Άνισες Μέρες του Αυγούστου

Τα μεγαλεία των ανέμελων καλοκαιριών έχουν περάσει για τα καλά στη λήθη μιας εποχής με περιττή ευμάρεια.
Τώρα πλέον οι λιγοστές ήσυχες μέρες του Αυγούστου αποτελούν στην καλύτερη περίπτωση ένα σύντομο διάλειμμα διακοπών στην σκληρή μάχη της επιβίωσης, παράλληλα όμως είναι και ο πιο άδικος και άνισος δείκτης μιας κοινωνίας που προσπαθεί ιδρωμένα να βαστήξει το βάρος μιας γιγαντιαίας αντίθεσης.

Πίσω από τις γλυκές ασπρόμαυρες φωτογραφίες των παιδικών εξορμήσεων σε υπαίθριες αναμνήσεις μέχρι τις ακαλαίσθητες αποκαλυπτικές και κάθε άλλο παρά αποκλειστικές έγχρωμες αποτυπώσεις λαμπερών και επώνυμων οπισθίων, ένας ιστορικός φακός, αδυσώπητος και ολοκληρωτικά κυνικός, καταγράφει την διαχρονική κατάρρευση των καλοκαιριών και το σύγχρονο τέλος της θερινής αθωότητας, ηχογραφεί το κενό και μοναχικό τραγούδι των αυγουστιάτικων τζιτζικιών, σε ένα τοπίο που σε τίποτα δεν θυμίζει τις ένδοξες μέρες ενός «περσινού» καλοκαιριού.

Στα τουριστικά θέρετρα του μοναδικού πλέον παραγωγικού τομέα μιας εξαθλιωμένης χώρας, η γενική εικόνα είναι σίγουρα διαφορετική. Ακόμη και εκεί όμως, πίσω από τις γρίλιες ενός περιποιημένου τουριστικού ειδώλου, στο περιθώριο των πολυδιαφημιζόμενων αφίξεων τυποποιημένων παραδειγμάτων επιδεικτικού πλούτου, όπως και απολιθωμάτων ενός παρακμιακού πλέον και εικονικού νεοπλουτισμού, φαινόμενα αποικιακού επιχειρηματικού χαρακτήρα και μεσαιωνικού εργασιακού περιβάλλοντος, είναι σε θέση να περιγράψουν τις συνθήκες της πραγματικής οικονομίας, όπως επίσης και την απλή κοινωνική καθημερινότητα. Όσο επιδέξια κι αν όλα αυτά κρύβονται πίσω από τις στατιστικές ορδές συναλλαγματικών και φορολογικών εισροών, όσο “χειρουργικά” κι αν τα χειρίζονται τα απολύτως κατευθυνόμενα ΜΜΕ.

Έστω όμως και από την γενική αυτή εντύπωση μιας επιτυχημένης θερινής περιόδου, απουσιάζει τελείως ο παραδοσιακός εκείνος πυλώνας του εγχώριου τουρισμού, το μεσοαστικό όραμα της εξοχικής αναψυχής, όπως φυσικά και η πραγματική ανάγκη μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού για ανάκτηση μερικών δυνάμεων στην ραστώνη κάποιων ολιγοήμερων διακοπών, μπροστά στην καθημερινή μάχη της επιβίωσης. Η νέα αυτή πραγματικότητα όπως έχει διαμορφωθεί σε συνθήκες οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, προφανώς δεν θα μπορούσε να εξαιρέσει την καλοκαιρινή ψυχή ενός λαού που πέρασε την Ρωμιοσύνη του από τα κύματα της θάλασσας και την ύψωσε στις αχτίδες του ήλιου. Μια κοινωνία που έχει ήδη στερηθεί πατρίδα και ελευθερία, που βασανίζεται στα “κελιά” των οικονομικών μεγεθών, των κρατικών κατασχέσεων και των τραπεζικών πλειστηριασμών, δεν έχει την άνεση να ονειρεύεται γαλαζοπράσινες ακτές, ούτε βόλτες στα σοκάκια κάποιας γενέθλιας γης, αν όχι στο σύνολό της, τουλάχιστον τα μικρομεσαία στρώματα και οι λαϊκές τάξεις της.

Από την άλλη, μια συγκεχυμένη προβολή επιφανειακών κρουσμάτων μιας διάχυτης και λαμπερής θερινής καταναλωτικής και διασκεδαστικής άνεσης, ανακατεμένη με τα φωταγωγημένα “τάγματα” κραιπαλωδών “εκρήξεων“, στρατευμένων κυρίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όχι μόνο δεν αρκούν για να εξωραΐσουν τον ταξικό χαρακτήρα των μνημονίων και να ωραιοποιήσουν τις υπό εξαφάνιση όμορφες μέρες του Αυγούστου, αλλά ακόμη πιο εμφατικά υπογραμμίζουν κάτι πολύ πιο άδικο. Τις άνισες μέρες του.