Χέρμαν Μέλβιλ: Τρεις απόκληροι

Ο Αμερικανός συγγραφέας Χέρμαν Μέλβιλ είναι γνωστός και αγαπητός στην Ελλάδα κυρίως για το φαλαινοθηρικό έπος «Μόμπι Ντικ». Στον τόμο με γενικό τίτλο «Τρεις Απόκληροι» οι εκδόσεις Καστανιώτη συγκεντρώνουν τρία από τα καλύτερα διηγήματα του συγγραφέα σε μετάφραση Μένη Κουμανταρέα. Συγκεκριμένα, περιλαμβάνονται τα διηγήματα «Μπάρτλεμπυ ο γραφιάς», «Βιολιστής» και «Τζίμυ Ρόουζ» και ο γενικός τίτλος του βιβλίου που δόθηκε από τον μεταφραστή εντοπίζει ένα αρχικό κοινό στοιχείο μεταξύ των πρωταγωνιστών κάθε ιστορίας: πρόκειται για απόκληρους της ζωής και της κοινωνίας. Ένα άλλο κοινό στοιχείο που έχουν τα τρία διηγήματα είναι ότι διαδραματίζονται στη Νέα Υόρκη στα μέσα του 19ου αιώνα.

Η πρώτη ιστορία, «Μπάρτλεμπυ ο γραφιάς» με υπότιτλο «Μια ιστορία της Γουόλ Στριτ» είναι η πιο γνωστή απ’ τις τρεις. Ο Μπάρτλεμπυ, ταπεινός αντιγραφέας στο γραφείο ενός νεοϋορκέζου δικηγόρου είναι ένας από τους πλέον σιβυλλικούς χαρακτήρες της παγκόσμιας λογοτεχνίας: ένας σιωπηλός, αρχικά επιμελής, απολύτως αμετακίνητος στις θέσεις του κατώτερος υπάλληλος που η γεμάτη πείσμα συμπεριφορά του αποτελεί γρίφο για τον αφηγητή της ιστορίας – και άρα για τον αναγνώστη. Η ιστορία με λίγα λόγια έχει ως εξής: ο ηλικιωμένος Μπάρτλεμπυ προσλαμβάνεται στο γραφείο του δικηγόρου και καλείται να συνεργαστεί με τους υπόλοιπους γραφιάδες στη διεκπεραίωση των καθηκόντων του. Ενώ στην αρχή κάνει τη δουλειά του ευσυνείδητα – υπερβολικά ευσυνείδητα θα έλεγε κανείς – δουλεύοντας μέρα και νύχτα και βγάζοντας πολύ μεγάλο όγκο εργασιών, μία ωραία μέρα που ο δικηγόρος του ζητά να κάνει μία ασήμαντη διεκπεραιωτική εργασία, ο Μπάρτλεμπυ αρνείται με τη φράση «Θα προτιμούσα όχι». Η άρνησή του σοκάρει τον εργοδότη του, όχι τόσο στην ουσία της, όσο εξαιτίας της απλότητας και της ισχυρογνωμοσύνης που εκπέμπει. Από αυτό το μικρό περιστατικό και μετά, ο μεγαλοδικηγόρος ζητά από τον υπάλληλό του να κάνει διάφορες δουλειές αλλά εκείνος απαντά όλο και πιο συχνά με την ίδια φράση: «Θα προτιμούσα όχι». Σιγά-σιγά, ο Μπάρτλεμπυ αρχίζει να αποσύρεται από τη δουλειά και από τον κόσμο, χωρίς όμως να κάνει κάτι άλλο. Απλά υπάρχει στον χώρο και εκνευρίζει τους υπόλοιπους. Ο δικηγόρος αρχίζει να τον παρατηρεί προσεκτικά και ανακαλύπτει ότι ο γέρο-Μπάρτλεμπυ διαμένει στο γραφείο καθώς δεν έχει πουθενά αλλού να πάει και ωθούμενος από φιλανθρωπικά και χριστιανικά αισθήματα, του επιτρέπει να μείνει, ανεχόμενος την παρουσία του που γίνεται όλο και πιο ενοχλητική. Τα πράγματα φτάνουν σταδιακά στο απροχώρητο καθώς ο Μπάρτλεμπυ αρνείται όλο και πιο πεισματικά να κάνει οτιδήποτε: να δουλέψει, να φάει, να μιλήσει, να εξηγήσει, να ζητήσει οτιδήποτε, αρνείται ακόμα και να εγκαταλείψει το γραφείο όπως του ζητά ο εργοδότης του, προκειμένου να κατευνάσει τους υπόλοιπους υπαλλήλους που έχουν επαναστατήσει καθώς νιώθουν ότι δουλεύουν για να τρέφουν αυτόν τον ιδιότυπο τεμπέλη. Ο δικηγόρος αναγκάζεται λοιπόν να εγκαταλείψει εκείνος το γραφείο μαζί με την ομάδα του και να νοικιάσει το χώρο σε άλλον συνάδελφο, ο οποίος φροντίζει να συλληφθεί αυτό το βουβό φάντασμα που ήταν κάποτε ο Μπάρτλεμπυ. Στη φυλακή, παίζεται το φινάλε αυτής της περίεργης ιστορίας.
