Παυλίνα Παμπούδη: 40 κάπως περίεργες ιστορίες

Οι «40 κάπως περίεργες ιστορίες» της πολυτάλαντης Παυλίνας Παμπούδη (σημαντική ποιήτρια, στιχουργός και μεταφράστρια και εικαστικός αξιώσεων) είναι μία συλλογή που περιλαμβάνει ετερόκλητες μικρές ιστορίες: μύθοι και παραμύθια με ηθικά διδάγματα, μονόλογοι ζώων και ονειρικά παραληρήματα, ένα σκοτεινό, ανθρώπινο (πολύ ανθρώπινο) διήγημα και επτά «μυθιστορήματα μπονζάι». Μερικές από αυτές τις ιστορίες έχουν δημοσιευτεί παλιότερα σε άλλα βιβλία της συγγραφέως («Μύθοι για πολύ μεγάλα παιδιά» και «15 1/2 κάπως περίεργα παραμύθια», και τα δύο από τις εκδόσεις Κέδρος) ενώ άλλες είναι ολοκαίνουριες. Συγκεντρώνονται όλες μαζί σε έναν μικρό κίτρινο τόμο με ένα πολύ ενδιαφέρον και καλαίσθητο εξώφυλλο φιλοτεχνημένο από τη Βαρβάρα Μαυρακάκη για τις εκδόσεις Ροές.

Η πρώτη ομάδα ιστοριών είναι μικρά σουρεαλιστικά αφηγήματα στα οποία πρωταγωνιστούν καθρέφτες, χελώνες, κουτιά, πεταλωτήδες κ.α., σαν μικροί μύθοι του Αισώπου αλλά ενταγμένα στο  σύγχρονο περιβάλλον, που βεβαίως λειτουργούν συμβολικά προκειμένου να μας αποστομώσουν, να μας προβληματίσουν ή και να μας ψυχαγωγήσουν με το αναπάντεχο «ηθικό τους δίδαγμα» στο οποίο φαίνεται όλη η ευφυΐα και η μαστοριά της συγγραφέως. Στο βιβλίο περιέχονται μερικά μικρά διαμάντια όπως οι ιστορίες «Το όνειρο του σάντουιτς» σχετικά με τη λεπτή φόδρα μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας και «Ο πλατύς δρόμος» που φέρει το «καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Οδός Απωλείας» όμως εν είδει μικρού πολιτικού σχολίου για την εποχή μας, όπου όλοι μοιάζουμε να ξέρουμε τις απαντήσεις αλλά όχι πάντα τα ερωτήματα ευρισκόμενοι εν μέσω «απαθούς οργής ή δραστήριας αποβλάκωσης», επιλέγω να μεταγράψω σήμερα εδώ μία ιστορία στην οποία πρωταγωνιστούν οι ορφανές μας απαντήσεις ως προς κάθε τι…

