Γιασούσι Ινόουε: Η ζωή ενός πλαστογράφου

Πριν από κάμποσο καιρό, είχα γράψει για το «Κυνηγετικό όπλο» του Γιασούσι Ινόουε και είχα επιφυλαχθεί να μιλήσω για ένα ακόμα δικό του μικρό αριστούργημα. Πρόκειται για το βιβλίο «Η ζωή ενός πλαστογράφου» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα, σε μετάφραση του Παναγιώτη Ευαγγελίδη (από τα ιαπωνικά, παρακαλώ). Το βιβλίο περιλαμβάνει τρεις νουβέλες: την ομώνυμη και τις «Πανσέληνος» και «Ομπασούτε» ενώ το εξώφυλλό του κοσμείται από έναν πίνακα παραδοσιακής ιαπωνικής τεχνοτροπίας με τίλο «Παραλιακό τοπίο στο φεγγαρόφωτο».

Θα ξεκινήσω από το τελευταίο αφήγημα, το «Ομπασούτε» που στρέφεται γύρω από έναν, κατά πάσα πιθανότητα βουδιστικό, θρύλο σύμφωνα με τον οποίο, οι μεγάλοι γιοι της οικογένειας ήταν επιφορτισμένοι με το θλιβερό καθήκον να οδηγήσουν τις γριές μητέρες στους στο συγκεκριμένο βουνό και να τις εγκαταλείψουν εκεί, όταν αυτές είναι πια υπερβολικά ηλικιωμένες ή ανήμπορες ώστε να προσφέρουν οτιδήποτε στην οικογένεια. Επιπλέον, το όρος Ομπασούτε είναι διάσημο για τη φεγγαράδα του και όταν η μητέρα του αφηγητή αναφέρει πως «αν η συνήθεια της εγκατάλειψης των γέρων στο βουνό ίσχυε ακόμα και σήμερα, εγώ θα πήγαινα πολύ ευχαρίστως», όχι μόνο για να απολαύσει, λίγο πριν τον θάνατό της, το αναπάντεχο δώρο της ενατένισης της σελήνης αλλά και για να δηλώσει την παραίτηση και την κούρασή της από τη ζωή, ο αφηγητής αποφασίζει να ξορκίσει τους παιδικούς του εφιάλτες, ξεκινώντας ένα ταξίδι με προορισμό το θρυλικό βουνό. Μια γλυκόπικρη ιστορία που πέρα από το «εξωτικό» της θέμα αφορά ουσιαστικά στην κατάσταση που βίωναν οι άνθρωποι στη μεταπολεμική Ιαπωνία: απογοήτευση, παραίτηση, εγκατάλειψη και ντροπή σε μία χώρα όπου όλες οι πολιτικές, κοινωνικές και ηθικές δομές της είχαν ηττηθεί, ταπεινωθεί ή καταρρεύσει. Αυτό το κλίμα γενικεύεται όταν κατά τη διάρκεια της αφήγησης αποκαλύπτεται ότι δεν είναι μόνο η μητέρα του αφηγητή που επιζητά την απομόνωση: όλα τα μέλη της οικογένειας, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, επιθυμούν να φύγουν, να χαθούν, να εξαφανιστούν κάπου μακριά προκειμένου να μην αναγκαστούν να διαχειριστούν την απογοήτευσή τους. Διαβάζοντας αυτήν την ιστορία, δεν μπόρεσα να μην σκεφτώ τη σύγχρονη τάση του «χικικομόρι», ένα φαινόμενο που αφορά πάνω από ένα εκατομμύριο Ιάπωνες που επιλέγουν την ακραία κοινωνική απομόνωση ως τρόπο ζωής μπροστά στα αδιέξοδα που δημιουργεί η υιοθέτηση του λεγόμενου «δυτικού» τρόπου ζωής και οι εξαντλητικές εργασιακές απαιτήσεις.

