Ντάνιελ Κέλμαν: Εγώ και ο Καμίνσκι

Η πρώτη έκδοση του βιβλίου (2008)

Όλοι ξέρουμε τα «κοράκια», τους αριβίστες κιτρινοδημοσιογράφους που δεν διστάζουν να εκμεταλλευτούν οποιαδήποτε πληροφορία και κατάσταση προκειμένου να βγάλουν ένα «αποκλειστικό», να γίνουν διάσημοι και να πιάσουν την καλή εξαργυρώνοντας τα «κονέ» τους και τα «λαβράκια» που μπορούν να βγάλουν, πάντα πριν από τους άλλους. Τέτοια είναι η περίπτωση του Σεμπάστιαν Τσέλνερ, ενός υπερφίαλου και ασήμαντου τεχνοκριτικού, ο οποίος αποφασίζει να γράψει τη βιογραφία του Μανουέλ Καμίνσκι, ενός κάποτε διάσημου αλλά ξεχασμένου και ηλικιωμένου σήμερα ζωγράφου ελπίζοντας ότι σε κάποιο καιρό, λόγω του αναζωπυρωμένου ενδιαφέροντος που θα προκαλέσει στην κοινή γνώμη ο επικείμενος θάνατος του καλλιτέχνη, ο ίδιος θα μπορέσει να βγει από την αφάνεια κάνοντας το πρώτο του best seller με τη δημοσίευση της βιογραφίας του εκλιπόντος. 

Με την παρουσίαση και μόνο του πρώτου ήρωα του βιβλίου, ο Ντάνιελ Κέλμαν καυτηριάζει αρκετές όψεις της σύγχρονης πραγματικότητας: από τη μία βρίσκεται το κοινό: το φιλότεχνο κοινό που περισσότερο επηρεασμένο από τις «συστάσεις» παρά από το ίδιο το έργο ενός καλλιτέχνη αρχικά τον αποθεώνει και στη συνέχεια τον ρίχνει στην αφάνεια, το αμαθές κοινό που συγκινείται προσωρινά από τον θάνατο ενός, κατά πώς του λένε, σπουδαίου καλλιτέχνη, χωρίς να έχει καμία γνώση του έργου του, το κοινό του κίτρινου τύπου που ψοφάει για ιστορίες και φωτογραφίες αστέρων του θεάματος και της τέχνης. Από την άλλη βρίσκονται τα γρανάζια που κινούν αυτόν τον μηχανισμό: ο νεαρός αριβίστας δημοσιογράφος που δεν διαθέτει προσόντα αλλά αντίθετα έχει μεγάλες φιλοδοξίες, ο εκδότης της αρπαχτής που δέχεται να του αναθέσει τη συγγραφή του βιβλίου βλέποντας στο βάθος του χρόνου αυξημένες πωλήσεις πάνω στον θάνατο του ζωγράφου, ολόκληρος ο κόσμος των ιλουστρασιόν μίντια και των διαπλεκόμενων εκδοτικών συμφερόντων. 
Σαν να μην έφτανε όμως ένας αντιπαθητικός ήρωας, ο Κέλμαν δίνει εξίσου αρνητικά χαρακτηριστικά και στον δεύτερο πρωταγωνιστή της ιστορίας: ο Καμίνσκι είναι ένας καλλιτέχνης χωρίς σημαντικό έργο, ο οποίος γνώρισε κάποια στιγμή την αποδοχή καθώς υπήρξε προστατευόμενος του Ματίς, αλλά αργότερα έπεσε στη λήθη. Σήμερα, ζει απομονωμένος και σχεδόν τυφλός σε ένα μικρό χωριό, συντροφιά με την κόρη του, η οποία τον συντρέχει και τον προστατεύει απέναντι σε κάθε είδους εξωτερικούς εισβολείς. Κακότροπος, αντικοινωνικός και αυταρχικός, ο ζωγράφος εκμεταλλεύεται το γεγονός ότι είναι τυφλός (πράγμα το οποίο μπορεί να ισχύει, μπορεί και όχι) καθιστώντας τυραννική τη ζωή των γύρω του και ανυπόφορη τη συμβίωση μαζί του.
Στήνοντας λοιπόν αυτές τις δύο αρνητικές αλλά καθ’ όλα πιστευτές προσωπικότητες, ο Κέλμαν πλέκει την ιστορία τους: ο Τσέλνερ καταφτάνει στο απομονωμένο σπίτι του Καμίνσκι προετοιμασμένος να χρησιμοποιήσει κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο προκειμένου να πλησιάσει τον ζωγράφο, παρακάμπτοντας τα εμπόδια που βάζει η κόρη, η καμαριέρα και οι φίλοι του καλλιτέχνη. Όταν τελικά καταφέρνει να του μιλήσει κατ’ ιδίαν, έρχεται αντιμέτωπος με έναν ξεμωραμένο γέρο, ο οποίος στις κάποιες λίγες στιγμές διαύγειάς του, μιλά για τα νεανικά του χρόνια, για το φως και τη θάλασσα την οποία ζωγραφίζει χωρίς, κατά δήλωσή του, να την έχει δει ποτέ… Η ιστορία εξελίσσεται μέσα από τις όλο και πιο συχνές συναντήσεις των δύο αντρών και εισέρχεται στο φινάλε της όταν ο Καμίνσκι ζητά από τον Τσέλνερ να τον οδηγήσει σ’ ένα μακρινό χωριό όπου ζει η νεανική του αγάπη, αυτή που διέφυγε της φθοράς και έγινε η αιώνια μυστική μούσα του ζωγράφου…
Ο Ντάνιελ Κέλμαν εμφανίστηκε στα γερμανικά γράμματα το 1997, σε ηλικία 22 ετών, και το «Εγώ και ο Καμίνσκι» είναι το τέταρτο μυθιστόρημά του. Δεν στέκεται στο ύψος του «Η μέτρηση του κόσμου» που ακολούθησε, ένα βιβλίο που τον καθιέρωσε διεθνώς, αλλά είναι ένα αξιόλογο μυθιστόρημα γραμμένο με πικρό χιούμορ γύρω από την ανηθικότητα, τον κυνισμό, τη δίψα για αναγνωρισιμότητα, την ωμότητα των αριθμών και την προσποίηση στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες. Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και ο ρόλος τους, η δημιουργία των επίπλαστων best seller, ο δήθεν «καλλιτεχνικός κύκλος», η εμπορευματοποίηση των πάντων και τα μικρά ψάρια που το μόνο που θέλουν είναι να γίνουν καρχαρίες στη θέση των καρχαριών είναι τα βασικά συστατικά της καυστικής σάτιρας του Κέλμαν. 
Η νέα έκδοση του βιβλίου (2016)

