Το «κατενάτσιο» της Αριστεράς και τα πραγματικά «δύο άκρα»

unbs0wc4 Τις τελευταίες μέρες, μετά το αστυνομικό και δικαστικό κρεσέντο που έστειλε προφυλακισμένους στον Κορυδαλλό βουλευτές της Χρυσής Αυγής και επανέφερε τα ποσοστά του εθνικιστικού κόμματος στο επίπεδο των εκλογών (φοβερή πτώση για ένα κόμμα χωρίς αρχηγό και βουλευτές), η Νέα Δημοκρατία σήκωσε το δεξί της μανίκι και γέμισε τα κανάλια με τους δικούς της ακραίους, τουλάχιστον σε φρασεολογία, «άσσους». Τύποι σαν τον Φαήλο Κρανιδιώτη και τον Χρύσανθο Λαζαρίδη επανέκαμψαν στις τηλεοπτικές μας οθόνες, ψαρεύοντας με λεκτικούς δυναμίτες στα θολά νερά της εθνικοπατριωτικής εκλογικής πελατείας. Ο λόγος είναι προφανής. Έπρεπε πάση θυσία να επιστρέψουν τα απολωλότα πρόβατα του δεξιού μαντριού που τρομαγμένα από τη μνημονιακή γκλίτσα του Σαμαρά είχαν σκορπίσει στις ναζιστικές, φασιστικές, εθνικιστικές ή κατά άλλους πατριωτικές πλαγιές, κάτω από το σκοτεινό φως του χρυσαυγίτικου ηλιοβασιλέματος. Έτσι η Νέα Δημοκρατία, κινούμενη στη λογική του «τώρα που βρήκαμε παπά, να θάψουμε πέντ’ έξι», επανέφερε τη θεωρία των δύο άκρων, βάζοντας τον στην άλλη πλευρά του ριγκ μαζί με την Χρυσή Αυγή. Αυτή η θεωρία, ειδικά σήμερα μοιάζει να κουβαλάει την ίδια σοβαρότητα με τη θεωρία των ψεκασμών, της εξωγήινης προέλευσης των Ελλήνων και της πεποίθησης ότι ο Έλβις ζει. Στην πραγματικότητα, ο σήμερα έχει τόση σχέση με τον εξτρεμισμό όση και η Νέα Δημοκρατία. Η σχέση αυτή έχει να κάνει κυρίως με το παρελθόν στελεχών των δύο κομμάτων. Όντως υπάρχουν στελέχη του που φλέρταραν με τον εξτρεμισμό ή στην καλύτερη περίπτωση τον δικαιολογούσαν, τον ανέχονταν ή τον κανάκευαν. Όμως ξεχνάμε την πολιτική προέλευση του πρωτοκλασάτου Μάκη Βορίδη από τα αχανή βάθη της χουντοφασιστικής δεξιάς; Ξεχνάμε τις προτροπές του Φαήλου Κρανιδιώτη για νέο Γουδή, τις συνεχείς εμπρηστικές αναρτήσεις του στα κοινωνικά δίκτυα, τις ρίζες στελεχών της Νέας Δημοκρατίας στο «πατριωτικό» μέχρι χούντας ΛΑΟΣ; Από που προέκυψαν ο Άδωνις Γεωργιάδης και ο Θανάσης Πλεύρης;  Προέρχονται ή δεν προέρχονται από το γκρίζο τοπίο της ακροδεξιάς; Μετάνιωσαν θα μου πεις. Δεκτόν. Για να μην αναφερθούμε στο παρακράτος. Υπάρχει ή δεν υπάρχει διάχυτη στην ελληνική κοινωνία η βεβαιότητα ότι τόσο μέσα στην αστυνομία όσο και στο δικαστικό σώμα υπάρχουν κέντρα που οδήγησαν στο να αγνοηθούν για μακρύ χρονικό διάστημα οι εμφανώς ποινικά κολάσιμες πράξεις στελεχών της Χρυσής Αυγής; Κι αν όλα αυτά είναι απλώς θεωρίες συνωμοσίας ή κέντρα περιορισμένης εμβέλειας λειτούργησαν ερήμην της κυβέρνησης, του υπουργείου Δημόσιας Τάξης, της ΕΥΠ; Είναι βαριά λέξη το «παρακράτος»;  Ποια πρόθεση να βάλω τότε