Ο χαρακτήρας του Μπάρτλεμπυ έχει κεντρίσει αρκετές φορές τη λογοτεχνική κριτική: άλλοτε έχει θεωρηθεί ως αλληγορική αντίσταση στον καπιταλισμό και τα αρπακτικά του (ας μην ξεχνάμε ότι ο υπότιτλος του διηγήματος είναι «Μια ιστορία της Γουόλ Στριτ») που αναγκάζουν τους ανθρώπους να δουλεύουν εξαντλητικά ωράρια σε ανήλιαγα γραφεία (το παράθυρο στο γραφείο του Μπάρτλεμπυ βλέπει σε τούβλινο τοίχο) και άλλοτε ο Μπάρτλεμπυ έχει ερμηνευτεί ως το πρότυπο του συγγραφέα που αρνείται να γράψει «σύμφωνα με τη ζήτηση της αγοράς ή να συνθηκολογήσει σε μία κοινωνία της οικονομίας». Από την άλλη, ο Μέλβιλ ίσως να ήθελε να σκιαγραφήσει τη συνειδητότητα του ανθρώπου που όχι μόνο αποδέχεται την ασημαντότητα της εργασίας και της ύπαρξής του, εν γένει, αλλά υπερασπίζεται εμπράκτως αυτήν την ασημαντότητα, αρνούμενος να δεχτεί κάθε υποστηριτική, βελτιωτική ή κακώς εννοούμενη φιλάνθρωπη διάθεση και πρόταση από το περιβάλλον του, εκφέροντας μια απλή φράση: «Θα προτιμούσα όχι». Αυτή η συνειδητότητα βέβαια, δεν συνιστά μικρότερη οδύνη: πρόκειται γι αυτήν την βαθιά, υπαρξιακή απόγνωση που υποχρεώνει κάθε αξιοπρεπή άνθρωπο να αρνηθεί κάθε επίφαση αντίστασης μπροστά στη ματαιότητα των πραγμάτων.
Η δεύτερη ιστορία του βιβλίου («Ο βιολιστής») είναι ένας διάλογος μεταξύ ενός άσημου ποιητή κι ενός βιολιστή που κάποτε υπήρξε παιδί-θαύμα και που τώρα ζει στην αφάνεια. Η ιστορία ξεκινά ως εξής: «Ώστε το ποίημά μου απέτυχε και η αθάνατη φήμη δεν μου ανήκει! Είμαι ανύπαρκτος εις τον αιώνα τον άπαντα! Αφόρητη μοίρα!». Με αφορμή μια αρνητική κριτική που έλαβε, ο δυστυχής ποιητής δεν απειλεί με μηνύσεις τους κριτικούς (γκουχ- γκουχ) αλλά υπερασπίζεται την ευφυΐα του που είναι μοιραίο να μένει πάντα ακατανόητη από την πλατιά μάζα των μετρίων. Απέναντι σε αυτόν τον ίσως ξιπασμένο, ίσως δικαιολογημένο καλλιτέχνη, ο Μέλβιλ αντιπαραθέτει έναν χαρακτήρα που έχει ήδη βιώσει την επιτυχία και τη δόξα, αλλά έχει πλέον ξεχαστεί. Θέμα του διηγήματος λοιπόν, εκτός από την ευφυΐα και τη μετριότητα αυτών που «από την κούνια ως το μνήμα περνούν απαρατήρητοι από τα πλήθη» είναι και το εφήμερο της δόξας και της αναγνωρισιμότητας και η σαρκοφαγική συμπεριφορά του λεγόμενου «κοινού».
