Α. Χιόνης: Έχων σώας τας φρένας και άλλες τρελές ιστορίες

Πέντε χρόνια μετά τον θάνατο του σημαντικού μας ποιητή Αργύρη Χιόνη, οι εκδόσεις Κίχλη εκδίδουν μία συλλογή εννέα διηγημάτων του, με τίτλο «Έχων σώας τα φρένας & άλλες ιστορίες». Ο ίδιος ο δημιουργός είχε πρόθεση να συμπεριλάβει στην έκδοση αυτού του βιβλίου δεκαπέντε διηγήματα, όμως τον πρόλαβε ο θάνατος. Η εκδότριά του, Γιώτα Κριτσέλη, που παρέλαβε μέρος του υλικού από τον συγγραφέα λίγο πριν πεθάνει, το επιμελήθηκε μαζί με ανέκδοτο υλικό και μας το παρουσιάζει σε έναν καλαίσθητο τόμο που περιλαμβάνει ολοκληρωμένα και ημιτελή διηγήματα, ένα εκτενές επίμετρο από την ίδια και κατατοπιστικές σημειώσεις. Στα διηγήματα κυριαρχούν -μόνα τους ή σε συνδυασμό- αυτοβιογραφικά, μυθοπλαστικά και ψευδοδοκιμιακά στοιχεία. Κοινό τους θέμα είναι -σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του συγγραφέα- «το παράλογο της ύπαρξης και η ασάφεια των ορίων μεταξύ τρέλας και λογικής». 