μπροστά στη λέξη για να περιγράψω ένα τέτοιο «κράτος» εν κράτει; Με ποιο χώρο επικοινωνούν τέτοια μορφώματα; Λειτουργούσαν ανεξάρτητα και τώρα τα ξεπάστρεψαν; Δεκτόν κι αυτό. Παρόλα αυτά, αυτό που εξωραΐζει τη σημερινή εικόνα των κομμάτων, τόσο του όσο και της Νέας Δημοκρατίας, είναι η προσπάθεια απομόνωσης των εξτρεμιστικών στοιχείων. Υπάρχουν εξτρεμιστικές φωνές και στα δύο κόμματα αλλά η ουσία είναι ότι είναι απομονωμένες και δεν εκφράζουν ούτε τη βασική γραμμή των δύο κομμάτων, ούτε την ηγεσία, ούτε την συντριπτική πλειοψηφία των βουλευτών ή των στελεχών τους. Ακόμη κι αν η Νέα Δημοκρατία περιμένει με ανοιχτές αγκάλες ένα σημαντικό ποσοστό από πρώην Χρυσαυγίτες. Ας πούμε ότι κι αυτοί ήταν δημοκράτες αλλά παραστράτησαν λόγω μνημονίου… Δεν είναι αυτοί τα δύο άκρα λοιπόν.  

Το άχρωμο κέντρο

Όλα αυτά συμβαίνουν την ίδια στιγμή που ο ΣΥΡΙΖΑ μήνα με το μήνα μοιάζει να στριμώχνεται όλο και περισσότερο στον κεντροαριστερό χώρο που άφησε ελεύθερο το ΠΑΣΟΚ, προκειμένου, όπως λανθασμένα κατά τη γνώμη μου πιστεύει, να κερδίσει ολόκληρο το «Κεντρώο» σώμα και να το μετατρέψει σε ψηφοφόρους του. Το σώμα αυτό, αποτελείται φαινομενικά από κεντροαριστερούς (όρος που στις μέρες μας στερείται πολιτικού περιεχομένου). Αυτούς φλερτάρει και πάλι το ΠΑΣΟΚ με τις κινήσεις των 75, των 58 κ.λπ. Διαβάζοντας μάλιστα το μανιφέστο των 58, μοιάζει κραυγαλέα η απόπειρα επανακατάληψης του κεντρώου χώρου χωρίς να αναφέρεται ούτε μία σαφής πολιτική θέση ή πρόταση. «Να πάμε κάπου να κάνουμε κάτι…» Τι περιέχει πραγματικά όμως αυτός ο χώρος; Στην συντριπτική τους πλειοψηφία οι ψηφοφόροι που θα αυτοχαρακτηρίζονταν ως κεντρώοι ή κεντροαριστεροί είναι δημοκράτες της ησυχίας, του εφησυχασμού και πολλές φορές του βολέματος, οι οποίοι διαμορφώνουν εδώ και δεκαετίες ένα αφόρητα βαρετό εκλογικό σκηνικό, ανάλογα με το με ποιο πλευρό κοιμούνται το τελευταίο βράδυ πριν από κάθε εκλογική αναμέτρηση. Η Ελλάδα, μετά τα πρώτα χρόνια διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα, κινείται με βάση τις ορέξεις μιας δήθεν κεντρώας πλειοψηφίας, η οποία έχει εγκλωβιστεί ή επιλέξει ένα αντιδημιουργικό και βαθειά απολιτικό χώρο τον οποίο ονομάζουμε Κέντρο. Οι φιλελεύθερες ιδέες του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη ή η αριστερή επαναστατικότητα μετά ασύδοτου κρατισμού και σκανδάλων του Ανδρέα, οι νεοφιλελεύθερες κορώνες του Α. Γεωργιάδη ή τα νεοκομμουνιστικά οράματα συνιστωσών του ΣΥΡΙΖΑ μοιάζουν με πολιτική όαση μπροστά σ’ αυτό το νεκρό από δημιουργικότητα και ενεργή συμμετοχή εκλογικό μωσαϊκό που επιλέγει κυβερνήσεις εδώ και χρόνια. Ένα μωσαϊκό που στερείται πολιτικών ιδεών και που