Πάνος Τσίρος: Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα

Η πρώτη μου γνωριμία με τα διηγήματα του Πάνου Τσίρου έγινε το 2013, με τη συλλογή “Δεν είν’ έτσι;” (εκδόσεις Μικρή Άρκτος) που μου δάνεισε ένας καλός φίλος και βιβλιοπώλης από την προσωπική του βιβλιοθήκη, προτρέποντάς με να ανακαλύψω έναν νέο, πολλά υποσχόμενο διηγηματογράφο. Πράγματι, τα διηγήματα εκείνου του βιβλίου ήταν εξαιρετικά και επιφυλάσσομαι να κάνω μια αναλυτική παρουσίαση στο μέλλον. Σήμερα όμως θέλω να μιλήσω για την πρώτη συλλογή διηγημάτων που δημοσίευσε ο Τσίρος με τον περίεργο τίτλο “Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα”

Το βιβλίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη το 2007 έχοντας στο εξώφυλλο μια ερασιτεχνική φωτογραφία κάποιας συμπαθητικής, χαμογελαστής γιαγιάς. Ο τίτλος σύντομα εξαντλήθηκε και οκτώ χρόνια αργότερα, η Μικρή Άρκτος παρουσιάζει στο κοινό  την επανέκδοση του.  Στο εξώφυλλο αυτή τη φορά φιγουράρει το “Angelus Novus”, μια υδατογραφία του Πάουλ Κλέε.

Το “Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα” αποτελείται από οκτώ διηγήματα. Οι ήρωές του είναι λίγο απ’ όλα: ένας δημόσιος υπάλληλος που επιχειρεί να αποκαταστήσει τις σχέσεις του με τον πατέρα του· ένας συνταξιούχος που ανακαλύπτοντας (;) ένα πρόβλημα υγείας της επί χρόνια συζύγου του, προσπαθεί να την προστατεύσει από την κοινωνική χλεύη· ένας μικρός απροσάρμοστος μαθητής με σπουδαίο ταλέντο στο χορό· ένας ακόμη συνταξιούχος που ταΐζει αδέσποτα και πόρνες στο κέντρο της Αθήνας· ένας μοναχικός άντρας που επιχειρεί να κατακτήσει τον νεανικό του έρωτα· η Μαρία Κένσορα, που δίνει και το όνομά της στο βιβλίο, η άριστη και επιμελής μαθήτρια, το σπασικλάκι, που δέχεται το bullying των συμμαθητών της και που ζητά την προστασία του δασκάλου της· ο Γιάννης Συμπαλίδης, ένας ήσυχος πεθερός με πιτζάμα και παντόφλα που τακτοποιεί με την αλλόκοτη δεύτερη εμφάνισή του ένα οικογενειακό πρόβλημα· μία άγνωστη γριά που χτυπά το κουδούνι ενός σπιτιού που πούλησε κάποτε απλά για να το ξαναδεί, ανοίγοντας με την παρουσία της μία ρωγμή στον τοίχο. 