Ο τρίτος «απόκληρος» του βιβλίου είναι ο Τζίμυ Ρόουζ, ένας άντρας που κάποτε τα είχε όλα: ομορφιά, υγεία, χαρά της ζωής, γυναίκες και απόλυτη ελευθερία να τα απολαύσει. Επιπλέον, ήταν και εργατικός και έξυπνος, έτσι κατάφερε να αυγατίσει την περιουσία του κι έφτασε να προσφέρει στους δεκάδες φίλους του τότε ηγεμονική φιλοξενία: πλούσια δείπνα, χορούς και δεξιώσεις στην έπαυλή του και σε αίθουσες πολυτελών ξενοδοχείων από όπου παρήλαυνε όλη η κοσμική Νέα Υόρκη. Μέχρι που οι σπατάλες και κάποιες επαγγελματικές αναποδιές προκάλεσαν το μοιραίο: ο ήρωάς μας καταστράφηκε οικονομικά και ξέπεσε κοινωνικά. Ο Τζίμυ Ρόοζ δεν συνήλθε ποτέ από το οικονομικό χτύπημα και έζησε όλη την υπόλοιπη ζωή του από φιλανθρωπίες. Οι παλιοί του φίλοι εξαφανίστηκαν και ο κοινωνικός του περίγυρος δεν τον βοήθησε ουσιαστικά ποτέ, δείχνοντας εμπάθεια ή και φθόνο προς τον πάλαι ποτέ ευεργέτη του. Γράφει ο Μέλβιλ: «Είναι φανερό πως κανένας άνθρωπος δεν επιτρέπεται να διάγει παρόμοια ζωή ατιμωρητί». Όμως ο Τζίμυ Ρόουζ έχει συνείδηση του ποια είναι η ουσιαστική ένδεια: όταν διώχνει κακήν-κακώς την κοπέλα της Πρόνοιας γκρινιάζει μεν για τα βιβλία που του φέρνει («Τι μου κουβαλάει αυτήν την παλιατζούρα; Με παίρνει μήπως για μπατίρη;») όμως προσθέτει αμέσως μετά «Νομίζει τάχα πως η καρδιά ενός ανθρώπου σώνεται με μπλάστρια;».
Όταν αυτός ο «απένταρος θησαυρός λαμπερών και κομψών λέξεων, αυτός ο ευγενικός, χαμογελαστός κύριος που έτρεμε απ’ το κρύο» πεθαίνει, αφήνει τον αφηγητή, που τον είχε γνωρίσει στην ακμή του, μία πικρή απορία: «Πώς μπόρεσε αυτός, ύστερα από μία εύθυμη, συναρπαστική ζωή άρχοντα να συμβιβαστεί σερνάμενος στην κοινωνία, ρίχνοντας κρυφές ματιές μέσα από μάρμαρα και από μαόνια για λίγο ξεφτιλισμένο τσάι με φρυγανιές, εκεί όπου μια φορά κι έναν καιρό […] είχε μπουκώσει με κρασί Βουργουνδίας και ελαφίσιο κρέας τα πλήθη που τον επευφημούσαν»;
Πόσο επίκαιρη είναι στ’ αλήθεια στις μέρες μας η θλιμμένη αλλά και τόσο οξυδερκής ματιά του Χέρμαν Μέλβιλ στην κοινωνική υποκρισία, εδώ και τώρα, στην Ελλάδα της οικονομικής κρίσης όπου τόσοι και τόσοι άνθρωποι, πρώην οικογενειάρχες και πρώην πετυχημένοι στήνονται γραμμή στα συσσίτια; Πόσες παρόμοιες ιστορίες με του Τζίμυ Ρόουζ και του Βιολιστή θα ακούγαμε αν μιλούσαμε μαζί τους; Πόσοι ανάμεσά μας δεν έχουν / έχουμε μετατραπεί σε σιωπηλούς Μπάρτλεμπυ υποτασσόμενοι σε κακοπληρωμένες δουλειές σηκώνοντας τα χέρια ψηλά από απόγνωση και αποσυρόμενοι στην απάθεια και τη σιωπή;
μεταφράστρια