κυρίως ψάχνει να βρει την ησυχία του. Μοναδική εξαίρεση στην ησυχία αυτή αποτελούν κάποιες παρηκμασμένες επαναστατικές μανιέρες κρατισμού στο αριστερό του άκρο, κατάλοιπα συνήθως του ανδρεοπαπανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ, αλλά και ένας στείρος, οικονομικός κυνισμός, φιλελεύθερου τύπου υπό κρατική συνήθως επιδότηση και με συμμετοχές σε φιλανθρωπικές οργανώσεις από το άλλο. Το Κέντρο στην Ελλάδα συνήθως σημαίνει και την παντελή έλλειψη συμμετοχής στα κοινά αφού αυτή εμποδίζεται από μια δήθεν ευημερία, από ωχαδερφισμό ή επαναστατικότητα του τηλεκοντρόλ που για δεκαετίες αποτελούσε την τρίπτυχη επίφαση ενός ολόκληρου πολιτικού πολιτισμού. Μια επίφαση που συνήθως είχε σαν μέτρο ευημερίας αποκλειστικά και μόνο οικονομικούς όρους, συχνά δε με αλλοιωμένα νούμερα και δάνεια. Μήπως είναι τυχαίο ότι η προσδοκία της «ανάπτυξης» ακόμη και σήμερα περιορίζεται αυστηρά στα όρια ενός οικονομικού, γυμνού πολιτισμικά, θαύματος που ξεκινάει από ένα νούμερο που τείνει στο μηδέν; Αυτοί οι «Κεντρώοι» είναι συνήθως οι ρυθμιστές των εξελίξεων. Αυτοί είναι που συνήθως ψηφίζουν τον «Κανέναν» στις δημοσκοπήσεις για μια ολόκληρη τετραετία και τον «λιγότερο χειρότερο» στην κάλπη, συχνά αποφασίζοντας λίγο πριν μπουν σ’ αυτήν. Σ’ αυτούς δείχνει να βουτάει όλο και περισσότερο ο ΣΥΡΙΖΑ. Από την άλλη πλευρά, η Νέα Δημοκρατία σήμερα (και μέχρι εχθές το ΠΑΣΟΚ) έταξε τον εαυτό της στο να συρρικνώσει τα ελλείμματα έστω κι αν το ΑΕΠ πιάσει πάτο. Πολιτικά όμως, και παρά τον ιδεολογικό της μονολιθισμό, εκσυγχρονίζει όλο και περισσότερο την στρατηγική και την εικόνα της, λειαίνει τις γωνίες της, προχώρησε σε συνεργασίες εκτοπίζοντας πολωτικά κατάλοιπα δεκαετιών και μοιάζει τουλάχιστον να κινείται βάση σχεδίου, κάτι που ξετρελαίνει τους «μεσαίους» άβουλους ψηφοφόρους, ανεξάρτητα αν αυτή η πολιτική και αυτό το σχέδιο μέρα με τη μέρα απλώνουν σε μεγαλύτερη έκταση το καταστροφικό τους πέπλο πάνω και από τα δικά τους κεφάλια. Τελικά μπορούμε να πούμε ότι με την κυβέρνηση αυτή μπορούμε να κοιμόμαστε όλοι ήσυχοι ότι θα πεθάνουμε εκσυγχρονισμένοι. Ο καλύτερος θάνατος, λένε, είναι αυτός που σου συμβαίνει στον ύπνο σου… Η λογική της συγκυβέρνησης είναι επίσης ότι πληρώνει και διορθώνει τα σπασμένα ενός πρώην αμαρτωλού πολιτικού συστήματος (που όλως τυχαίως περιέχει και τους ίδιους). Κατ’ αυτούς σώζουν τη χώρα. Κατ’ εμέ, έχουν υποταχθεί άνευ όρων στην καταστροφική μανία μιας καταρρέουσας οικονομικής ολιγαρχικής Διεθνούς που δεν γνωρίζει σύνορα. Κανείς δεν αποκλείει βέβαια ακόμη κι αυτή η κυβέρνηση κάποια στιγμή να ορθώσει ανάστημα και να πει ένα όχι. Τέτοιες φωνές ακούγονται όλο και περισσότερο στο κυβερνητικό στρατόπεδο και η ατμόσφαιρα μυρίζει κεντροαριστεροκεντροδεξιά επανάσταση απέναντι στην Τρόικα. Έχει ξαναμυρίσει βέβαια και στο παρελθόν μπαρούτι και αγανάκτηση από τους βουλευτές όμως ανοίξανε τα παράθυρα να μπει φρέσκος μνημονιακός αέρας. Θα δείξει…  Η Αριστερά όμως τι κάνει;  

