Τάκης Κατσαμπάνης: Walkabout, Προσδοκία ενός ξεκινήματος

Τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα της οικονομικής κρίσης ακούμε και διαβάζουμε συχνά για τους νέους μας που φεύγουν στο εξωτερικό προς αναζήτηση μιας καλύτερης μοίρας, Αγγλία, Γερμανία, Αυστραλία, όπου μπορεί ο καθένας, για να χτίσουν μια καλύτερη ζωή. Διαβάζουμε και ακούμε  συνεντεύξεις των δικών μας οικονομικών μεταναστών για τους υψηλότερους μισθούς, για την προοπτική επαγγελματικής ανέλιξης και για τη νοσταλγία για την πατρίδα. Δεν ακούμε όμως συχνά για τις ψυχολογικές δυσκολίες που ενέχει η μετανάστευση για όσους την αποτολμούν. Για τον αγώνα ενσωμάτωσης σε ξένες χώρες, σε ξένες κοινωνίες, που όσο κι αν ομοιάζουν με την ελληνική ή όσο κι αν εμπεριέχουν το ελληνικό στοιχείο, όπως στην περίπτωση της Αυστραλίας, παραμένουν ένα πεδίο προσαρμογής, άλλοτε ομαλής και άλλοτε όχι. Διαβάζοντας το Walkabout του Τάκη Κατσαμπάνη συχνά αναρωτήθηκα για όλους αυτούς τους ανθρώπους: πόσοι από αυτούς καταφέρνουν να ενσωματωθούν και να «προοδεύσουν» τελικά; Και με τι κόστος;

