Λοράν Γκοντέ: Κάτω από τον ήλιο του Νότου

Ο Λοράν Γκοντέ είναι
ένας από τους πιο αγαπημένους σύγχρονους
Γάλλους συγγραφείς των Ελλήνων αναγνωστών.
Κυκλοφορούν έξι βιβλία του μεταφρασμένα
στη γλώσσα μας, όλα από τις εκδόσεις
Μεταίχμιο, αλλά εμείς σήμερα θα ασχοληθούμε
με το “Κάτω από τον ήλιο του Νότου”, το
έργο που χάρισε στον συγγραφέα το σημαντικό βραβείο Γκονκούρ το 2004.
Το μυθιστόρημα
αφηγείται την ιστορία της οικογένειας
των Σκόρτα, των “ηλιοφάγων”, αυτών “που
τίποτα δεν τους χορταίνει”, από τα τέλη
του 19ου αιώνα μέχρι περίπου το 1980. Ο
Λουτσιάνο Μασκαρπόνε μετά την αποφυλάκισή
του επιστρέφει στο χωριό Μοντεπούτσιο
της Απουλίας (Νότια Ιταλία) όπου κατακτά
τη γυναίκα που ονειρευόταν τόσα χρόνια
στη φυλακή, ή τουλάχιστον έτσι νομίζει.
Καρπός αυτού του έρωτα είναι ο Ρόκο
Μασκαλτσόνε που δίνεται μωρό στην
οικογένεια των Σκόρτα μετά από παρέμβαση
του ιερέα του χωριού, για να μεγαλώσει
σαν ένα τέκνο του Θεού. Βεβαίως, ο Ρόκο
σύντομα φτάνει στην ηλικία που μπορεί
να σπείρει τον τρόμο: μεγαλώνοντας
γίνεται ληστής, κάνει επιθέσεις σε
αγρότες, ψαράδες και εμπόρους, ζωοκλοπές,
ακόμα και δολοφονίες περαστικών από
την περιοχή. Βίαιος και αχόρταγος,
γρήγορα επικρατεί στην επαρχία του
Γκαργκάνο και έχοντας πια πλουτίσει
αρκετά επιστρέφει στο Μοντεπούτσιο.
Επιλέγει να παντρευτεί τη μουγκή του
χωριού και κάνει μαζί της τρία παιδιά:
τον Ντομένικο, τον Τζουζέπε και την
Καρμέλα. 
Λόγω του μεγάλου του πλούτου,
ο Ρόκο έφτασε προς το τέλος της ζωής του
να είναι ένα αξιοσέβαστο μέλος της
κοινωνίας, πολλοί μάλιστα καλοέβλεπαν
τον πάλαι ποτέ φονιά και ληστή ως το
κατάλληλο πρόσωπο για τη θέση του
δημάρχου. Όμως ο Ρόκο εξακολουθεί να
τους τρομοκρατεί κάθε φορά που τους
χλευάζει τρίβοντάς τους στα μούτρα ότι
ο μόνος τους θεός είναι το χρήμα, μαύρο
ή αιματοβαμμένο, δεν έχει καμιά σημασία.
“Κατεβαίνω στον τάφο”, τους λέει όταν
μαζεύονται γύρω από το νεκροκρέβατό
του. “Οι αμαρτίες μου είναι ένα μακρύ
πέπλο που σέρνεται πίσω μου. […] Αλλά αν
φτύνετε τις αμαρτίες μου, δεν μπορείτε
να πνίξετε μέσα σας τον παλιό βρομερό
σεβασμό που τρέφει ο άνθρωπος για το
χρυσάφι…”. Από αυτό το βρόμικο χρήμα
αποφασίζει να απαλλάξει τα παιδιά του:
λίγο πριν πεθάνει τα αποκληρώνει και
αφήνει όλη του την περιουσία στην
Εκκλησία, με μοναδικό όρο οι
Σκόρτα να κηδεύονται με τις ύψιστες
τιμές.
Καταδικασμένα
από τον ίδιο τους τον πατέρα στην απόλυτη
φτώχεια, τα αδέρφια Σκόρτα επιχειρούν
να μεταναστεύσουν στη γη της επαγγελίας,
τότε, την Αμερική. Αποτυγχάνουν όμως να
περάσουν τις ιατρικές εξετάσεις και
επιστρέφουν κακήν κακώς στην Ιταλία
έχοντας εφεύρει κάποια απίθανη ιστορία
για την επιστροφή τους. Πίσω στο χωριό,
ανακαλύπτουν ότι η μάνα τους έχει επίσης
πεθάνει αλλά δεν τάφηκε με τις μεγάλες
