Τα Ίμια, τα ψάρια και ο “Πόλεμος του Μπακαλιάρου”

Την ίδια στιγμή που στο Αιγαίο και συγκεκριμένα στα Ίμια στήνεται για τα καλά ένα σκηνικό πολεμικής έντασης με την τουρκική προκλητικότητα να περνάει κάθε προηγούμενη πρόκληση και την ελληνική πλευρά να προχωρά σε έντονα διπλωματικά διαβήματα με αποκορύφωμα την δήλωση του υπουργού Εξωτερικών ότι την επόμενη φορά «δεν θα απαντήσουμε ειρηνικά», η περιβόητη φράση «το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του», φαίνεται πώς εδώ κι ένα χρόνο έχει πάρει την θέση της επίσημα στο δόγμα των διμερών μας σχέσεων με την , σε μια κοινή διακήρυξη χωρών της Ε.Ε και τρίτων, μεταξύ των οποίων και η , διακήρυξη που δεν έχουν υπογράψει οι αρμόδιοι υπουργοί εξωτερικών και άμυνας των δυο χωρών, αλλά οι… «συναρμόδιοι» υπουργοί «γεωργίας». 

Η Διακήρυξη της Μάλτας 
Πράγματι, χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εδώ και έναν χρόνο, κατέληξαν στις 30 Μαρτίου 2017, στην υπογραφή της Διακήρυξης της Μάλτας, γνωστής ως “MedFish4Ever”. 
Στη διάσκεψη της Μάλτας “MedFish4Ever” συμμετείχαν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 8 κράτη μέλη (Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία, Μάλτα, Σλοβενία, Κροατία, Ελλάδα, Κύπρος), 7 τρίτες χώρες (Μαρόκο, Αλγερία, Τυνησία, Αίγυπτος, Τουρκία, Αλβανία, Μαυροβούνιο), ο οργανισμός FAO, η Γενική Επιτροπή Αλιείας για τη Μεσόγειο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο της ΕΕ για τη Μεσόγειο.
Η Διακήρυξη αυτή που για την Ελλάδα υπεγράφη από τον υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Ευάγγελο Αποστόλου και για την Τουρκία από τον Γενικό Διευθυντή του αντίστοιχου Υπουργείου, Mustafa Altug Atalay, αν και καθορίζει λεπτομερές πρόγραμμα εργασίας για τα επόμενα 10 χρόνια για τη διάσωση των ιχθυαποθεμάτων της Μεσογείου και την προστασία του περιβαλλοντικού και οικονομικού πλούτου της, απέκτησε ουσιαστικά πολιτική διάσταση, καθώς τα γνωστά προβλήματα στο Αιγαίο παύουν να αποτελούν αντικείμενο διαχείρισης σε επίπεδο Λιμενικών Αρχών και πολεμικών πλοίων στην περιοχή, αλλά υπόκεινται σε σχέσεις καλής γειτονίας και συνεργασίας με αντικείμενο τα ψάρια του Αιγαίου. 
Όσο κι αν κάτι τέτοιο στις μέρες μας φαίνεται τουλάχιστον περίεργο, δεν είναι η πρώτη φορά που τα… ψάρια παίζουν καταλυτικό ρόλο σε διμερείς σχέσεις, προκαλώντας ακόμη και πολεμική σύρραξη. 
Ο Πόλεμος του Μπακαλιάρου 
Όχι έναν, όχι δυο, αλλά τρεις «πολέμους» προκάλεσε στην ιστορία ο κατά τα άλλα συμπαθής μπακαλιάρος. 
Ο Α΄ Πόλεμος του Μπακαλιάρου διήρκησε από την 1η Σεπτεμβρίου ως τις 12 Νοεμβρίου 1958. Ξεκίνησε όταν η Ισλανδία επέκτεινε μονομερώς τη ζώνη επιτρεπόμενης αλιείας της από τα 4 στα 12 ναυτικά μίλια (από τα 7.4 στα 22.2 χλμ.), με εφαρμογή από την 1η Σεπτεμβρίου 1958. Η Βρετανία αντέδρασε (είχε ήδη 20 μηχανότρατες, 4 πολεμικά και ένα εφοδιαστικό σκάφος εντός αυτών των υδάτων). Ακολούθησαν διάφορα περιστατικά ναυτικής εμπλοκής (αναίμακτα), τα οποία διήρκησαν σχεδόν δυόμιση μήνες και στα οποία ενεπλάκησαν 53 πολεμικά βρετανικά σκάφη, ενώ από την πλευρά της Ισλανδίας μόνον 7 περιπολικά σκάφη (patrol vessels). Τελικά, στις 12 Νοεμβρίου 1958 οι δύο πλευρές κατέληξαν σε ένα είδος συμφωνίας, που επέτρεπε στους Βρετανούς να αλιεύουν σε συγκεκριμένες ζώνες, από τα 6 ως τα 12 μίλια. 
Το 1972-1973 είχαμε τον Β΄ Πόλεμο του Μπακαλιάρου (2nd Cod War), που ξεκίνησε επίσης την 1η Σεπτεμβρίου, όταν η Ισλανδία ανακοίνωσε ότι επέκτεινε τη ζώνη επιτρεπόμενης αλιείας της στα 50 μίλια (92.6 χλμ.). Και πάλι αρκετά βρετανικά (αλλά και δυτικογερμανικά) σκάφη αγνόησαν την απαγόρευση και εξακολουθούσαν να αλιεύουν σε αυτά τα ύδατα -που τα θεωρούσαν διεθνή και όχι ισλανδικά- ήδη από την 1η ημέρα της νέας κατάστασης. Η ένταση αυξήθηκε όταν ο αριστερός συνασπισμός που κυβερνούσε εκείνη την περίοδο την Ισλανδία δήλωσε ότι δεν δεσμεύεται από τη συμφωνία της προηγούμενης συντηρητικής κυβέρνησης για παραπομπή του ζητήματος στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Τους επόμενους μήνες, το ισλανδικό ναυτικό χρησιμοποιούσε μεγάλα ψαλίδια με τα οποία έκοβε τα δίχτυα των ξένων σκαφών, απελευθερώνοντας ταυτόχρονα στη θάλασσα τα αλιεύματα που αυτά είχαν πιάσει. Μόνο στις 18 Ιανουαρίου 1973, αυτό έγινε σε 18 ξένες μηχανότρατες. Την επομένη, οι Βρετανοί έστειλαν ρυμουλκά πλοία προς ενίσχυση της άμυνας των αλιευτικών τους. Μετά από σειρά διαπραγματεύσεων εντός του NATO και αφού η ισλανδική κυβέρνηση απειλούσε με αποχώρηση από τη Βορειοατλαντική Συμμαχία, στις 8 Νοεμβρίου 1973 επιτεύχθηκε συμφωνία που επέτρεπε -όπως το 1958- στους Βρετανούς να αλιεύουν σε συγκεκριμένες ζώνες, εντός των 50 μιλίων. Η συμφωνία πρόβλεπε και ανώτατο όριο αλιευμάτων για τους Βρετανούς τους 130.000 τόνους ετησίως. Όταν όμως έληξε η διετής διάρκειά της, το Νοέμβριο του 1975, προκλήθηκε ο Γ΄ Πόλεμος του Μπακαλιάρου. Στο μεταξύ, η Δυτική Γερμανία δεν αποδέχθηκε ανάλογη συμφωνία και έκλεισε τα λιμάνια της στα ισλανδικά σκάφη, απαγορεύοντάς τους να ελλιμενίζονται εκεί. 

