Όταν η Εκκλησία έστελνε στην… «λέπραν του Γιεζή και την αγχόνην του Ιούδα» τον Λασκαράτο

Ήταν Κυριακή, 2 Μαρτίου του 1856. Από το πρωί, οι καμπάνες όλης της αγγλοκρατούμενης τότε Κεφαλονιάς χτυπούν πένθιμα, δημιουργώντας μία εφιαλτική ατμόσφαιρα.

Γύρω στο μεσημέρι, ο Μητροπολίτης Κεφαλονιάς Σπυρίδωνας Κοντομίχαλος, διαβάζει ανάμεσα σε εξοργισμένους πιστούς, τον αφορισμό για το βιβλίο «Τα μυστήρια της Κεφαλονιάς» και για τον ίδιο τον συγγραφέα του, Ανδρέα Λασκαράτο.

Τον χαρακτηρίζει «αποπλανηθέντα» και «απονενοημένο Ανδρέα» αλλά και «ηθικό τέρας» και «βαρύ λύκο λαλούντα διεστραμμένα κατά της Ορδοθόξου Εκκλησίας» και προειδοποιεί ότι, εάν δεν «δώση εις το πυρ τα αντίτυπα πάντα της παρ’ αυτού εκδοθείσης βίβλου», θα κληρονομήσει, όπως ο Κάιν, την «λέπραν του Γιεζή, και την αγχόνη του Ιούδα».

Ο αφορισμός έχει γραφτεί από τις 16 Φεβρουαρίου, όμως διαβάστηκε στις 2 Μαρτίου.

Ο Λασκαράτος είχε κάνει το λάθος, ανάμεσα σε άλλα «κακώς κείμενα» της κεφαλονίτικης κοινωνίας, να θίξει νοοτροπίες και συμπεριφορές του τοπικού επισκόπου, αλλά και άλλων «χριστιανών» που έχουν παρεισφρήσει στην εκκλησία, και τους οποίους αποκαλεί «ψευδόχριστους». Ακριβώς από αυτούς ο Λασκαράτος θα γνωρίσει και τον μεγαλύτερο πόλεμο:

«κλέφτουνε το χώμα του συμπληαστή τους, επιβουλεύουνται τον γείτονά τους, κερδοσκοπούνε απάνου στον συγγενή τους, τον φίλο τους, το παιδί τους… Όντις παντρεύονται βάνουνε το κορμί τους εις το Ινκάντο… Όντις κράζονται να συμβουλέψουνε δίνουν τη συμβουλή τους κατά που στοχάζονται πως αρέσει καλήτερα…και όντις μιλούνε μ’ εσάς, κάνουνε στον ίδιον καιρό δύο κουβέντες, μία μέσα τους, και μια όξον τους, η όξου τους είναι όλη γλυκεία και σύμφωνη με τες επιθυμίες σας, η μέσα τους είναι η ακόλουθη: «Την υπόληψή σου νά ‘χω, κι ας σε πάρη ο Διάολος».»


Είναι ίσια ίσια τη θρησκεία τους οπού ξεμασκαρώνω, και γι’ αυτό είμαι (σ.σ. γι’ αυτούς) άθεος!…

Και συνεχίζει: «Στέκω, Πανιερώτατε, και παρατηρώ που οι χριστιανοί σήμερα έχουνε στην πουσνάρα τους τριώ λογώνε θρησκείες. Μία που τήνε λένε και δεν τήνε κάνουνε. Μία που τήνε κάνουνε και δεν τήνε λένε. Και μία που και τήνε λένε και τήνε κάνουνε.


Η πρώτη είναι η θρησκεία του Χριστού, η δεύτερη του Διαόλου, η τρίτη τση Κοιλιάς.»