τιμές που εξασφάλιζε η κληρονομιά του
πατέρα τους. Τότε τα παιδιά, με τη βοήθεια
του φίλου τους Ραφαέλε, που αδελφοποιείται
μαζί τους και θα είναι πλέον ο τέταρτος
Σκόρτα, ξεθάβουν τη μάνα τους και παίρνουν
την κατάσταση στα χέρια τους: της
φτιάχνουν ένα μνήμα αντάξιο του ονόματός
της και ρίχνονται στη μάχη για την
επιβίωση
. Η σκληρή ζωή σε αυτό το
απομακρυσμένο χωριό της Νότιας Ιταλίας
έχει από δω και πέρα τον κύριο λόγο. Με
κόπους και με βάσανα επιβιώνουν οι
Σκόρτα, ασχολούμενοι άλλος με το εμπόριο,
άλλος με το λαθρεμπόριο και άλλος με το
ψάρεμα. Παντρεύονται, κάνουν οικογένειες
και κάνουν αυτό που χρειάζεται για να
προκόψουν τα παιδιά τους.
Με τη γραφή
ρευστή και στακάτη ταυτόχρονα, ο Γκοντέ
παρουσιάζει μέσα από αυτήν την οικογενειακή
σάγκα ένα πανόραμα της Ιταλίας από τον
περασμένο αιώνα ως τις μέρες μας
όπου
δίπλα στα πρόσωπα της ιστορίας
πρωταγωνιστούν επίσης ο καυτός ήλιος
της Μεσογείου
που λιώνει μέχρι και τις
πέτρες, τα αιώνια λιόδεντρα, η ταραντέλα,
το κρασί και οι γεύσεις της φτωχής
ιταλικής υπαίθρου. Παρούσες και οι
παραδοσιακές αξίες των Ιταλών όπως η
πίστη στην οικογένεια (“έμεινα πάντα
μία Σκόρτα, δεμένη με τα αδέλφια μου”
παραδέχεται η ηλικιωμένη πια Καρμέλα),
η υπακοή στον λόγο του παπά και η μεγάλη
επιρροή της Εκκλησίας στη ζωή του χωριού
αλλά και σημαντικά κοινωνικά φαινόμενα
που επηρέασαν την Ιταλία κατά τον 20ο
αιώνα όπως η μετανάστευση. Ένα ακόμα
κλειδί στην θεματολογία του βιβλίου
είναι ο χρόνος που περνά και αλλάζει τη
φυσιογνωμία των ανθρώπων αλλά και του
τόπου. Το βιβλίο τελειώνει περίπου στις
αρχές της δεκαετίας του 1980 όταν είναι
πια εμφανή τα αποτελέσματα των κόπων
της προηγούμενης γενιάς: έχει κατακτηθεί
κάποια σχετική ευημερία και το βιοτικό
επίπεδο έχει ανέβει όμως η ανάπτυξη
έχει φέρει το τέλος του παλιού κόσμου,
όπως τον γνώρισαν οι αρχικοί πρωταγωνιστές
της ιστορίας. Αυτή η συλλογική λήθη
συμβολίζεται με έναν σεισμό που πλήττει
την Απουλία και καταπίνει όχι μόνο
παλαιά κτίρια αλλά και τη γριά Καρμέλα που χάνεται μέσα σε ένα χαντάκι έξω από το νεκροταφείο…

Ένα απολαυστικό
μυθιστόρημα για τη Μεσόγειο και τους
ταλαιπωρημένους ανθρώπους της, φόρος
τιμής στον ήλιο, τον εκμαυλιστή και
δάσκαλο, τον ζωοδότη και καταστροφέα
από έναν Γάλλο που έζησε αρκετό καιρό
στην Απουλία συλλέγοντας γεύσεις,
εικόνες, ιστορίες και μουσικές για να
γράψει αυτό το βιβλίο. Το “Κάτω από τον
ήλιο του Νότου”
κυκλοφόρησε από το
Μεταίχμιο το 2005 σε μετάφραση Τζένης
Κωνσταντίνου
, και επανακυκλοφόρησε από
τον ίδιο εκδοτικό οίκο το 2011, με καινούριο εξώφυλλο. Το βιβλίο είναι διαθέσιμο και στην Κοργιαλένειο Βιβλιοθήκη για δανεισμό. 
Η επίσημη ιστοσελίδα του συγγραφέα (στα γαλλικά) εδώ.   
 
μεταφράστρια

ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0