Παύλος Γ. Δελαπόρτας (Ληξούρι 1905 – Αθήνα 1980): ευφυής και δίκαιος

v1qhryry Ο υπήρξε μια από τις εξέχουσες μορφές ελλήνων δικαστών. Έγινε ευρύτερα γνωστός ως εισαγγελέας στη δίκη Λαμπράκη, ωστόσο ολόκληρη τη διαδρομή του από  το 1931, οπότε εισήλθε στον δικαστικό κλάδο, τη διακρίνει η ευθυκρισία, ο ανθρωπισμός, η ακεραιότητα, η  βασανιστική και συχνά επικίνδυνη, ιδίως στα χρόνια του Εμφυλίου, αναζήτηση του δίκαιου. Σε αυτόν τον δίκαιο άνθρωπο, αφιερώνουμε (με αφορμή και τη σειρά εκδηλώσεων "Ένα καθυστερημένο ευχαριστώ", βλ. σ. xx), ένα δισέλιδο των "Ενθεμάτων" ως ελάχιστο φόρο τιμής.  Και θα ήταν ευχής έργον τα δύο βιβλία του Παύλου Δελαπόρτα (Το σημειωματάριο ενός Πιλάτου και το Λιθάρι του Σισύφου, εκδ. Θεμέλιο), εξαντλημένα από καιρό, να επανεκδοθούν: εκτός από σπουδαία προσωπική και υπαρξιακή κατάθεση, αποτελούν σημαντικό ιστορικό τεκμήριο, που αναπλάθει με απαράμιλλο τρόπο το κλίμα μιας πυκνής εποχής του πρόσφατου παρελθόντος μας. Το κείμενο του Σπύρου Ι. Ασδραχά που ακολουθεί είναι ομιλία του, σε τιμητική εκδήλωση για τον Παύλο Γ. Δελαπόρτα, στην Αθήνα το 2000. Δημοσιεύτηκε, πριν λίγους μήνες στο τεύχος Ιουνίου-Ιουλίου 2009 του καλού λευκαδίτικου περιοδικούΠροκυμαία, που εκδίδει ο Κ. Θ. Φωτεινός. Όπως σημειώνει ο Σπ. Ι. Ασδραχάς, το κείμενο, για λόγους που θα κατανοήσει ο αναγνώστης, έστω ύστερα από τόσα χρόνια, είχε τη θέση σε ένα λευκαδίτικο έντυπο­· για παραπλήσιους, και εξίσου ισχυρούς λόγους, έχει βέβαια τη θέση του και στην "Αυγή". Σ. Μπ. Παύλος Γ. Δελαπόρτας ( 1905 – Αθήνα 1980): ευφυής και δίκαιος Του ΣπΠΥΡΟΥ Ι. ΑΣΔΡΑΧΑ Με τον Παύλο Δελαπόρτα δεν είχα την τύχη να γνωριστώ προσωπικά. Τον αισθάνομαι για ένα πολύ οικείο μου πρόσωπο, κι αυτό όχι γιατί έχω γνωρίσει την απογονή του ούτε γιατί οι εφτανησιώτικες ρίζες μας με κάνουν να φαντάζομαι ότι ανήκουμε σε ένα πολιτισμικό σύνολο απόλυτα καταφατικό στην εξιδανίκευσή του: πρόκειται για κάτι βαθύτερο και ουσιαστικότερο, για τη συνείδηση δηλαδή ότι ο νόμος και οι τεχνικές του μπορεί να συνυπάρξουν και, ακόμη περισσότερο, να ταυτίζονται με το δίκαιο, με την ανάγκη απονομής δικαιοσύνης. Πρωτάκουσα το όνομά του από τον πατέρα μου στη Λευκάδα, το 1952: δικηγόρος που είχε υπερασπιστεί πολλούς διωκόμενους αριστερούς, μιλούσε για έναν εισαγγελέα στο Μεσολόγγι που, εφαρμόζοντας τον νόμο, αποφυλάκιζε πολλούς κρατούμενους αδίκως στις φυλακές και για την προσπάθεια που γινόταν να μεταταχθούν στη δική του δικαιοδοσία φυλακισμένοι σε άλλες φυλακές, ανάμεσά τους κι εκείνες της Λευκάδας. Ήταν ο Παύλος Δελαπόρτας. Ξέρω πολύ καλά ότι οι ελάχιστες προσωπικές μου μνήμες ή καταθέσεις δεν έχουν να συμβάλουν σχεδόν τίποτε στην κατανόηση της προσωπικότητας του Παύλου Δελαπόρτα: σχεδόν, γιατί συμβάλουν στην