Όλα αυτά στοίχισαν πολύ στον Ληξουριώτη συγγραφέα από τα Ρετσάτα. Παρ’ ότι ο ίδιος αστειευόταν συχνά για αυτή την περιπέτεια, στέλνοντας μάλιστα το κείμενο του αφορισμού στην Έκθεση της Κέρκυρας ως «προϊόν Κεφαλληνιακής παραγωγής», η επιθετικότητα του όχλου τον είχε θλίψει και φοβίσει.

Αρχικά κλειδαμπαρώθηκε στο σπίτι του, όμως ούτε εκεί ήταν ασφαλής και γι’ αυτό, ύστερα και από παραινέσεις της αστυνομίας, θα φύγει κρυφά και άρων-άρων για την Ζάκυνθο. Δυο Κυριακές αργότερα, όμως, στις 16 Μαρτίου του 1856, θα αφοριστεί για δεύτερη φορά, και από τον τοπικό μητροπολίτη, Νικόλαο Κοκκίνη.

Εκείνος θα απαντήσει αργότερα με την περίφημη «Απόκριση στον Αφορισμό»:

«σε τούτη την περίσταση, εγνώρισα διά πείρας εκείνο που είχα ακουστά ως τότες… εγνώρισα την φύση τη Θεϊκή της Συνείδησης και την άπειρη δύναμή της… Η συνείδησή μου με σήκωνε ψηλά και ψηλάθε μου έδειχνε έναν άνθρωπο ασχημισμένον από τους άλλους ανθρώπους, επειδή έλαβε την γενναιότητα να τους ειπή την ΑΛΗΘΕΙΑ.»

Το κείμενο του αφορισμού

ΗΜΕΙΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ
ΕΛΕΩ ΘΕΟΥ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ

Αιδεσιμο-ευλαβέστατοι Άγιοι Ιερείς, ευσεβέστατοι Χριστιανοί τέκνα εν Κυρίω αγαπητά τής ημών Ταπεινώτητος, χάρις είη και ειρήνη πάσιν υμίν παρά Θεού Παντοκράτορος, παρ’ ημών δε ευχή και ευλογία.

Η Ταπεινώτης ημών, μετά βαθείας λύπης τής καρδίας της, εκκλησιαστικώς υποβάλλει εις την γνώρισιν πάντων των προσφιλών Πνευματικών αυτής τέκνων τής Θεοφρουρήτου ταύτης επαρχίας, ότι προ ολίγων ημερών, υπό τού πασίγνωστου απονενοημένου, και εκ τής ευθείας οδού τής Ορθοδόξου ημών πίστεως, δυστυχώς αποπλανηθέντος Ανδρέου Τ. Λασκαράτου, βίβλος τις διά τού τύπου εξεδόθη, επιγραφομένη ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ, δι’ ης ο παντός δακρύου αξιοδακρυτώτερος ούτος Ανδρέας, ο διά παντός τού βίου αυτού μόνον τέλος τών πράξεων του και αντικείμενον τών λόγων του, το πως να διαστρέψη την περί την Ορθόδοξον πίστιν συνείδησιν τού πλησίον, αποβαλών εκ τής καρδίας αυτού πάντα περί τα Θεία σεβασμόν, αναιδώς και ανερυθριάστως εξακοντίζει ύβρεις, βλασφημίας, και άλλας ασεβείς ερεσχελίας, κατά τής Θεοπαραδότου ορθοδόξου και αμωμήτου ημών πίστεως, και προσάπτει μώμους και συκοφαντίας, κατά παντός εν γένει τού Ορθοδόξου πληρώματος· διά τής βίβλου του εξυβρίζει και περιπαίζει πάντα τα Θεία Μυστήρια τας Ιεράς εικόνας, τα Άγια λείψανα, τας Ιεράς Ακολουθίας, τας Αγίας Τεσσαρακοστάς, τον Ιεράν κλήρον, και τέλος ο θεοστυγής ούτος, ουδέν θείον, ουδέν ανθρώπινον άφηκεν απερίπαικτον, και ακατηγόρητον —Βίβλος ήτις, διά τας εις αυτήν εμπεριεχομένας, κατά τής πίστεως ύβρεις, και βλασφημίας, ου μόνον μέγα σκάνδαλον, προξένησε δικαίως τοις ευσεβέσι πάσιν, αλλά και εις άκρον ελύπησε και διετάραξε την συνείδησιν της Εκκλησιαστικής ταύτης αξίας. Αλλ’ ω Φίλτατα εν Κυρίω Πνευματικά τέκνα· δεν πρέπει να ταράττεσθε ουδέ να φοβείσθε τα εκ τής καρδίας τού απονενοημένου τούτου Ανδρέου, κατά τής πίστεως ημών εκσφενδονισθέντα, υπ’ όψιν έχοντες ότι, και ο ηθικός κόσμος, τα ίδια αυτού τέρατα έχει, ως και ο φυσικός —ότι τοιαύτα ηθικά τέρατα δυστυχώς ουδέποτε εξέλειπον εκ τού Ορθοδόξου πληρώματος, —ότι τοιούτοι βαρείς λύκοι λαλούντες διεστραμμένα κατά τής Ορθοδόξου Εκκλησίας, πολλάκις ενεφάνησαν τη Ορθοδόξω κοινωνία, και ότι ουδέποτε ίσχυαν κατά τής Εκκλησίας τού Χριστού, τεθεμελιωμένης επί τη διδασκαλία τών θείων αποστόλων, τών Ιερών Οικουμενικών και τοπικών συνόδων, τών μεγίστων σοφών Αγίων διδασκάλων τής Οικουμένης, και επί τω ακρογονιαίω λίθω, ος εστίν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, και τέλος, ότι οι θεοστυγείς ούτοι διώκται τής Εκκλησίας, και απονενοημένοι, ουδέν έτερον εκ τής αυτών ασεβείας, και ετεροδιδασκαλίας ωφελήθησαν, ή το ανάθεμα και κατάραν τής Εκκλησίας.