Το «Εγώ και ο Καμίνσκι» μεταφέρθηκε πρόσφατα στον κινηματογράφο από τον Βόλφγκανγκ Μπέκερ, τον σκηνοθέτη του «Good bye Lenin!» αλλά μάλλον δεν αγαπήθηκε ούτε από το κοινό ούτε από τους κριτικούς. Το βιβλίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 2008 από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση του Κώστα Κοσμά με ένα καλαίσθητο, αφαιρετικό εξώφυλλο. Στη νέα του έκδοση, του 2016, ο εκδοτικός οίκος επέλεξε να παρουσιάσει ένα όχι και τόσο ωραίο εξώφυλλο, διακοσμημένο με φωτογραφίες από την κινηματογραφική μεταφορά της έργου, ευελπιστώντας προφανώς σε περισσότερες πωλήσεις μεταξύ των θεατών της ταινίας. Τι πιο ειρωνικό αλήθεια, για ένα βιβλίο που στηλιτεύει μεταξύ άλλων, τα τερτίπια των εκδοτών για να κατακτήσουν υψηλότερες πωλήσεις; Ένα βιβλίο όμως δεν είναι το εξώφυλλό του, οπότε ας μείνουμε στην ουσία: ο Καστανιώτης μάς προσφέρει τα βιβλία του Ντανιέλ Κέλμαν, που θεωρείται ένα από τα σπουδαιότερα ταλέντα της σύγχρονης ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, σε καλές μεταφράσεις και σε λογικές τιμές. 

Υ.Γ. Ο Ντάνιελ Κέλμαν έχει δώσει μία εξαιρετική τηλεοπτική συνέντευξη στον Ανταίο Χρυσοστομίδη και στην Μικαέλα Χαρτουλάρη, στο πλαίσιο της εκπομπής τους «Οι Κεραίες της Εποχής μας». Δυστυχώς, δεν μπορώ να βρω πουθενά το συγκεκριμένο βίντεο για να το παραθέσω εδώ. Φαίνεται θα χρειαστούν πολλά χρόνια ακόμα για να οργανωθεί επαρκώς και κυρίως λειτουργικά το περίφημο αρχείο της ΕΡΤ.

μεταφράστρια 

ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0
DISQUS: 0