κατανόηση αυτή με έναν άλλο τρόπο, γιατί αποτελούν μια απειροελάχιστη συμβολή στη συγχρονική πρόσληψη της προσωπικότητας αυτής, συγχρονική και συνάμα συλλογική, γιατί πολλοί, φυλακισμένοι, υπερασπιστές, συγγενείς, φίλοι και ομαϊδεάτες, είχαν διαμορφώσει την ίδια αντίληψη για το ρόλο του Δελαπόρτα ως δικαστικού λειτουργού. Το μάθημα ήταν απλό, και ίσως απλουστευτικό: οι νόμοι υπόκεινται σε χρησιμοποίηση και μπορούν να γίνουν εργαλεία απόδοσης δικαιοσύνης ή θεσμοθέτησης της αδικίας. Για μας τους αριστερούς, η νομοτεχνική πρακτική που τότε εφαρμοζόταν συνηγορούσε υπέρ της δεύτερης εκδοχής. Οι άνθρωποι της αντίπερα όχθης διατείνονταν ότι, σε τελευταία ανάλυση, η χειραγώγηση των νόμων εξυπηρετούσε ένα μείζον, τότε, αγαθό, την εξουθένωση του κομμουνισμού, χωρίς ωστόσο να ομολογούν ότι η χειραγώγηση αυτή συνεπαγόταν την ανατροπή ενός συστήματος αξιών που υποτίθεται ήταν γενικώς αποδεκτό. Για τους αριστερούς, η συνείδηση του δικαίου που υπαγόρευε τη δικαστική συμπεριφορά του Παύλου Δελαπόρτα ήταν εξ αντιθέτου απόδειξη ότι η απονομή δικαιοσύνης ήταν εν ταυτώ χρησιμοθηρική και ταξική. Απομένει να κατανοήσουμε τι ο ίδιος ο Παύλος Δελαπόρτας νόμιζε για όλα αυτά: μας έχει αφήσει την κατάθεσή του σε δύο επίπεδα, εκείνο της δικαστικής πράξης και εκείνο της ψύχραιμης αλλά βαθιάς εξομολόγησης. Και οι δύο έχουν ως επίκεντρο μια στοιχειώδη και αμετάτρεπτη αρχή του δικαίου, ότι δηλαδή πρέπει να ελέγχεται η αντικειμενικότητα του κατηγορητηρίου. Καθώς οι άνθρωποι που σύρονταν στα δικαστήρια ήταν αριστεροί και κομμουνιστές, όσοι ενσυνειδήτως χρησιμοποιούσαν τον νόμο όχι αποκλειστικώς για να καταδικάσουν εγκλήματα, αλλά για να εξουδετερώσουν κατά κύριο λόγο τους φορείς μιας ιδεολογίας, κατηγόρησαν τον Δελαπόρτα ότι ήταν κομμουνιστής ή συνοδοιπόρος, και ότι αυτή του η ιδιότητα υπαγόρευε τη δικαστική του πρακτική. Αυτό ο ίδιος το θεώρησε ως συκοφαντία. Η ένσταση και η διαμαρτυρία του θα μπορούσε να εκληφθεί ως ένσταση και διαμαρτυρία για τον χαρακτηρισμό του ως κομμουνιστή και συνοδοιπόρου. Δεν νομίζω ότι μπορεί να ευσταθεί αυτή η επιφανειακή ερμηνεία, αντιθέτως νομίζω (δηλαδή είμαι βέβαιος) ότι για τον Παύλο Δελαπόρτα η συκοφαντία συνίστατο στο ότι απέδιδαν τη δικαστική του πρακτική στις ιδεολογικές του προτιμήσεις, και όχι στην τήρηση του νόμου όπως την επιβάλλει η συνείδηση του δικαίου. Ο Παύλος Δελαπόρτας έγινε πανελλήνια γνωστός με την υπόθεση Λαμπράκη και Τσαρουχά, υπόθεση που συγκλόνισε τη χώρα και είχε τη μεγάλη και συνεχή της απήχηση στο εξωτερικό. Δε θα πω τίποτε για τη μεγάλη αυτή στιγμή της δικαστικής σταδιοδρομίας του Παύλου Δελαπόρτα (τόσο ωστόσο όμοια με όλες τις άλλες του στιγμές), γιατί ανάμεσά μας βρίσκεται ο Γιάννης Βούλτεψης, που θα είχε να πει πολλά: ως