Το ιδεολογικό «κατενάτσιο»

Η Αριστερά παίζει «κατενάτσιο», άμυνα, αντιπολίτευση με φθίνουσα δημιουργικότητα, χωρίς να προωθούνται εύκολα φρέσκες ιδέες, χωρίς να διαμορφώνει καθημερινά ένα ολοένα και πιο ολοκληρωμένο εναλλακτικό σχέδιο. Χωρίς να διαμορφώνει τη δική της πολιτική ατζέντα η Αριστερά μοιάζει να εγκλωβίζεται όλο και περισσότερο στη γραφειοκρατία των μεγάλων ποσοστών και στη λογική του να βρίσκεται διαρκώς στον αντίποδα της συγκυβέρνησης. Αυτό είναι για μένα το σημερινό λάθος της Αριστεράς. Ότι απομακρύνεται όλο και περισσότερο από την ιδέα ενός πραγματικά ανεξάρτητου νέου οράματος. Για δεκαετίες, αυτή η Αριστερά κινούταν ανάμεσα στην πολιτική ουτοπία και τη σύγκρουση με ένα «σύστημα» τόσο μεγάλο που τελικά κατέληγε αχανές και απροσδιόριστο. Γενιές και γενιές Αριστερών οραματίζονταν μεγάλες συγκρούσεις και επαναστάσεις που θα έριχναν στο σκοινιά το «συστημικό τέρας». Τώρα το «τέρας» σωριάστηκε μόνο του και οι ουτοπίες ίσως μοιάζουν πιο κοντά από ποτέ. Έννοιες ξεχασμένες από το νεοελληνικό λάιφ στάιλ των γιάπις, όπως η ισότητα, η πραγματική κοινωνική δικαιοσύνη, η αλληλεγγύη, η ενεργός συμμετοχή σήμερα επανέρχονται.  Νομίζω ότι ζούμε την εποχή που η Αριστερά πρέπει να ανοίξει ολόκληρη την βεντάλια με τις δικές της προτάσεις. Αντί αυτού, νιώθω ότι χάνει με το χρόνο τη δημιουργικότητά της και εξαντλείται σε μια ρητορική απαντήσεων και συγκρούσεων, πότε στο κοινοβούλιο, πότε στο δρόμο και πότε στους χώρους εργασίας. Ο διαρκής όμως αυτός διάλογος με το παρηκμασμένο σύστημα την εξαντλεί και την μετατρέπει στην άλλη πλευρά του ίδιου νομίσματος. Η Αριστερά σήμερα μοιάζει να λειτουργεί όπως λειτούργησε για δεκαετίες ο συνδικαλισμός, το ετεροθαλές αδελφάκι της, που πορεύτηκε αμυντικά, αμήχανα, συχνά ύποπτα, χωρίς φαντασία, χωρίς πειστικές νέες προτάσεις για τις εργασιακές σχέσεις, μόνο με απαντήσεις και συγκρούσεις σε φανταστικές ή πραγματικές επιθέσεις της όλο και μειούμενης στην Ελλάδα εργοδοσίας. Τόσο η Αριστερά όσο και ο συνδικαλισμός έπαιζαν διαρκώς «άμυνα». Έβγαιναν και βγαίνουν στους δρόμους για να απαντήσουν σε κυβερνητικές αποφάσεις, σε μειώσεις μισθών, σε κακούς χειρισμούς της κυβέρνησης σε εξωφρενικές απαιτήσεις των εργοδοτών, σε εργασιακούς «μεσαίωνες» κ.