Το τέλος των απαντήσεων χωρίς ερωτήσεις
   Μια φορά ήταν μια αναρχοαυτόνομη ομάδα απαντήσεων με κοινό σημείο το ότι όλες, σε κάποια δύσκολη στιγμή, για τον άλφα ή βήτα λόγο, είχαν χάσει επαφή με τις ερωτήσεις τους – και με το νόημα της ζωής. (Τη μία, λ.χ., την είχε βρει ένας επιστήμονας τελείως διαφορετικής επιστήμης και, μη ξέροντας τι να την κάνει, την είχε πετάξει από το παράθυρο. Μια άλλη την είχε βρει μία μαγείρισσα χωρίς κληρονόμους, λίγο πριν αυτοκτονήσει, μια άλλη ένας άστεγος θεολόγος και τρελάθηκε κ.ο.κ.)
   Έχοντας καταντήσει άνεργες, υποαπασχολούμενες ή αυτοαπασχολούμενες, περιφέρονταν άσκοπα, μπλέκοντας συχνά σε άσχημες καταστάσεις και κάνοντας φασαρία. 
   Ένα βράδυ, αυτές οι άχρηστες απαντήσεις βρέθηκαν σ’ ένα μπαρ. Οι καπνοί, το αλκοόλ και η εκκωφαντική μουσική τις οδήγησαν γρήγορα σ’ εκείνη τη συνήθη πνευματική κατάσταση που περιγράφεται ως απαθής οργή ή δραστήρια αποβλάκωση ή κεφάτη κατάθλιψη. 
   Η πιο βαθυστόχαστη της παρέας (η απάντηση: «διότι δεν υπάρχει κενό») προσκολλήθηκε στον διάλογο του μπάρμαν με μία ξανθιά και προσπαθούσε να τραβήξει την προσοχή των ερωτήσεων που εκτοξεύονταν νωχελικά και από τις δύο πλευρές. Ήταν όμως αδύνατον γιατί όλες οι ερωτήσεις έπεφταν στο κενό και τους άρεσε.  
   Η πιο επιπόλαια (η απάντηση: «Δύο αβγά») προσπάθησε να χωθεί στη συζήτηση που εμαίνετο μεταξύ τεσσάρων ορθίων ασφαλιστών, αλλά τα κλισέ των ερωτήσεων ήταν τετράγωνης λογικής και δεν άφηναν κανένα περιθώριο. 
  Η πιο μεγάλη (η απάντηση: «Βεβαίως υπάρχει, αλλά είναι μαύρος, θηλυκός και σε μεγάλη αμφιβολία γι αυτό δεν εμφανίζεται») παρενοχλούσε μια παρέα φιλάθλων, παρανοώντας τα ενδιαφέροντά τους και προκαλώντας μια τεράστια σύγχυση περί τα θεία. 
   Η πιο μικρή (η απάντηση: «723») δοκίμασε την τύχη της στο μονόλογο ενός χαμένου κορμιού και μπόρεσε να ακουστεί για μια στιγμή, τη στιγμή που το χαμένο κορμί πίστεψε πως κάτι υπαινίσσεται το ποτήρι του με την τεκίλα, έφριξε και σηκώθηκε να φύγει. 
   Η πιο ανόητη (η απάντηση: «Φυσικά ο σοσιαλκαπιταλισμός) έκανε το σφάλμα να πλησιάσει ένα ερωτευμένο ζευγάρι και να κολλήσει σε μία ερώτηση που συνοδευόταν από τη δική της, ακόμα πιο ανόητη απάντηση. 
   Η πιο απρεπής (η απάντηση: «Πριτς!») και η πιο άσχετη (η απάντηση: «Αχά!») άνοιξαν πρώτες τον καβγά. Οι μεγάλης υπαρξιακής αγωνία ερωτήσεις – οι μπράβοι του μπαρ – «Ποιος νομίζεις πως είσαι;» και «Ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε;» επενέβησαν άμεσα. 
   Σε λίγο, όλες οι ασυνόδευτες απαντήσεις είχαν βγει νοκ άουτ και είχαν γίνει ένας μπερδεμένος, άμορφος σωρός σε σχήμα συζητήσεως. 
   Η μόνη που είχε απομείνει σώα και νηφάλια, η αυτάρκης ερωταπάντηση «Ε, και;», σηκώθηκε από τη σκοτεινή γωνιά της και γλίστρησε απαρατήρητη στο δρόμο. 


Ηθικό δίδαγμα: 1) Είναι κοινωνικά αποδεκτό να μην έχεις απαντήσεις, αλλά όχι και να μην έχεις ερωτήσεις. 2) Η ερωταπάντηση «Ε, και;» είναι η μόνη που μας απομένει. 

Άλλες «περίεργες ιστορίες» άνευ ηθικού διδάγματος αυτή τη φορά που ξεχώρισα από το βιβλίο είναι οι ιστορίες «Ο Χρυσόμου», «Μια λεπτή οικογενειακή υπόθεση» και «Οι συνονόματοι» μεταξύ άλλων, όλες γύρω από επιφανειακά λειτουργικές αλλά στο βάθος προβληματικές καταστάσεις, σκληρά καθημερινές, με παιδιά ελαφρώς θύματα και αμελώς θύτες, με γονείς, παππούδες και περιβάλλοντα που διατηρούν υπερβολικά πολλές απόψεις για τα πράγματα ή που, αντιθέτως, άγονται και φέρονται μεταξύ πραγμάτων, ευθυνών και εμποδίων…

Οι απολαυστικές ιστορίες που περιλαμβάνονται σε αυτόν τον τόμο ξεκινούν με ένα ελαφρύ, διασκεδαστικό ύφος, μετά «σοβαρεύουν» καθώς βουτούν με το κεφάλι στα άδυτα των προσωπικών και οικογενειακών ματαιώσεων και στο τέλος, έρχεται μια έκπληξη: μια ιστορία μαύρη, ένας φόνος, μια ευχή που πραγματοποιείται ερήμην του φορέα της από έναν άγνωστο άγγελο  – εξολοθρευτή που δεν είναι απίθανο να κυκλοφορεί ανάμεσά μας… Πρόκειται για την ιστορία «Ο υπάλληλος» που κλείνει το βιβλίο.

Οι «40 κάπως περίεργες ιστορίες» της Παυλίνας Παμπούδη κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ροές και μπορείτε να δείτε το βιβλίο εδώ.

μεταφράστρια 

ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0
DISQUS: 0