δημοσιογράφος της Αυγής όχι μόνο "κάλυψε", όπως λένε, ειδησεογραφικώς την υπόθεση, αλλά κυρίως ανακάλυψε και αποκάλυψε. Δεν είμαι άλλωστε αρμόδιος να μιλήσω για τη νομική σκέψη και επιχειρηματολογία του, αλλιώς για τη νομική του τεχνική. Υπάρχουν εδώ τα αρμόδια άτομα να διερευνήσουν και το θέμα αυτό. Ας μου επιτραπεί να αναφερθώ μόνο στη συγγραφική μαρτυρία του Παύλου Δελαπόρτα. Αναφέρομαι στα δύο του βιβλία Το σημειωματάριο ενός Πιλάτουκαι το Λιθάρι του Σισύφου (αντιστοίχως Αθήνα 1978 και 1981, και τα δύο στις εκδόσεις Θεμέλιο, στο κλίμα δηλαδή της μαρξικής ανανεωτικής Αριστεράς). Και τα δύο βιβλία είναι για τον συγγραφέα τους καταθέσεις για  την ιστορία κατά πρώτιστο λόγο, αλλά και δοκιμές γραφής· γι’ αυτές τις τελευταίες εξέφερε μόνο ένα λόγο υπαινικτικό. Αν όχι όλοι μας, οι περισσσότεροί μας τα έχουν διαβάσει, εύχομαι να συμβεί το ίδιο με τους νεώτερους, όσοι στο μέλλον θα παρευρεθούν σε συναντήσεις όπως η σημερινή. Στα βιβλία αυτά, μέσω της αναφοράς σε συγκεκριμένα παραδείγματα, τεκμηριώνεται το νομικό ήθος και η δικαιική συνείδηση του συγγραφέα τους: είναι μια διανοητική και συγχρόνως πραγματολογική αυτοβιογραφία, που επέχει θέση ιστορικής πηγής για τη μεταπολεμική Ελλάδα: εικονογραφούν πριν απ’ όλα μια διχοτομία, όπως εξειδικεύεται στο πεδίο της πρακτικής εφαρμογής του δικαίου, μια εφαρμογή χρησιμοθηρική που αναιρεί το ίδιο το δίκαιο, και μια εφαρμογή ανταποκρινόμενη στη λογική του δικαίου και συνακόλουθα στη λογική που υπαγορεύεται από την ανάγκη της διατήρησης των κοινωνικών συνοχών, που δεν είναι άλλες από τις συνοχές του δημοκρατικού πολιτεύματος. Δε θα σας κουράσω επικαλούμενος παραδείγματα. Για να καταθέσει τη μαρτυρία του, ο Παύλος Δελαπόρτας επέλεξε έναν απλό αφηγηματικό τρόπο: αν κάποιος αφελής έμενε μόνο στα σημαίνοντα και αγνοούσε τα σημαινόμενα της αφήγησης, θα την εκλάμβανε ως απλοϊκή· αν αντιθέτως κατανοούσε τα σημαινόμενα θα την κατανοούσε ως δραματική και κάποτε ως τραγική. Ο τίτλος του πρώτου βιβλίου του υποβάλλει την τραγικότητα όσων συνιστούν το περιεχόμενο και όχι τη μορφή της αφήγησης. Θα τελειώσω την παρέμβασή μου, που ελπίζω να μην έγινε φορτική, με λίγες, καθώς έλεγαν, ακροτελεύτιες παρατηρήσεις. Και πρώτα, η ανθρωπολογική ματιά του συγγραφέα: δεν συνοψίζεται μόνο στα παρατηρήματα που θα έκανε ένας ανθρωπολόγος επισημαίνοντας, για παράδειγμα, τα λείψανα του μητρικού δικαίου στη Λέσβο, ούτε στην ψυχολογία των κρατουμένων στις φυλακές. Θα επεσήμαινα την πολιτισμική ετερότητα που αναδύεται από τις αφηγήσεις του, μια ετερότητα που, στη θετική της εκδοχή, αναδεικνύεται στο πεδίο των ηττημένων, δηλαδή των ανθρώπων της Αριστεράς· μια ετερότητα επίσης με γεωγραφική συνδήλωση, με ιδανικό δείγμα τη Ζάκυνθο, τον αντίποδα του