροπής.

Κι ενώ η «Süddeutsche Zeitung» κάνει λόγο για απουσία ονομάτων και κρίσιμων στοιχείων από το πόρισμα που δημοσιεύθηκε τη Δευτέρα, τρεις Γερμανοί υπουργοί Αθλητισμού κατά την επίμαχη εικοσαετία δηλώνουν άγνοια για την κρατική χρηματοδότηση προγραμμάτων ντόπινγκ. Ένας εξ’ αυτών είναι και ο Χανς Ντίτριχ Γκένσερ, υπουργός Εσωτερικών το διάστημα 1969 – 1974.

Με όλα τα μέσα

Το θέμα έχει αποκτήσει καθαρά πολιτική διάσταση. Και αποτελεί ένα ξεκάθαρο πλήγμα που καταρρίπτει τον μύθο ότι μόνο η ανατολική πλευρά του Βερολίνου έπαιζε με αθέμιτα μέσα στις εποχές του Ψυχρού Πολέμου. Το ντόπινγκ επί εποχής Στάζι, άλλωστε, αξιοποιήθηκε κι επικοινωνιακά μετά την πτώση του Τείχους.

Το υπουργείο Εσωτερικών υπέκυψε στις αφόρητες πιέσεις για δημοσίευση του πορίσματος – ειδικά από το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα που έκανε λόγο για απόπειρα συγκάλυψης – όμως μόνο όταν αφαιρέθηκαν ονόματα υψίστης σημασίας από τα έγγραφα, με το πρόσχημα των προσωπικών δεδομένων.

Με αφορμή αυτή την έρευνα, το «Π» έψαξε το θέμα για ακόμα μεγαλύτερες πολιτικές προεκτάσεις. Και πέσαμε πάνω σε ένα απίστευτο… «λαβράκι»: Ο γνωστός και μη εξαιρετέος Βόλφγκανγκ Σόιμπλε – πριν γίνει αυτός που είναι σήμερα – είχε ταχθεί ξεκάθαρα υπέρ της χρήσης ουσιών ντόπινγκ από Δυτικογερμανούς αθλητές!

Η τοποθέτηση αυτή του σημερινού πανίσχυρου υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, αφού είναι πολλαπλώς καταγεγραμμένη σε βιβλία (κι όχι μόνο), μιας κι έγινε μέσα στη γερμανική Βουλή με κάθε επισημότητα!

Ο ολυμπιονίκης Τόμας Κέλερ – πρώην αντιπρόεδρος στην Αθλητική Συνομοσπονδία της Ανατολικής Γερμανίας – στο βιβλίο του «Οι δυο όψεις του μεταλλίου», κι αναφερόμενος στη Δυτική Γερμανία, επικαλείται εκτός των άλλων και μια τοποθέτηση που έγινε στη διαρκή επιτροπή αθλητικών υποθέσεων της γερμανικής Βουλής στις 28.9.1977 από τον τότε 35χρονο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, σε συζήτηση για το ντόπινγκ:

«Εμείς θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε αυτά τα μέσα (ή ουσίες) μόνο πολύ περιορισμένα κι επίσης μόνο υπό τον απόλυτο υπεύθυνο έλεγχο των αθλητικών ιατρών, διότι προφανώς υπάρχουν αθλήματα στα οποία χωρίς τη χρήση αυτών των μέσων στον παγκόσμιο ανταγωνισμό, δεν μπορείς πλέον να ανταπεξέλθεις».

Ουσιαστικά, δηλαδή, ο Σόιμπλε υιοθετεί τη χρήση τέτοιων μεθόδων, έστω και με επιστημονική επίφαση, έτσι ώστε η Δυτική Γερμανία να μπορέσει να ανταγωνιστεί την Ανατολική, που χρησιμοποιούσε τις ίδιες βλαβερές πρακτικές για την υγεία.

Άλλωστε, και στην Ανατολική Γερμανία το ντόπινγκ γινόταν με κρατική χρηματοδότηση και υπό την αυστηρή επίβλεψη επιστημονικού προσωπικού.

Ωστόσο, οι παρενέργειες στα θύματα επέφεραν θανάτους, καρκίνους, τερατογενέσεις κ.λπ. «Ολίγον έγκυος» δεν υπάρχει στο ντόπινγκ. Ή ντοπάρεται κάποιος, με κίνδυνο να αλλάξει ακόμα και φύλο, ή δεν ντοπάρεται καθόλου.