λπ. Γιατί το συνδικαλιστικό κίνημα δεν λειτούργησε πραγματικά ως μια δημιουργική δύναμη; Γιατί δεν έλεγξε ποτέ αυτό τις εξελίξεις; Γιατί δεν δημιούργησε αυτό εξελίξεις στους όρους εργασίας ή ακόμη περισσότερο στη βελτίωση της δημόσιας ή ιδιωτικής επιχειρηματικότητας; Γιατί δεν προσπάθησε να περάσει τη δική του φιλοσοφία στο τί είναι εργασία, ποια είναι τα ζητούμενα, πως αντιμετωπίζουμε τον ανταγωνισμό; Αντ’ αυτού, ο συνδικαλισμός περιορίστηκε σε άμυνα και αντεπιθέσεις. Και στις δύο περιπτώσεις όμως το παιχνίδι το φτιάχνουν άλλοι. Η Αριστερά φοβάμαι ότι κουβαλάει τα ίδια κουσούρια. Αν μπει κάποιος στην επίσημη ιστοσελίδα του ΣΥΡΙΖΑ, μια οποιαδήποτε μέρα, θα διαπιστώσει ότι οι 9 στις 10 πιο πρόσφατες καταχωρήσεις, αναφέρονται στο τι δεν κάνει καλά η κυβέρνηση, στο τι λέει λάθος ο Σαμαράς, ο Δένδιας, ο Φαήλος, ο Γεωργιάδης. Έχει πατήσει, τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και το ΚΚΕ τη μπανανόφλουδα μιας στείρας αντικυβερνητικής κόντρας χωρίς όμως να λάμπει ένα νέο δικό του (ή παλιό για το ΚΚΕ) προτεινόμενο σύστημα που θα συνδιαμορφωθεί απ’ τους πολίτες και θα πείσει. Όποιος παρακολουθεί την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να ομολογήσει ότι έγιναν πολλά ώστε να αποκτήσει ενιαίο πολιτικό λόγο που να συγκεντρώνει και να συνθέτει ένα σημαντικό φάσμα εναλλακτικών ιδεών, αποφεύγοντας τον ηγεμονισμό ή τον συγκεντρωτισμό. Αυτά είναι δύσκολα στοιχήματα. Είναι αλήθεια επίσης ότι συχνά οι πολιτικές συγκεντρώσεις στη βάση του κόμματος μοιάζουν με όαση δημοκρατικότητας και δημιουργικότητας έστω και αν όλο αυτό μοιάζει συχνά με ουτοπική γιορτή που ενίοτε καταλήγει και σε πανηγύρι ή χάβρα. Αυτό όμως δεν φτάνει. Το πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας δεν είναι το πότε θα αποκτήσει ο ΣΥΡΙΖΑ συγκροτημένο και ενιαίο πολιτικό λόγο. Αυτό είναι πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό που ενδιαφέρει είναι η δημιουργία μιας ολοκληρωμένης νέας πρότασης που θα κινηθεί ανεξάρτητα από το σημερινό κατεστημένο και όχι με τη λογική μιας καταναγκαστικής εναντίωσης. Αυτό που φέρνει την όποια «επανάσταση», λέξη-φετίχ των αριστερών, δεν είναι η βία, η κόντρα ή η σύγκρουση με το «παλιό». Αυτά όλα είναι αποτελέσματα των εμποδίων που βάζει το παλιό στο νέο. Μια πειστική και ριζοσπαστική νέα στάση φέρνει την επανάσταση. Αυτή μπορεί να μετατρέψει ακόμη και τους απολιτικούς «κεντρώους» υπηκόους της δόλιας αυτής χώρας σε δημιουργικούς πολίτες. Ένα νέο όραμα που θα διαχωριστεί πλήρως από το καταρρέον παγκοσμίως πολιτικό σκηνικό και θα προτάξει τις δικές του ιδέες. Η Αριστερά πρέπει να σταματήσει την άμυνα και να βγει στην επίθεση. Κι όταν λέω επίθεση δεν εννοώ πόλεμο αλλά δημιουργικότητα, διαφορετική σκέψη, συμμετοχή και απεγκλωβισμό