Η Ταπεινότης ουν ημών, περί πολλού ποιούμενη την ψυχικήν σωτηρίαν τών εις αυτήν παρά Θεού εμπιστευθέντων πιστών, και επομένη ταις θείαις διδασκαλίαις τού θείου διδασκάλου τής Οικουμένης, τού Ο υ ρ α ν ο β ά μ ο ν ο ς Αποστόλου Παύλου, παραγγέλλοντος «Προσέχετε εαυτοίς και πάντι τψ Ποιμοίω, εν ω ημάς, το Πνεύμα το Άγιον έθετο επισκόπους πειμαίνειν την Έκκλησίαν τού Θεού, ην περιεποιήσατο διά τού ιδίου αίματος. Εγώ γαρ οίδα τούτο, ότι εισελεύσονται μετά την άφιξίν μου λύκοι βαρείς εις υμάς, μη φειδόμενοι τού Ποιμνίου και εξ υμών αυτών αναστήσονται άνδρες λαλούντες διεστραμμένα τού αποσπάν τους μαθητάς οπίσω αυτών». Καί γρηγορούσα ως αείποτε, κατά την αυτής Αρχιερατικήν ενοχήν, όπως μη ψυχικώς απόλυταί τις τών απλούστερων τής Θεοφρουρήτου ταύτης επαρχίας, εκ τής αναγνώσεως τής ρηθείσης άσεβους βίβλου, και τέλος Ιερόν αυτής καθήκον ηγουμένη όπως λάβη τα πρόσφορα και κατάλληλα μέτρα, προς φήμωσιν τών άβεβώς κατά τής Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας, ύβρεις και συκοφαντίας βουλομένων εκσφενδονίζειν, και αναστολήν παντός τείνοντος διαταράξαι και φέρειν σκάνδαλον εις την περί τα θεία συνείδησιν τών πιστών, τούτων ένεκα απάντων, δυνάμει τής εις αυτήν παρά Θεού δοθείσης εξουσίας.