Το πρώτο διήγημα, που δίνει στην συλλογή τον τίτλο της, είναι η (υποτιθέμενη) διαθήκη του Αργύρη Χιόνη ο οποίος, αφού μας διαβεβαιώνει πως έχει «σώας τας φρένας», αποφασίζει να κληροδοτήσει όλη του την περιουσία στο αγαπημένο του τετράποδο, το τραπέζι του: 
«Ετούτο το τραπέζι είν’ ολόκληρη η ζωή μου και, τώρα, με τη γριά μου Remington ακουμπισμένη πάνω του, γέρος πλέον κι εγώ, βλέπω ξανά όσους κατά καιρούς καθίσαν γύρω του ή και χόρεψαν επάνω του (γιατί κι αυτό συνέβη), φίλους, εχθρούς αλλά και αδιάφορους γνωστούς (δεχόταν, βλέπετε, αδιαμαρτύρητα τους πάντες), όσους χαθήκανε για πάντα, αφού άλλους τους ρούφηξε ανεπιστρεπτί η λαίμαργη αιωνιότητα κι άλλοι αμαχητί παραδοθήκανε στης καθημερινότητας την Κίρκη». 
Στο διήγημα με τίτλο «Το απομεσήμερο ενός φαύνου», μια εύγλωττη απόκριση στο ομώνυμο ποίημα του Στεφάν Μαλαρμέ, ένας εξηντάρης εραστής, μετά το αγχώδες σμίξιμο του με την εικοσιτριάχρονη ερωμένη του, κατατρύχεται από «μίσος και αηδία για το παρηκμασμένο του κορμί». Αφού περιεργάζεται το λαχταριστό κορμί που αναπαύεται πλάι του, της επιτίθεται υπό τους ήχους του «Πρελούδιου στο απομεσήμερο ενός φαύνου» του Ντεμπισσί και την εγκαταλείπει. Όταν επιστρέφει στο άδειο πλέον σπίτι, βγάζει τον δίσκο ακόμα παίζει μουρμουρίζοντας «με κάποια θλίψη αλλά με πιο πολλή ανακούφιση»: “Ποτέ – ποτέ πια”, κάνοντας ένα εξαίσιο κυκλικό παιχνίδι με τον εμβληματικό στίχο του Πόε, του οποίου θαυμαστές υπήρξαν τόσο ο Μαλαρμέ όσο και ο Ντεμπισσί. Ιδιοφυές. 
Αργύρης Χιόνης
Στο εκπληκτικό διήγημα «Περί μαχαιριών» διαβάζουμε την ιστορία ενός παθιασμένου, απονενοημένου συλλέκτη. Η ένταση κλιμακώνεται αργά, σχεδόν νοσηρά, εν μέσω μίας άλλοτε καφκικής και άλλοτε μπορχεσιανής ατμόσφαιρας, και κορυφώνεται με μία γνήσια ανατροπή. Βεβαίως, τίποτα δεν είναι επίπεδο ή γραμμικό όταν μιλάμε για τον Αργύρη Χιόνη. Όπως αναφέρει και η Γιώτα Κριτσέλη στις σημειώσεις της, ο ποιητής επιστρέφει με αυτό το διήγημά του στα μαχαίρια, ως συμβολικό αντικείμενο λογοτεχνικής επεξεργασίας, είκοσι χρόνια μετά την ποιητική συλλογή «Λεκτικά Τοπία» που περιελάμβανε μια ομότιτλη ενότητα. Το διήγημα «Περί μαχαιριών» παίρνει ως αφετηρία τη βιβλική ιστορία του αδελφοκτόνου Κάιν και με ψευδές δοκιμιακό ύφος διατρέχει την ιστορία και την εξέλιξη του μαχαιριού ως φονικό όπλο. Στη συνέχεια, και υιοθετώντας πλέον αμιγή μυθοπλαστικά στοιχεία, ο αφηγητής αναφέρει ότι είναι και ο ίδιος μανιώδης (και εμμονικός) συλλέκτης μαχαιριών. Το σοκ που υπέστη μετά την κλοπή της συλλογής του τον οδηγεί στο ιατρείο ενός ψυχιάτρου, όπου εν μέσω αδιάλειπτων συγκρουσιακών προβολών αναβιώνει η ιστορία του Κάιν και του Άβελ στα πρόσωπα των δύο αντρών ώσπου στο τέλος συντελείται το έγκλημα. Το αφήγημα κλείνει κυκλικά, επιστρέφοντας στη βιβλική ιστορία αδελφοκτονίας. Πρόκειται για ένα μικρό αριστούργημα. 
Δεν θα μπορούσα να ολοκληρώσω αυτό το μικρό κείμενο χωρίς να κάνω αναφορά στο διήγημα «Πώς χτίζεται ένα σπίτι», ένα ακόμα από αυτά που ξεχώρισα στο βιβλίο. Σ’ αυτήν την ιστορία ο συγγραφέας μάς διηγείται πώς κατάφερε να φτιάξει το σπίτι του στο Θροφαρί Κορινθίας, ουσιαστική πρωταγωνίστρια όμως είναι η σχέση του με τη Φρόσω, μια γατούλα την οποία περιμαζεύει την εποχή που ζούσε ακόμα σε χώρα του «μουχλιασμένου βορρά». Η Φρόσω αποκτά αμέσως «ερωτική» σχέση με τον κύριό της, κι έτσι ξεκινά η αφήγηση μίας πανέξυπνης και ευφάνταστης αλληγορίας γύρω από τις παθιασμένες, κτητικές και (αυτο)καταστροφικές ερωτικές σχέσεις χωρίς αίσιο τέλος. 
Η γλώσσα του Αργύρη Χιόνη είναι ανάλαφρη και ανεπιτήδευτη. Το ύφος του είναι ως επί το πλείστον σκωπτικό και υπαινικτικό. Όπως σημειώνει ο ίδιος ο συγγραφέας: «Επειδή το θέμα του βιβλίου είναι αρκετά βαρύ ή, μάλλον, δυσβάστακτο, το ύφος είναι, συχνά, παιγνιώδες, ώστε να μη βαρύνεται η ψυχή όχι μόνο του αναγνώστη αλλά και του ίδιου του συγγραφέα». Ακόμα και στο διήγημα «Περί μαχαιριών», το οποίο θα μπορούσε να διαβαστεί και ως ένα μικρό δοκίμιο πάνω στον ανθρώπινο εγωισμό, η παιγνιώδης γλώσσα συντηρεί ένα κλίμα ιλαρότητας που συντελεί στην αναγνωστική απόλαυση. 
Η συλλογή διηγημάτων του Αργύρη Χιόνη «Έχων σώας τας φρένας και άλλες τρελές ιστορίες» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη. Η καλαίσθητη έκδοση κοσμείται από όμορφα σχέδια της Εύης Τσακνιά στο εξώφυλλο και πριν από κάθε διήγημα. 

μεταφράστρια