Γυθείου. Η ανάδυση αυτής της ετερότητας συνοδεύεται από ψυχογραφικού ενδιαφέροντος εκφραστικές απελευθερώσεις — είναι οι μυρουδιές της Ζακύνθου και τα χρώματά της που αποτελούν το πάρισο του πολιτικού και ανθρωπιστικού της ήθους. Στην ίδια γραμμή, θα ήθελα να επισημάνω το παραδοσιακό ήθος που έχει σημαδέψει τον ψυχισμό του συγγραφέα και πρωτίστως του δικαστικού λειτουργού: πρόκειται για την πρόσληψη της οικογένειας, για το ήθος των γεννητόρων, καλοσύνη και θυσία, και η μια και η άλλη υποκείμενες σε μια πειθαρχία που από οικογενειακή είναι δυνατολογικώς και κοινωνική. Θα έλεγα ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια υπερχρονική συνάντηση με τον Ανδρέα Λασκαράτο. Τέλος, θα ήθελα να πω δυο ακόμη πράγματα. Μολονότι για μένα είναι αυταπόδεικτο ότι ο Παύλος Δελαπόρτας ανήκε στην Αριστερά, δεν μπορώ να ξέρω σε ποιαν από τις εκδοχές της ακριβώς ανήκε: εκείνο που νομίζω ότι ξέρω είναι ότι υπερασπιζόμενος τούς αδίκως κατατρεγμένους ενέτασσε ο ίδιος τον εαυτό του σε μια διαχρονική και ιδανική Αριστερά που ταυτίζεται με τις διαιώνιες ανάγκες και με τους διαιώνιους πόθους των ανθρώπων, την Αριστερά της αρετής. Σήμερα γίνεται πολύς λόγος για ένα νομικό πολιτισμό που θα πρέπει να προστατευθεί: δεν πρόκειται μόνο για μια εργαλειακή κατασκευή, που παγιώνει όλες τις συμβιωτικές κατακτήσεις των ανθρώπων ως ατομικότητες και συγχρόνως ως συλλογικότητες· πρόκειται συμφυώς για ένα δικαιικό ήθος, εκείνο που εικονογράφησε με τη δικαστική του πρακτική και συγγραφική του κατάθεση ο Παύλος Δελαπόρτας, αυτός ο εκπρόσωπος του νομικού ανθρωπισμού. ΥΓ (2009). Υπενθυμίζω ότι ο Γιάννης Βούλτεψης έχει δημοσιεύσει ένα εμπεριστατωμένο βιβλίο Υπόθεση Λαμπράκη, 2 τόμοι, Αλκυών, Αθήνα 1988.  Ακόμα, για τα τη δολοφονία του Γ. Λαμπράκη (Θεσσαλονίκη, 22 Μαΐου 1963) θα πρέπει να επισημανθεί το συνεκτικό και εύστοχο κεφάλαιο που αφιερώνει σ’ αυτή, στις προϋποθέσεις και στις συνέπειές της, στην πρόσφατη ιστορική του σύνθεση, ο Τάσος Τρίκκας, ΕΔΑ 1951-1967. Το νέο πρόσωπο της Αριστεράς, 2 τόμοι, Αθήνα 2009 (τόμος Β΄, σ. 87-100). Μικρό ανθολόγημα από κείμενα του Παύλου Δελαπόρτα Το ανθρωπολογικό βλέμμα [Μυτιλήνη, 1933-1938: Ειρηνοδίκης]. Σημαντικό μέρος των συμβιβαστικών μου προσπαθειών αφορούσε επαναφορές απότακτων συζύγων στην… ενεργό συζυγική υπηρεσία. Επρόκειτο πάντα για άντρες που τους έδιωχναν οι γυναίκες τους από το σπίτι. Εκεί, όπως και σε άλλα μέρη της Μυτιλήνης, κατά κανόνα οι έγγαμοι άνδρες οικογενειακώς βρίσκονται στη μειονεκτική και υποτιμημένη θέση του σώγαμπρου. Σπίτι επιπλωμένο, ελαιώνες, σπίτι στην εξοχή, περιβόλια, μετρητά, όλα ανήκουν στη γυναίκα που της δόθηκαν προίκα. Οι περισσότεροι άνδρες ήταν σοβαροί και εργατικότατοι άνθρωποι, υπήρχαν όμως και μερικοί