Στον ίδιο καμβά της μεταπολεμικής Ιαπωνίας κινείται και η «Πανσέληνος», η δεύτερη ιστορία του βιβλίου. Σε αυτήν παρακολουθούμε την άνοδο και την πτώση ενός μεγαλοστελέχους επιχείρησης σε μία εποχή που η ιαπωνική κοινωνία υιοθετεί εξ’ ολοκλήρου τα αμερικανικά οικονομικά μοντέλα και με σκυμμένο το κεφάλι εργάζεται σκληρά για να ξαναχτίσει την οικονομία της. Η απληστία, η αλαζονεία και ο καιροσκοπισμός νοούνται ως απαραίτητα συστατικά στο χτίσιμο καριέρας όμως η ζωή είναι ένας δρόμος παράδοξος που δεν προσφέρει εγγυήσεις, ακόμα κι όταν παίζεις πιστά το παιχνίδι που σου ζητούν.

Κι έρχομαι στην ιστορία που δίνει τον τίτλο της στο βιβλίο: «Η ζωή ενός πλαστογράφου». Ο αφηγητής εδώ είναι ένας δημοσιογράφος που προσλαμβάνεται για να γράψει τη βιογραφία του εμβληματικού Ιάπωνα ζωγράφου Κεϊγκάκου. Πρόκειται για μία βαρετή εργασία, μέχρι που ο δημοσιογράφος ανακαλύπτει το ημερολόγιο του ζωγράφου. Εκεί διαβάζει για την ύπαρξη του Χόσεν Χάρα, ενός παλιού φίλου του Κεϊγκάκου, ο οποίος έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του ως πλαστογράφος του φίλου του. Η προσωπικότητα του Χόσεν Χάρα ελκύει αμέσως το ενδιαφέρον του δημοσιογράφου, ο οποίος αποφασίζει να εξερευνήσει τη δική του ζωή. Έτσι αρχίζει να ξετυλίγεται λογοτεχνικά η διαρκής σύγκρουση ανάμεσα σε δύο άντρες που ο ένας φαίνεται να είναι το άκρο αντίθετο του άλλου. Ο Κεϊγκάκου, τα έχει όλα: επιτυχία, αναγνωρισιμότητα, πλούτο. Ο Χάρα, ακριβώς τα αντίθετα: αποτυχημένος, κυνηγημένος, στη σκιά του φίλου του αλλά αποφασισμένος να καταδείξει ότι είναι περισσότερο ταλαντούχος από αυτόν. Παρασυρμένος από το κυνήγι της τελειότητας, γεμίζει την Ιαπωνία με πλαστογραφημένους πίνακες του Κεϊγκάκου εξαπατώντας ειδικούς και μη, και αποδεικνύοντας το ταλέντο του έστω και ανώνυμα. Το τέλος της ζωής του όμως, βρίσκει τον Χόσεν Χάρα να έχει επιστρέψει στο χωριό του. Έχει πια εγκαταλείψει τη ζωγραφική και έχει επινοήσει μία καινούρια ταυτότητα για τον εαυτό του: δεν είναι πια ο παραχαράκτης αλλά ο κατασκευαστής πυροτεχνημάτων. Εκεί, στο μικρό του εργαστήρι, εξαντλεί την τελειομανία του επιχειρώντας να κατασκευάσει ένα πυροτέχνημα απόλυτης ομορφιάς, χρώματος μπλε- μωβ μέσα στη μαύρη νύχτα. Μόνο που, στις ατέλειωτες δοκιμές του έχει πάντα στραμμένη την πλάτη προς τον ουρανό. Σύμφωνα με το εξαιρετικό επίμετρο που περιέχεται στο βιβλίο, αυτή ακριβώς η στάση του ήρωα ενσαρκώνει την απροθυμία της Ιαπωνίας να «αναλάβει τις ευθύνες της ήττας της και αποστρέφει με βδελυγμία το βλέμμα από το μπλε – μωβ χρυσάνθεμο που κατακλύζει τον ουρανό της».

Ο Γιασούσι Ινόουε, όπως και οι περισσότεροι Ιάπωνες συγγραφείς της γενιάς του, δεν ενδιαφέρεται για τη δράση, την εξέλιξη, την πλοκή. Η γραφή του εξερευνά περισσότερο τις εσωτερικές ατραπούς και τη διαπλοκή τους στον ψυχισμό των ηρώων του δίνοντάς μας εξαιρετικά δείγματα μιας γνήσιας, χαμηλόφωνης και μάλλον μελαγχολικής λογοτεχνίας, στην οποία το πιο λαμπερό κομμάτι αναδεικνύεται από την αντίθεσή του με το σκότος.

μεταφράστρια