Για να αποφύγω τις παρεξηγήσεις, να πω ότι το Walkabout δεν είναι η ιστορία ενός Έλληνα που φεύγει για την Αυστραλία χτυπημένος από την ελληνική οικονομική κρίση προς αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής. Είναι όμως η ιστορία ενός Έλληνα που έχει μέσα του διαρκώς το ταξίδι κι έτσι βρίσκεται, προ κρίσης, στην άλλη άκρη της υφηλίου με βίζα μόνιμης διαμονής στην αχανή αυστραλιανή ήπειρο. Στο βιβλίο η μυθοπλαστική αφήγηση μπολιάζεται με ημερολογιακές εξομολογήσεις του συγγραφέα, ο οποίος έζησε στην Αυστραλία για τέσσερα χρόνια, και περιστρέφεται γύρω από τον αγώνα ή την ανικανότητα ή την άρνηση, τελικά, της ψυχολογικής ενσωμάτωσης σ’ έναν τόπο τόσο ανοίκειο και ξένο κατά βάθος. 
Παρατηρώ τα μαγαζιά, τα ρούχα των ανθρώπων, όποια προσπάθεια διακόσμησης της ζωής ή διασκέδασής της φαίνεται άσκοπη. Η κουλτούρα δεν χρειάζεται σε καθημερινή χρήση. Ζούνε χωρίς βαρβάρους. Η ζωή κυλάει με έναν ρυθμό αδιάλειπτο, χωρίς δράματα. […] Στα προάστεια της ευζωίας το κορμί μου αλλεργικό τινάζεται, το περικυκλώνει η εγκατάσταση και η αρμονία. Ομοιοπαθητικά, με λίγο χάος, θα μπορούσα να υψωθώ, να δω την άλλη πλευρά. Ζούμε την τυραννία μιας ειδικής ελευθερίας, ένα πέταλο που έχει κοπεί από το λουλούδι της. Τι ανάγκη και αυτή για δράμα αφού όλα είναι στρωτά; αναρωτιέται ο αφηγητής κατά το πρώτο διάστημα της διαμονής του. 
Καθ’ όλη την περιγραφή της περιπλάνησής του, από το Σίδνεϊ (την «κρύα ερωμένη») και τις αχανείς παραλίες των ανατολικών ακτών μέχρι τα χίπικα κοινόβια και τις κοινότητες των εναπομείναντων Αβορίγινων, ο αφηγητής διαγράφει ένα παράλληλο ταξίδι περιπλάνησης στην εσωτερική του γεωγραφία: βαριέται, ελπίζει κουράζεται, αγωνιά, νοσταλγεί, μάχεται αλλά κυρίως παρατηρεί, αναρωτιέται, στοχάζεται: 
Κυκλώνας 1, Όσιαν Σορς, Μπάιρον Σάιρ. 
Πλήρης αποπληξία. Ο καιρός σκοτεινός και θυελλώδης, δεν αφήνει περιθώρια για έλεγχο. Δεν μπορείς να βγεις έξω. Παρακαλώ για λίγο παγωμένο ήλιο στο δωμάτιο, να ανθίσει εντός κάπου το μέτρο. Ποιο μέτρο όμως; Ναρκωμένοι τροπικοί. Θλιβεροί. Το ήξερα. […] Απιστία από ένστικτο. Στριμωγμένος στη γωνία, δεν πιστεύω σε αυτή τη ζωή μου, ούτε στην άλλη που φτιάχνουμε από προσδοκία, γιατί αγαπώ με διακρίσεις. Έρχεται το τέλος της μέρας και νιώθω πως ήρθε το τέλος του κόσμου. Τα όνειρά μου τα είπα ψευδαισθήσεις. Συνθλιμμένος περιμένω χωρίς προοπτική. Το χειρότερο είναι ότι φαντάζομαι μια άλλη προοπτική. Λαχταρώ να είμαι μέσα στα πράγματα, να φτιάξω κύκλο και στη μέση του να αγαπηθώ, μέχρι επιτέλους να ξεχωρίσω μέσα μου ποια εικόνα φτιάχνει ο δαίμονας και ποια ο δραπέτης. Έρχεται ξανά η πύρινη παλίρροια, με κατακλύζει, καίγομαι, θυμώνω, σφύζω. Δεν είναι πια θόλωμα, είναι καθαρή φωτιά, δεν ανακόπτεται. Την παραφυλάω και με κυκλώνει, θέλει να δώσει αντίδωρα αλλά δεν ξέρει τρόπους. Μέσα μου συμβαίνουν φυσικές καταστροφές. Λαμπάδιασα και καίω και τα χλωρά. Πυρπολούμαι αγριεμένος, ακατανόητος, σε αναδρομική έκθεση της καταγωγής μου. 
Η ταυτότητα και ο ατομικός προορισμός, το νόημα της πορείας μας, συνοδεύουν τον αφηγητή στην περιπλάνησή του ως ακατάπαυστα ερωτήματα, μαζί με τη μητρική γλώσσα που είτε θέλουμε είτε όχι λειτουργεί ως υπόβαθρο τόσο της ταυτότητας όσο και της δυνατότητάς μας να νιώθουμε σαν το σπίτι μας. Γράφει ο Κατσαμπάνης: «Ντρέπομαι που δεν χωράω σε αυτή τη φύση και τη γιορτή της. Δεν μου αρκεί να την παρατηρώ, θέλω τους συνειρμούς της». Χαμένος στη μετάφραση μεταξύ μητρικής και ξένης γλώσσας, αυτή η «ριζική αποσύνδεση μεταξύ λέξης και πράγματος είναι μια αλχημεία που αφυδατώνει και στύβει τον κόσμο από κάθε σημασία, από κάθε απόχρωση, κάθε ρίγος ή υπαινιγμό». Για να νιώσει ισότιμο, ενσωματωμένο μέλος της καινούριας αυτής κοινωνίας, ο αφηγητής, δεν χρειάζεται να μιλάει απλώς αγγλικά: «Έπρεπε να διορθώσω την τονικότητα, το πώς κατέληγαν οι φράσεις, το πώς άλλαζαν συχνότητα, τις κινήσεις των χεριών. Έπρεπε να προσδώσω στη γλώσσα μου χιούμορ και ερωτισμό, πράγμα που δεν μου ήταν διόλου εύκολο». 
Βεβαίως, καθώς το Walkabout είναι εν μέρει μία ταξιδιωτική νουβέλα, ο Κατσαμπάνης δεν παραβλέπει να αναφέρει δομικά στοιχεία της σύγχρονης ιστορίας της «Τυχερής Χώρας» όπως αποκαλούν την πατρίδα τους οι Αυστραλοί, όπως είναι για παράδειγμα η ρατσιστική πρακτική εξόντωσης και αφανισμού που εφάρμοσαν οι κυρίαρχες λευκές κοινότητες εναντίον των Αβορίγινων όταν από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι και το 1970 απομάκρυναν διά της βίας από τις οικογένειές τους όλα τα μικρά παιδιά των ιθαγενών και τα έδιναν σε χριστιανικές αποστολές και ορφανοτροφεία προκειμένου να «μεγαλώσουν πολιτισμένα, προστατευόμενα από αυτόν τον εκφυλιστικό και πρωτόγονο τρόπο ζωής». 
Το Walkabout, με τον υπότιτλο «Προσδοκία ενός ξεκινήματος», είναι το πρώτο βιβλίο του Τάκη Κατσαμπάνη και νομίζω ότι εδώ έχουμε μία γνήσια λογοτεχνική φλέβα που συνδυάζει τη μετουσίωση του προσωπικού βιώματος σε φιλοσοφικό στοχασμό με τον τρόπο ενός βαθιά ευαίσθητου και οξυδερκή συγγραφέα. Το  Walkabout κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εξάρχεια και μπορείτε να διαβάσετε μερικά ακόμα αποσπάσματα εδώ
μεταφράστρια 

ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0
DISQUS: 0