Το σημαντικό στα διηγήματα του Τσίρου δεν είναι οι ήρωες. Οι χαρακτήρες αυτοί θα μπορούσαν να είναι οποιοιδήποτε άλλοι, άνθρωποι της διπλανής πόρτας όπως λέει και το γνωστό κλισέ. Άλλωστε, όλοι του οι ήρωες ζουν σε λαϊκές ή μεσοαστικές γειτονιές της πόλης που συντηρούν έναν αέρα γειτονιάς. Το σημαντικό στη συγγραφική ματιά του Τσίρου, αυτό που κάνει κατά τη γνώμη μου το βιβλίο να ξεχωρίζει, είναι ο συνδυασμός του μεταφυσικού με το κωμικό. Για παράδειγμα, στην εκπληκτική ιστορία με τίτλο “Ο άλλος Γιάννης Συμπαλίδης” βλέπουμε να εκτυλίσσεται ένα μάλλον συνηθισμένο οικογενειακό δράμα: Ο Κωστάρας είναι ένας άνεργος γυψοσανιδάς που μένει μαζί με τη γυναίκα του στο σπίτι των πεθερικών του, ένα διαμέρισμα στη Νίκαια. Εκεί κουμάντο κάνει η πεθερά, η οποία “αχαΐρευτο” τον ανεβάζει, “χαραμοφάη” τον κατεβάζει. Ο Τσίρος δεν εξιλεώνει τον ήρωά του, αντίθετα τον παρουσιάζει ως τεμπελάκο που εκμεταλλεύεται την οικονομική κρίση ως δικαιολογία για να κάθεται αραχτός στο σπίτι διαβάζοντας αθλητικές εφημερίδες με τις ποδάρες του απλωμένες στο τραπεζάκι. Στο φόντο υπάρχει και ο πεθερός, ο Γιάννης Συμπαλίδης, ο οποίος κάθεται στη γωνιά του και κοιτάζει μέσα από τα τεράστια σαν τηλεοράσεις μυωπικά γυαλιά του χωρίς να μιλάει. Μια μέρα, κουβέντα στην κουβέντα, τα πράγματα εκτραχύνονται σε μεγάλο βαθμό και πλακώνει ο Κωστάρας την πεθερά του στο ξύλο. Ακολουθεί πανζουρλισμός: η πεθερά ουρλιάζει, η κόρη και ο πατέρας της είναι με το τηλέφωνο στο χέρι και καλούν την αστυνομία όταν ξαφνικά, ακούγονται στην πόρτα κλειδιά. Όλοι γυρίζουν απορημένοι να δουν τι συμβαίνει καθώς κανένας άλλος δεν έχει κλειδιά του σπιτιού τους. Η πόρτα άνοιξε και μπήκε μέσα. Τους κόπηκε η μιλιά. Όλων. Εκτός από τον Γιάννη Συμπαλίδη. Που ψέλλισε ένα “Παναγία μου”, βάζοντας αργά το ακουστικό του τηλεφώνου στη θέση του. Στην πόρτα στεκόταν ένας ακόμα Γιάννης Συμπαλίδης, ίδιος και απαράλλαχτος με τον αυθεντικό. Χωρίς να μιλήσει, κάθισε στο σαλόνι και σύντομα εγκαταστάθηκε μαζί με την οικογένεια. Ο Κωστάρας βέβαια εξαφανίστηκε τρέχοντας, για την ακρίβεια, αργότερα την ίδια μέρα τον περιμάζεψε ένα περιπολικό, σε άθλια κατάσταση, στην Κινέτα. 
Αυτό το υπερβατικό στοιχείο που φέρνει την ανατροπή στο τέλος κάθε διηγήματος είναι χαρακτηριστικό της γραφής του Πάνου Τσίρου. Στην ιστορία του “Γιάννη Συμπαλίδη” μού φάνηκε να έχει έναν κωμικό τόνο, ενώ σε  άλλες ιστορίες που περιλαμβάνονται στο βιβλίο όπως το “Χωρίς στόμα” και το “Μάτι της Ελένης” το τέλος είναι επίσης φανταστικό και ανατρεπτικό με έναν δραματικό αυτή τη φορά τόνο που αφήνει εύλογα και ενδιαφέροντα ερωτηματικά καθώς και έναν τόνο έκπληξης στον αναγνώστη. 
Αν υπάρχει κάτι κοινό μεταξύ αυτών των διηγημάτων, θα έλεγα ότι αυτό είναι το λεγόμενο “δυνητικό”: πώς θα ήταν σήμερα τα πράγματα αν είχαν γίνει όλα αλλιώς; Πώς θα ήταν η ζωή στο διαμέρισμα της Νίκαιας αν ο Γιάννης Συμπαλίδης ήταν πιο δυναμικός; Πώς θα ήταν τα πράγματα αν ο δημόσιος υπάλληλος είχε καλλιεργήσει τις σχέσεις του με τον πατέρα του, αποφεύγοντας τη σιωπή επί τόσα χρόνια; Πώς θα ήταν η ζωή κάθε ιδιαίτερου παιδιού αν το εκπαιδευτικό σύστημα τού έδινε τις ευκαιρίες να αναπτύξει τα ταλέντα του; Τις απαντήσεις σε όλα αυτά τα υποθετικά ερωτήματα παρουσιάζει ο Τσίρος στο τέλος των διηγημάτων του, ως ήδη γενόμενα, ως λύση, ως κόσμο παράπλευρο και υπαρκτό εισάγοντας έτσι τον αναγνώστη στο φαντασιακό πεδίο του “κι όμως, αν…;”. Ίσως αυτό να είναι που ονομάζει ο ίδιος ο συγγραφέας ως “το μεταφυσικό στοιχείο ως από μηχανής θεός” σε μία συνέντευξη που έδωσε σε έναν άλλο εξαιρετικό διηγηματογράφο, τον Γιάννη Παλαβό
Η γλώσσα του Τσίρου είναι απλή, καθημερινή και στιβαρή και τα τοπία του είναι ως επί το πλείστον αστικά. Στα θέματά του δεν αποκλείεται να συμπεριλαμβάνονται κάποια βιωματικά στοιχεία καθώς ο συγγραφέας, που εργάζεται στη μέση εκπαίδευση, δημιουργεί δύο ήρωες που είναι εκπαιδευτικοί. Τέλος, το ύφος του μοιάζει να θέλει να κρύψει μια απέραντη τρυφερότητα για τους ήρωές του, για τα ανεκπλήρωτα όνειρά τους με προβολές όχι μόνο στο παρελθόν αλλά και στο μέλλον, όπως στην περίπτωση της μικρής Μαρίας Κένσορα που στο ύπνο της βλέπει ότι είναι μεγάλη και έχει γίνει δασκάλα και κάνει μάθημα στους παππούδες της που έχουν ξαναγίνει παιδιά. 
Μπορείτε να διαβάσετε την πρώτη ιστορία του βιβλίου με τίτλο “Χωρίς στόμα” εδώ.



 
μεταφράστρια