Υπόμνημα για τα βοσκοτόπια από τον Ε.Α.Σ.

ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΛΕΞΙΜΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΕΚΤΑΣΕΩΝ  ΤΩΝ ΒΟΣΚΟΤΟΠΩΝ ΚΑΤΕΘΕΣΕ ΣΤΟ Υ.Α.Α.Τ. Ο ΕΝΙΑΙΟΣ ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ zv2qqwqd Σε συνέχεια των διαβουλεύσεων που είχε ξεκινήσει από τα τέλη του 2012, η Διοίκηση του Ενιαίου Αγροτικού Συνεταιρισμού με τους εμπλεκόμενους φορείς του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων για το θέμα της επιλεξιμότητας των εκτάσεων των βοσκοτόπων του Νομού προς όφελος της κτηνοτροφίας και του περιβάλλοντος, ο κ. Ανδρέας Π. Καλαφάτης, ως εκπρόσωπος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ε.Α.Σ.Κ.Ι., κατέθεσε το παρακάτω υπόμνημα κατά την συνάντηση της Κεφαλλονίτικης αντιπροσωπίας με στελέχη του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, που έγινε στην Αθήνα την Δευτέρα 14 Οκτωβρίου. Η εφαρμογή του «Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τους Βοσκότοπους» που πραγματοποίησε πρόσφατα ο Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. και είχε ως σκοπό το «φιλτράρισμα» των προβληματικών εκτάσεων των βοσκοτόπων ανέδειξε την αλλαγή χρήσης των εκτάσεων από βοσκότοπο σε δάσος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη σημαντική μείωση των επιλέξιμων εκτάσεων βοσκοτόπων που είναι διαθέσιμες για τους κτηνοτρόφους της Κεφαλονιάς και της Ιθάκης, γεγονός που επηρεάζει τις ενισχύσεις που λαμβάνουν καθώς και την επιβίωσή τους. Επιπροσθέτως, με την εφαρμογή του Νόμου 4061/2012 καλείται ο κτηνοτρόφος, ως υποψήφιος ενοικιαστής, αφού πρώτα απεικονίσει, με τεράστια οικονομική δαπάνη, σε τοπογραφικό διάγραμμα μια περιοχή εκατοντάδων στρεμμάτων, του μέχρι πρότινος βοσκότοπου που τον ενδιαφέρει, να αποδείξει αν η έκταση του δημοσίου που προτίθεται να ενοικιάσει είναι δασική ή μη, κατόπιν εισήγησης της αρμόδιας δασικής υπηρεσίας, γεγονός που αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία. Επιπλέον, για να αποχαρακτηριστεί ένας παλιαγρός που ήταν χωράφι πριν μερικά χρόνια απαιτούνται εκτός των άλλων αίτηση στο Δασαρχείο, συμβόλαια, τοπογραφικά, φωτοερμηνεία, δημοσίευση στις εφημερίδες και δικαστική λύση έως να απελευθερωθεί ο χαρακτηρισμός του όπου στην καλύτερη περίπτωση έχουν περάσει τρία χρόνια εάν στο μεταξύ το Δημόσιο δεν υποβάλει αγωγή πως είναι δικό του. Τα βοσκοτόπια, δημόσια ή ιδιωτικά, πρέπει να είναι παραγωγικά ώστε αυτή η προσφορά να ανταποδίδετε από τον κτηνοτρόφο ο οποίος θα τα προστατεύει με την διαχείριση (απομάκρυνση γέρικων δένδρων, υλοτόμηση και βόσκηση των ζώων). Τα βοσκοτόπια θα δώσουν ξύλα για το σπίτι, ξυλοκάρβουνο για ψησταριές και τα ασβεστοκάμινα, κοπρόχωμα για το κήπο, και ξυλεία για είδη λαϊκής τέχνης (γουδιά, πλάστες, στειλιάρια, γλίτσες, μπαστούνια κ.