Α’. Αναθέματι και αφορισμώ υποβάλλει την προ ολίγων ημερών, υπό τού Ανδρέου Τ. Λασκαράτου. διά τού τύπου ελδοθείσαν βίβλον, επιγραφομένη τα ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ, ως πλήρη υπάρχουσαν ύβρεων καί συκοφαντιών, κατά τής Θρθοδόξου ημών Ανατολικής τού Χριστού Εκκλησίας.

Β’. Πατρικώς άμα και συμβουλευτικώς παραινεί έκαστον τών Ορθοδόξων, άνδρα ή γυναίκα, τον τυχόντα έχειν παρ’ εαυτώ την ρηθείσαν βίβλον, μη αυτήν αναγινώσκειν, αλλά τω πυρί παραδούναι· τον δε παρακούσοντα τη Εκκλησιαστική ταύτη παραινέσει, Αρχιερατικώ επιτιμίω υποβάλλει, μέχρις ου υπακούση ταις παραινέσεσι τής Εκλησίας.

Γ’. Τον δε Ανδρέα Τ. Λασκαράτον, τον διά τής βίβλου αυτού τη Εκκλησία, και τω αυτής Ορθοδόξω πληρώματι, τεκμήρια δώσαντα αποπλανήσεως, εκ τής ευθείας οδού τής Ορθοδόξου ημών πίστεως, η Εκκλησία, ως φιλόστοργος μήτηρ, η αδιαλείπτως ευχόμενη υπέρ επιστροφής τών πεπλανημένων, παραινεί αυτόν ίνα εις συναίσθησιν έλθη τής αυτού αποπλανήσεως, και δώση εις το πυρ τα αντίτυπα πάντα τής παρ’ αυτού εκδοθείσης βίβλου, έτοιμη υπάρχουσα με μητρικάς αγκάλας, να παραδεχθή αυτόν και κατατάξη τη λογική ποίμνη τού Κυρίου, και διά τού Ιερού Μυστηρίου τής μετανοίας και εξομολογήσεως, χαρίση αυτώ την άφεσιν τών αμαρτιών αυτού, και αξιώση τής μεταλήψεως τών θείων Μυστηρίων, και λοιπών Αγιαστιών αυτής. Εάν όμως παράκουση ταις Εκκλησιαστικαίς ταύταις παραινέσεσι, και μη εις το πυρ δώση τα παρ’ αυτώ σωζόμενα αντίτυπα τής παρ’ αυτού εκδοθείσης βίβλου. Έχομεν αυτόν αφορισμένον παρά Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, παρά τής Μιας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής τού Χριστού Εκκλησίας· παρά τών τριακοσίων δέκα και οκτώ Θεοφόρων Πατέρων, έστω τρέμων και σταίνων επί τής γης ως ο Κάιν, κληρονομησάτω την λέπραν τού Γιεζή, και την αγχόνην τού Ιούδα. Ταύτα μεν, η δε τού Θεού χάρις, και το άπειρον έλεος, και η ευχή κα ευλογία τής ημών Ταπεινότητος είη μετά πάντων ημών.

Εκ τού Ιερογραμ. τής Μητρ. Κεφαλληνίας
την 16 Φεβρουαρίου 1856 Ε. Α.

(Τ.Σ.) O Μητροπολίτης Κεφαλληνίας
ΣΠΥΡΙΔΩΝ.

Ν. Ιερεύς Μαντζαβίνος Ιερογραμματεύς.

Πολλά χρόνια αργότερα, λίγο πριν πεθάνει ο Λασκαράτος, ο τότε επίσκοπος Κεφαλονιάς, Γερ. Δορίζας, «έλυσε» τον αφορισμό.

Σύνταξη/επιμέλεια: Κεφαλονίτικα Νέα
Πηγές: Νέα Εστία, τ.821, 15.9.1961(μέσω logomnimon.wordpress.com)
Δημήτριος Μαργαρές: «Σατιρικοί και ευθυμιογράφοι»

Εφημερίδα: Ριζοσπάστης