από την απάθεια και τον φόβο που θα οδηγήσει σε μια συμπαγή πολιτική, οικονομική και πολιτιστική νέα πρόταση. Αν υπάρχει νέα πρόταση (που πάντα υπάρχει όταν αναφερόμαστε σε ανθρώπινες σχέσεις), γιατί αν δεν υπάρχει δεν χρειαζόμαστε την Αριστερά. Συντηρητική παράταξη έχουμε μία και μας φτάνει, αυτή κινείται τουλάχιστον με συνέπεια πάνω στο δικό της σχέδιο, όποιο κι αν είναι αυτό. Άλλωστε είπαμε, σε λίγο καιρό έρχεται και η ανάπτυξη… Και κάτι τελευταίο. Κάποια στιγμή ο ΣΥΡΙΖΑ, θα πρέπει να βρει το θάρρος και να δηλώσει ευθαρσώς το τι ακριβώς σκοπεύει να κάνει όταν θα φάει «πόρτα» απ’ τις Βρυξέλες ή το Βερολίνο. Είναι διατεθειμένος να προχωρήσει σε ρήξη με την ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πού θα οδηγήσει κάτι τέτοιο; Η πιθανότητα οικειοθελούς εξόδου της Ελλάδας από το Ευρώ που θα σημάνει και την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται μέσα στα εναλλακτικά σχέδια του ΣΥΡΙΖΑ ή όχι; Οι δηλώσεις περί μονομερών ενεργειών αν δεν πετύχουν οι διαπραγματεύσεις δεν φτάνουν, η υποσχέσεις για αναζήτηση συμμαχιών στις υπόλοιπες χώρες του νότου επίσης δεν φτάνουν. Τί θα κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ για να αντιμετωπίσει εξίσου μονομερείς ενέργειες των συνεταίρων μας; Ποιες υπολογίζει ότι θα είναι αυτές; Είναι προϋπολογισμένη μια τέτοια πορεία στην μετεκλογική του ατζέντα, έστω σαν εναλλακτική τακτική με προετοιμασμένες όμως απαντήσεις και προτάσεις ή στο πρώτο «όχι» των Ευρωπαίων θα βάλει κι αυτός την ουρά στα σκέλια; Πώς θα υπερασπιστεί το δικό του μοντέλο και μέχρι που είναι διατεθειμένος να φτάσει; Στη συνέντευξή του στο Νίκο Χατζηνικολάου ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ είπε ότι θα δώσει ταξιδιωτικά έγγραφα στους μετανάστες και ότι θα πολεμήσει για να αλλάξει το Δουβλίνο ΙΙ (και καλά θα κάνει γιατί αυτή είναι η πραγματική ρίζα του μεταναστευτικού προβλήματος). Θα παραδώσει τα έγγραφα ακόμη κι αν αρνηθούν οι Ευρωπαίοι; Ποιες θα είναι οι συνέπειες μιας τέτοιας κίνησης; Με τη συνθήκη Σένγκεν τί θα κάνει; Όλα αυτά τα ερωτήματα θα πρέπει ο ΣΥΡΙΖΑ να τα απαντήσει και να τα μοιραστεί με τους πολίτες, όχι να τα κρύβει ή να πετάει την μπάλα στην εξέδρα για να ικανοποιούνται οι επικοινωνιολόγοι και να μην τρομάζουν οι ψηφοφόροι. Οι «11 θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ για το Πολιτικό Σύστημα» είναι ίσως η πιο ριζοσπαστική πρόταση του κόμματος μέχρι σήμερα. Ριζοσπαστική και συγκεκριμένη, δίνει τη δυνατότητα στους πολίτες να διαφωνήσουν ή να συμφωνήσουν, να διορθώσουν ή να φοβηθούν, να χλευάσουν ή να λατρέψουν. Με τις θέσεις αυτές ο πολίτης μπαίνει ενεργά σε νομοθετική και