Όνειρα τεστοστερόνης

Στο βιβλίο που εξέδωσε ο Τζόν Όμπερμαν, με τίτλο «Η πολιτική του ορμονικού ντόπινγκ στον αθλητισμό – Όνειρα τεστοστερόνης» («The Politics of Hormone Doping in Sport – Testosterone Dreams», 2005), ο καθηγητής Γερμανικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Τέξας, γράφει στην σελίδα 251:

«Το 1977 ο εκπρόσωπος του συντηρητικού κόμματος CDU, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, είπε στη Βουλή ότι οι Δυτικογερμανοί αθλητές θα έπρεπε να έχουν πρόσβαση σε αναβολικά στεροειδή για να προωθήσουν το εθνικό συμφέρον: «Υποστηρίζουμε μόνο περιορισμένη χρήση αυτών των ουσιών και μόνο κάτω από επίβλεψη αθλητιάτρων γιατί είναι ξεκάθαρο ότι υπάρχουν αθλήματα στα οποία η χρήση αυτών των ουσιών είναι απαραίτητη για να παραμείνουμε ανταγωνιστικοί σε διεθνές επίπεδο».

Και συνεχίζει ο Όμπερμαν: «Μετά από 15 χρόνια – κι ενώ ο Σόιμπλε ήταν υπουργός Εσωτερικών – η γερμανική κυβέρνηση για άλλη μια φορά αρνήθηκε να επικυρώσει ένα πλήρες ευρωπαϊκό σχέδιο αντιντόπινγκ, ώστε να απαγορευτούν όλες οι φαρμακολογικές, χημικές και μηχανικές πρακτικές που αυξάνουν την αθλητική απόδοση».   

Κυνικός πρωταθλητισμός

Η δήλωση του 1991 από τον Σόιμπλε, που παρουσιάζεται στο βιβλίο του Όμπερμαν, είναι χαρακτηριστική για τον τρόπο σκέψης του: «Απορρίπτω τα αιτήματα ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα πρέπει να βάλει ένα τέλος στην ανάδειξη του υψηλού πρωταθλητισμού, βάσει του σκεπτικού ότι το φινάλε της διαμάχης μεταξύ Δυτ. – Αν. Γερμανίας σημαίνει πως ο αθλητισμός έχει χάσει μία από τις βασικές του λειτουργίες, όπως το να εκφράζει τον ανταγωνισμό ΜΕΤΑΞΥ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ».

Μάλιστα, όπως αναφέρεται, την ίδια περίοδο ο υποστηρικτής του πρωταθλητισμού Σόιμπλε απέρριπτε την πρόταση να επενδυθούν περισσότερα χρήματα στον μαζικό αθλητισμό, με τον συγγραφέα να σχολιάζει: «Για την κυβέρνηση Κολ, τα μετάλλια εξυπηρετούσαν το εθνικό συμφέρον πολύ καλύτερα απ’ ό,τι η βελτίωση της δημόσιας υγείας μέσω του μαζικού αθλητισμού… Και ο διάδοχος του Σόιμπλε στο υπουργείο Εσωτερικών, ο Μάνφρεντ Κάντερ, μοιραζόταν την άποψη του προκατόχου του ότι ο πρωταθλητισμός ήταν μια έκφραση μεγάλης εθνικής σημασίας. Οι πολιτικές και των δύο αντρών καταδεικνύουν ότι ο αθλητικός εθνικισμός θέτει όρια στο αντιντόπινγκ».

Η δήλωση του Σόιμπλε, που υποστηρίζει την ελεγχόμενη χρήση αναβολικών, περιέχεται ακόμα στο βιβλίο «Faust’s Gold» του Steven Ungerleider (2001), αλλά και στο θρυλικό «Doping» της Brigitte Berendonk, που εκδόθηκε το 1992. Το συγκεκριμένο βιβλίο – «ευαγγέλιο» για το αντιντόπινγκ το επικαλείται ως πηγή και το επίμαχο πόρισμα αυτών των ημερών από το Πανεπιστήμιο Χούμπολτ.

Ανελέητος

Ενδεικτικό για τις γενικότερες απόψεις του Σόιμπλε είναι το πώς χειρίστηκε ως υπουργός Εσωτερικών, με αρμοδιότητα τον αθλητισμό, και το θέμα για τις κρατικές αποζημιώσεις στα θύματα ντόπινγκ της Αν. Γερμανίας.