α.). Έτσι, δεν θα χρειάζεται κάρβουνο εισαγωγής από την Βενεζουέλα, ασβέστης από την Αλβανία και είδη λαϊκής τέχνης από την Κίνα. Πέρα από την κτηνοτροφία τα βοσκοτόπια επηρεάζουν θετικά και την θηραματική οικονομία και αυτό διότι τα θηραματικά ζώα, τα οποία στην πλειονότητά τους ζουν και τρέφονται στα βοσκοτόπια αποτελούν τροφή ή αντικείμενο αναψυχής για τους κυνηγούς. Επίσης, στα βοσκοτόπια βόσκουν και οι μέλισσες που παράγουν για τα νησιά μας μέλι. Παράγουν και άλλα αγαθά όπως ορυκτά, ενώ προσφέρουν πολλαπλές υπηρεσίες που δεν μπορούν να αποτιμηθούν οικονομικά. Υποβαθμίζονται και χάνονται κάθε χρόνο χιλιάδες στρέμματα θαμνολιβαδιών στα νησιά μας, δημιουργώντας άριστες συνθήκες για την ανάπτυξη πυρκαγιών, λόγω της εγκατάλειψης των ορεινών περιοχών από τους κτηνοτρόφους. Την ίδια στιγμή οι εν λόγω προστατευόμενες περιοχές, παρά το αντιθέτως νομιζόμενο, έχουν ανάγκη την κτηνοτροφία γιατί τα φυσικά οικοσυστήματα που περιλαμβάνονται σ’ αυτές έχουν εξελιχθεί διαχρονικά με την παρουσία αγροτικών ζώων. Ακόμη και οι περιοχές που καταστράφηκαν από τις πυρκαγιές μπορούν να αναγεννηθούν με πανίδα και χλωρίδα και να ανασυγκροτηθούν με παράλληλη ανάπτυξη της κτηνοτροφίας τηρώντας συγκεκριμένους κανόνες και προϋποθέσεις. Παλαιότερα η βασική αιτία για την απώλεια θαμνολιβαδιών ήταν η υπερβόσκηση, ενώ σήμερα ακριβώς το αντίθετο : η υποβόσκηση των βοσκοτόπων από την κτηνοτροφία είτε γιατί τα ζώα μειώθηκαν είτε γιατί έφυγαν παντελώς από την εκτατική κτηνοτροφία και στράφηκαν στην εντατική σταβλισμένη. Το πόσο μεγάλη σημασία αποτελεί η ύπαρξη κατάλληλων βοσκοτόπων και για την ποιότητα των παραγόμενων ντόπιων προϊόντων, για την μεγαλύτερη παραγωγική ζωή των αιγοπροβάτων και βοοειδών αλλά και για την οικονομική βιωσιμότητα – ενίσχυση και κυρίως πιστοποίηση μιας κτηνοτροφικής εκμετάλλευσης, είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο. Μεγάλο μέρος της ντόπιας παραγωγής σε κρέας και γάλα οφείλεται στη βοσκήσιμη ύλη των βοσκοτόπων. Η σωστή διαχείριση των βοσκοτόπων συμβάλει στην επιστροφή των αιγοπροβάτων και βοοειδών στα βουνά της Κεφαλονιάς και της Ιθάκης για να εκμεταλλευτούν το μεγάλο βοσκήσιμο πλούτο και παράλληλα στην μείωση της πίεσης στην αγορά ζωοτροφών αλλά και στις τιμές αυτών. Η οριοθέτηση του βοσκότοπου στην και το Θιάκι, σε δασικές εκτάσεις υπό όρους, ώστε ο κάθε κτηνοτρόφος γνωρίζοντας το χώρο του πια να μπορεί να τον βελτιώσει για να ωφεληθεί ο ίδιος περισσότερο και ο ορισμός της βοσκοικανότητας του βοσκότοπου εγγυάται το οικονομικό αποτέλεσμα στην εκτροφή, αλλά κυρίως προστατεύει το περιβάλλον από φαινόμενα ερημοποίησης, υπερβόσκησης, διάβρωσης, υποβόσκησης και πυρκαγιών. Σε μια κρίσιμη περίοδο που οι Κεφαλλονίτικες και Θιακές κτηνοτροφικές και αγροτικές εκμεταλλεύσεις βρίσκονται σε δεινή οικονομική κατάσταση, ζητάμε την παρέμβαση των αρμοδίων για την σωτηρία της κτηνοτροφίας στα νησιά μας. Για το Δ.Σ. του Ενιαίου Αγροτικού Συνεταιρισμού Κεφαλληνίας & Ιθάκης Ανδρέας Π. Καλαφάτης, Πρόεδρος