τεμπέληδες, που εκεί τους έλεγαν "αχμάκηδες", που εστηριζόντανε μόνο στην πανοπλία, που αποτελεί το διακριτικό του φύλου τους για να εξασφαλίσουν την καλοζωία τους. Τέτοιους, καθώς και τους μπεκρήδες, τους νευρικούς και τους ευέξαπτους δεν τους ανέχονται οι Μυτιληνιές, που τους θέλουν καλούς και εργατικούς νοικοκύρηδες. Και με τη διάθεση ηγεμονικής δεσποτείας, που τους δίνει η ηγεμονική τους υπεροχή και παντοδυναμία, θέλουν τον άντρα ένα είδος βασιλικού συζύγου, πειθήνιου εκτελεστή κάθε επιθυμίας και θέλησής τους. […] Θυμάμαι ένα γέροντα που στα νιάτα του δούλεψε σαν ναυτικός και ξεχρέωσε την ενυπόθηκη περιουσία της γυναίκας του. Μόλις έχασε τη δύναμή του εις ισχύν λειρίων πετεινού (όπως μετρούσαν άλλοτε τις ανδρικές ορμόνες), η γυναίκα του τον έδιωξε από το σπίτι και του έδωσε την άδεια να μένει σ’ ένα αγροτικό της σπιτάκι (ντάμι) στα ελαιοκτήματα. Ο γέροντας ήρθε να μου παραπονεθεί πως η γρια τον στερεί από τροφή. Όταν ήρθε η γρια στο γραφείο μου που την κάλεσα, μπροστά κι ο γέροντας, έβαλε τα χέρια της στη μέση της, κύτταξε το γέροντα περιφρονητικά και οργισμένη του είπε: "Δεν ήρθες εδώ και είκοσι μέρες και σου έδωσα ψωμί, ντοματούδες και εληούδες;". Κατά τη γριά, αφού πριν από είκοσι μέρες είχε δώσει στο γέροντα να φάει ψωμί, ντομάτες και εληές, σαν πολύ νωρίς ήταν για να… ξαναπεινάσει ο γέροντας και να γυρεύει τροφή. Από το ζόφος στο Ιόνιο φως [Εισαγγελέας Πρωτοδικών: Από το Γύθειο (1945-1946) στη Ζάκυνθος (1947-1951)] Εκεί που βρισκόμουν στην πατρίδα μου, ο αλησμόνητος εκείνος δικαστής και φίλος, ο Αντωνόπουλος, μου έστειλε ένα απόκομμα τοπικής εφημερίδας [του Γυθείου], που σ’ ένα μικρό αρθρίδιο δημοσίευε πως μ’ εκατατάλαβαν τι είμαι, πως δεν θα μπορούσα άλλο να τους ξεγελάσω και τελείωνε με τη φράση: "Έλα και σε περιμένουμε να γυρίσεις για να σου διαβάσουμε όλους τους ψαλμούς του Δαυίδ, κύριε Παύλο". Μου σύσταινε δε στο γράμμα του ο Αντωνόπουλος, πως επικρατούν άσχημες διαθέσεις εναντίον μου, όπως το έδειχναν και οι απροκάλυπτες απειλές του δημοσιεύματος, και γι’ αυτό να φροντίσω για καμιά μετάθεση και να μην ξαναγυρίσω καθόλου στο Γύθειο, γιατί δεν είχε ασφάλεια η σωματική μου ακεραιότητα, αν μη και η ζωή μου. Στο γράμμα του Αντωνόπουλου δεν υπήρχε καμία υπερβολή για τους κινδύνους που διέτρεχα. Αφού εθεωρείτο σχεδόν κομμουνιστής όποιος διάβαζε την εφημερίδαΚαθημερινή, έπρεπε να θεωρηθώ κάτι πολύ χειρότερο εγώ που εδιάβαζα τηνΕλευθερία! Άλλωστε  ο προκάτοχός μου από την αρχή που πήγα στο Γύθειο, πριν ακόμα φύγει, απέφευγε να δώσει κατευθείαν απάντηση, αλλά φαρισαϊκά τους απαντούσε: “Δεν βλέπετε τι εφημερίδα διαβάζει; Ελευθερία. Από κει καταλαβαίνετε”". Θυμήθηκα τις καθεβραδινές προφητείες του νεαρού εκείνου, που έλεγε στο πέρασμά μου: "όλα τα