Έπειτα από πολυετή αγώνα, το 2006 δικαιώθηκαν 194 πρώην αθλητές/αθλήτριες από την Αν. Γερμανία για τις σοβαρές βλάβες που υπέστησαν στην υγεία τους από το κρατικό ντόπινγκ. Η ενωμένη γερμανική Βουλή «κοστολόγησε» τις ανίατες αρρώστιες και τις τερατογενέσεις με το… αστρονομικό ποσό των 13.700 δολαρίων έκαστος. Έκτοτε, ο Σόιμπλε επιθυμεί διακαώς η υπόθεση να µπει µια για πάντα στο αρχείο και να κλείσει το θέμα οριστικά, ούτως ώστε να μην υπάρξουν άλλες απαιτήσεις από το κράτος.

Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε σπούδασε νομικά και οικονομικά. Από το 1961 εντάχθηκε στη νεολαία του χριστιανοδημοκρατικού κόμματος κι από το 1965 έγινε μέλος του.

Την περίοδο 1976 – 1984 ήταν τομεάρχης αθλητισμού του CDU.

Βουλευτής εκλέχθηκε το 1972. Το 1998 – στη σκιά του σκανδάλου με τα «μαύρα ταμεία» επί θητείας Κολ. – έγινε πρόεδρος του χριστιανοδημοκρατικού κόμματος για μια διετία, οπότε και τον διαδέχθηκε η Μέρκελ. Έχει διατελέσει υπουργός Εσωτερικών (1989-1991, 2005-2009) και υπουργός Οικονομικών από το 2009.

Εξωφρενική ομιλία

Η ομιλία του Σόιμπλε στη γερμανική Βουλή το 1977 είναι εξωφρενική, ειδικά σε συνάρτηση με το πολιτικό εκτόπισμα που ο ίδιος απέκτησε τις επόμενες δεκαετίες – έστω κι αν δεχτούμε ότι έγινε στα πλαίσια των «τεντωμένων νεύρων» του Ψυχρού Πολέμου…

Γεννημένος το 1942, ο Σόιμπλε μεγάλωσε ουσιαστικά όπως και η Μέρκελ: σαν ένα παιδί του Ψυχρού Πολέμου. Δεν πρόλαβε τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, αλλά βίωσε τις συνέπειές του, με μια Γερμανία χωρισμένη στα δύο. Το γεγονός ότι είδε τον αθλητισμό σαν επιπλέον «όχημα» για την προώθηση των κρατικών συμφερόντων της Γερμανίας – ακόμα και μέσω της χρήσης ουσιών – δεν μοιάζει τυχαίο.

Σαν «κλασικό» παιδί του «κομματικού σωλήνα», έγινε το «δεξί χέρι» του Κολ. Από το 1989, ως υπουργός Εσωτερικών, χειρίστηκε όλες τις διαπραγματεύσεις για την επανένωση. Έκανε όλο το «παιχνίδι» για να υπάρξει πλήρης επιβολή της Δυτικής Γερμανίας στην Ανατολική. Και θεωρήθηκε επιτυχία για τον Σόιμπλε η Ενωμένη Γερμανία να μετατραπεί ουσιαστικά σε μια μεγαλύτερη Δυτική Γερμανία. Σε καμία περίπτωση δεν υπήρξε ισότιμη διαπραγμάτευση. Ουσιαστικά, ό,τι συμβαίνει και τώρα με την Ελλάδα. Υπάρχει καμία διαπραγμάτευση;

Ακριβώς το ίδιο – σε επίπεδο χειρισμών – έγινε και με την επανένωση των δύο «Γερμανιών». Εκ του αποτελέσματος φάνηκε ότι η «πολιτική σχολή Σόιμπλε» δεν ήθελε να απομείνει τίποτα που να θυμίζει την Αν. Γερμανία…Υπήρξε, δηλαδή, πλήρης απορρόφηση της DDR κι ένα άγριο κυνηγητό σε επίπεδο θεσμών, πανεπιστημίων, πολιτικής, κοινωνίας.

Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα

Ο Σόιμπλε είναι ένας υπερσυντηρητικός πολιτικός, ενταγμένος από νεαρή ηλικία στον σκληρό πυρήνα του χριστιανοδημοκρατικού κόμματος. Δεν απέκτησε ποτέ το διεθνές εκτόπισμα ενός Γκένσερ ή ενός Κολ, ούτε έγινε ο Νο1. Ήταν, όμως, πάντα το χρήσιμο «πολυεργαλείο» του Νο1: Ένας γνώστης – παίκτης για όλες τις θέσεις.

Διαβάστε περισσότερα: http://twitter.com/TOPONTIKI/status/367694502649028610