ελεγκτική διαδικασία και μάλιστα με τρόπο πρωτόγνωρο, γίνεται ενεργός και συμμέτοχος στο πολιτικό σύστημα. Αν θέλει όμως αυτόν τον πολίτη μετεκλογικά και τον εμπιστεύεται γιατί του αποκρύπτει κομμάτια της πολιτικής που θα ακολουθήσει την επόμενη μέρα; Πόσο ύποπτη ή έστω αντιφατική φαντάζει μια τέτοια στάση; Με λίγα λόγια, αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν τολμήσει να περιγράψει επακριβώς τον οδικό χάρτη που θα ακολουθήσει μετά τις εκλογές και δεν μοιραστεί με τους πολίτες τις παρακαμπτηρίους και τους παραδρόμους που υπάρχουν ώστε να μοιραστεί την ευθύνη μαζί τους τότε ακόμη και αν κερδίσει τις εκλογές θα έρθει στιγμή που θα ευχηθεί να μην τις είχε κερδίσει. Αν δεν το εύχεται ήδη…  

Επιστροφή στα δύο άκρα

Να πω κάτι τελευταίο για τα άκρα. Τελικά, ακόμη κι αν είχε νόημα και περιεχόμενο σήμερα η παγκόσμια αυτή πατέντα της θεωρίας των δύο άκρων, το πραγματικό πρόβλημα δεν θα ήταν αυτό. Το Κέντρο είναι το πρόβλημα που στην Ελλάδα μοιάζει κι αυτό με ευφημισμό γιατί δεν είναι Κέντρο. Μια μαύρη τρύπα είναι, χωρίς πολιτική δραστηριότητα, χωρίς όραμα, γεμάτο αμηχανία, παραίτηση, εγκλωβισμό, φόβο και ιδιωτεία. Οι κεντρώοι στην Ελλάδα δεν είναι μετριοπαθείς, είναι απαθείς. Από αυτή την μαύρη τρύπα πρέπει να απεμπλακεί η Αριστερά και να εμπνεύσει για να κινητοποιήσει, αν θέλει να φανεί πραγματικά χρήσιμη, ως κυβέρνηση ή ως αντιπολίτευση. Όσο η κυβέρνηση συνεχίζει να φτωχοποιεί μέχρι σαδισμού την ελληνική κοινωνία και ο κόσμος δεν βρίσκει μπροστά του μία σοβαρή ελπιδοφόρα πρόταση θα πολώνεται σχηματίζοντας τα πραγματικά «δύο άκρα». Αυτά δηλαδή που λειτουργούν ανεξάρτητα από ιδεολογίες, που το συγκρουσιακό τους δίπολο λειτουργεί ως πρόφαση, είτε πρόκειται για αριστερούς εναντίον δεξιών, είτε για ευρωπαϊστές εναντίον Δραχμιστών, είτε για Ολυμπιακούς εναντίον Παναθηναϊκών. Τα πραγματικά και πιο τρομακτικά «δύο άκρα» είναι αυτά που περιέχουν το κανιβαλικό «εμείς εναντίον όλων». Αυτό δηλαδή που προσπάθησε να υποδυθεί η Χρυσή Αυγή και σε μεγάλο βαθμό το κατάφερε. Και αν το κατάφερε η Χρυσή Αυγή των κρυφοναζιστικών συμβόλων και της αισθητικής νεάτερνταλ φανταστείτε τι μπορεί να κάνει μια πιο «σοβαρή» Χρυσή Αυγή. Μόνο που τότε δεν θα συνεργαστεί με τη Νέα Δημοκρατία όπως είπε ο Μπάμπης των καναλιών. Θα την φάει ζωντανή κι αυτή, μαζί με ολόκληρο το πολιτικό σύστημα.   Σημ.: Αναφέρθηκα στην Αριστερά αλλά προσπάθησαν να αποφύγω αναφορές στο Κ.Κ.Ε. Ο λόγος είναι ότι σέβομαι το γεγονός ότι το κόμμα αυτό μοιάζει στρατευμένο στην αντιπολίτευση. Νιώθω ότι τό’ χει τάμα και το σέβομαι.  

Λουκάς Αθανασίου
για τα Κεφαλονίτικα Νέα
η φωτογραφία είναι από το περιοδικό Schooligans