κουκουέδια θα πεθάνουνε", θυμήθηκα την πρόταση των εθνοφυλάκων στον πατροκτόνο κατάδικο να με σκοτώσει, κι αφού τα ζύγισα καλά, κατέληξα πως πρέπει να επιδιώξω τη μετάθεση. […] Το να βρεθώ μετά το αδιάκοπα ταραγμένο Γύθειο στη Ζάκυνθο, ήταν όλο το ίδιο σαν να βρεθεί θαλασσοδαρμένος ναυτικός, ύστερα από πολύ άγριες φουρτούνες, που συχνά παραλίγο να τον καταπιούν τα κύματα, σε γαληνεμένο και υπήνεμο λιμάνι. Το ευγενικό αυτό νησί, που υπηρέτησα τέσσερα χρόνια και λίγους μήνες (Μάρτης 1947-Ιούλιος 1951) έχει μια μοναδική ιδιότητα. Από την αρχή μόλις πατήσει εκεί ξένος δεν έχει ούτε στιγμή την εντύπωση πως βρίσκεται σε ξένο τόπο. Και μόνο που τον βλέπουν οι άνθρωποι, χωρίς να του μιλούν, με το θωπευτικό καλοσυνάτο τους βλέμμα, του μεταδίδουν την ψυχική ζεστασιά της καλής υποδοχής και τη βεβαίωση πως τον θεωρούν για δικό τους. Κι αυτό πάντα ανυστερόβουλα και χωρίς κανέναν υπολογισμό. Ο Κάλβος στην Ωδή του "Ο Φιλόπατρις" γράφει πως, ταξιδεύοντας για τη Ζάκυνθο, εμάντευε την προσέγγισή του σ’ αυτή από την "ευωδία των χρυσών κίτρων". Αυτό μπορεί να αποδοθεί και στην ποιητική του φαντασία και στη μόνιμη έξαψη της φιλοπατρίας του. Εγώ, τελείως στερημένος ποιητικής φαντασίας, εμάντευα την προσέγγισή μου στο γραφείο μου της Εισαγγελίας Ζακύνθου που ήταν στη συνοικία των Αγίων Σαράντα από διακόσια μέτρα απόσταση, από την ευωδία που διάχυνε σε τόση ακτίνα γύρω την εποχή της ανθοφορίας της, ένα πελώριο ανθοφόρο δένδρο που λέγεται μαγνόλια και βρισκόταν στον κήπο του παλαιού αρχοντικού που εστέγαζε την Εισαγγελία και το Πρωτοδικείο. Κατά τους ειδικούς ήταν το μεγαλύτερο δέντρο της Ελλάδας της κατηγορίας αυτής. Πρέπει να ήταν ταυτόχρονα ανοιγμένα στο δένδρο όχι λιγότερα από 700 άνθη, σχήματος και μεγέθους αυγού χήνας. Μέσα στα γραφεία μας εισπνέαμε το μεθυστικό της άρωμα. Έτσι και η μαγνόλια της Εισαγγελίας ήταν πιστοποιητικό του τίτλου της Ζακύνθου σαν Άνθους της Ανατολής (Φιόρο του Λεβάντε). Οι Ζακυνθινοί, συντηρητικοί στη μεγάλη τους πλειοψηφία, ανήκουν στα δεξιά ή κεντρώα κόμματα, αλλά έχουν όλοι ανεξαίρετα πλήρη και απόλυτη ιδεολογική ανεξιθρησκία, πράγμα που δείχνει τον ψηλό βαθμό του πολιτισμού τους. […] Έτσι μόλις βρέθηκα κάτω από τέτοιες συνθήκες, στο φυσικά και πολιτικά ήπιο και ευχάριστο κλίμα της Ζακύνθου, γρήγορα ανάκτησα την ψυχική μου γαλήνη και την αταραξία, βασικά απαραίτητες για τη δουλειά του κάθε δικαστικού, που τις είχα στερηθεί ένα χρόνο, μέσα στις τόσες ισχυρές συγκινήσεις του διαρκώς ανάστατου Γυθείου. Η συγγνώμη ενός αθώου [Μεσολόγγι, 1951-1961: εισαγγελέας Πρωτοδικών] Ο Νικήτας Κολοβός, τυπογράφος το επάγγελμα, καταδικάστηκε από κάποιο Στρατοδικείο της εποχής εκείνης κάπου 30 χρόνια πρόσκαιρα δεσμά για παράβαση του άρθρου 30 του Γ΄ Ψηφίσματος. […] σε λίγες μέρες μου υπόβαλε υπηρεσιακώς μέσω της φυλακής την αίτησή του για να παραγραφεί η καταδικαστική του απόφαση και να απολυθεί από τις φυλακές. Ήταν πρωινές ώρες που μου έφεραν στο γραφείο την αίτηση αυτή και έτυχε να είναι μπροστά και ο Αντεισαγγελεύς. Αλλά εγώ την ημέρα εκείνη θα έφευγα για την Ναύπακτο, για υπηρεσία, και εκεί θα έμενα κάπου 8 μέρες. Δεν πρόφθανα να μπάσω την αίτηση στο Πλημμελειοδικείο και να παραστώ να την υποστηρίξω ο ίδιος. Και δίνοντας πάντα την αξία που πρέπει ακόμα και στο κάθε λεπτό της ελευθερίας ενός ανθρώπου, σκέφτηκα πως δεν χρωστάει τίποτα ο Κολοβός να μείνει 8 μέρες παραπάνω στη φυλακή και να στερηθεί την ελευθερία του, ώσπου να γυρίσω εγώ από τη Ναύπακτο. Πάει πολύ. Αρκετά την εστερήθηκε. Ο Αντεισαγγελεύς ήταν πάντα ορεξάτος κομμουνιστοφάγος, αλλά η περίπτωση του Κολοβού δεν χωρούσε καμιά στραβοτιμονιά, ούτε τραβούσε καμιά άλλη λύση, παρά μόνο της παραδοχής της αίτησης και της απόλυσής του από τη φυλακή. Μ’ αυτές τις σκέψεις, να μη μείνει παραπάνω από 8 μέρες ο Κολοβός στη φυλακή, ανάθεσα την αίτηση στον Αντεισαγγελέα να την χειριστεί και να την εισαγάγει στο Πλημμελειοδικείο. Ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή! Δεν έσπαγα το χέρι μου καλύτερα και να μη του τη δώσω; Δεν την εκλείδωνα την αίτηση στο συρτάρι του γραφείου μου και μόλις θα γύριζα να τη φροντίσω ο ίδιος; Όταν γύρισα στο Μεσολόγγι από τη Ναύπακτο μου ανάφερε ο Αντεισαγγελεύς: "Την απορρίψαμε την αίτηση εκείνου του Κολοβού". Ξαφνιασμένος τον ρώτησα πώς τα κατάφεραν και την απόρριψαν, και ο Αντεισαγγελεύς, τρίβοντας τα χέρια του και χαμογελώντας με αυταρέσκεια, μου είπε: "Ε! Εβρήκαμε ένα τρόπο". […] Ο Νικήτας Κολοβός δεν εβγήκε από τη φυλακή το 1952, που σίγουρα θα έβγαινε, αν έκανα εγώ την πρόταση που έπρεπε της παραδοχής της αίτησης και της απόλυσής του τότε. Ο Κολοβός απολύθηκε από τις φυλακές μετά 8 χρόνια, στα 1960. Και μου έμεινε από τη στενοχώρια μου, παρωδώντας ένα παλιό τραγούδι που λέει "Συγγνώμη σου ζητώ, συγχώρεσέ με και αν έφταιξα πικρά τ’ ομολογώ" να λέω κι εγώ: "Νικήτα Κολοβέ, συχώρεσέ με, και να έφταιξα πικρά τ’ ομολογώ. Πήγα να σου οικονομήσω 8 μέρες, να βγεις νωρίτερα 8 μέρες από τη φυλακή, κι έμεινες μέσα 8 χρόνια παραπάνω". Σημ. Τα αποσπάσματα προέρχονται από το βιβλίο του Παύλου Δελαπόρτα Το σημειωματάριο ενός Πιλάτου, εκδ. Θεμέλιο. Η ιδέα του μικρού αφιερώματος, οι τίτλοι και η ανθολόγηση οφείλονται στην –πολύτιμη πάντα– βοήθεια του Σπύρου Ασδραχά. Ευχαριστούμε θερμά τα παιδιά του Παύλου Δελαπόρτα, Αικατερίνη και Γεώργιο, για το φωτογραφικό υλικό που μας παραχώρησαν. Εισαγγελέας, στη δίκη Λαμπράκη Στην εισαγγελική έδρα

Πηγή: avgi.gr

ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0
DISQUS: 0