Ο Γ΄ Πόλεμος του Μπακαλιάρου έφερε ξανά σε αντιπαράθεση την Ισλανδία και τη Μεγάλη Βρετανία και διάρκεσε από τον Νοέμβριο του 1975 ως τον Ιούνιο του 1976. Η αιτία ήταν η νέα μονομερής επέκταση των χωρικών υδάτων της Ισλανδίας στα 200 ναυτικά μίλια (370 χλμ.) από τις ακτές της. Η βρετανική κυβέρνηση δεν αναγνώρισε την πράξη αυτή και έτσι συνέβησαν και πάλι περιστατικά εμπλοκής ανάμεσα σε σκάφη των δύο χωρών, αυτή τη φορά σε μεγαλύτερη έκταση και ισχυρότερη ένταση από τις δυο προηγούμενες. Η ισλανδική ακτοφυλακή εξακολουθούσε να κόβει τα δίχτυα σε βρετανικά ψαράδικα, ενώ το βρετανικό ναυτικό, ενισχυμένο πλέον και με φρεγάτες διεμβόλιζε ισλανδικά σκάφη, συχνά προκαλώντας τη βύθισή τους. Καθώς τα γεγονότα χειροτέρευαν, η Ισλανδία απείλησε να κλείσει τη στρατιωτική βάση του NATO στο Κεφλαβίκ, κίνηση που θα δυσχέραινε σημαντικά την αμυντική ικανότητα του ΝΑΤΟ στον Ατλαντικό, έναντι της Σοβιετικής Ένωσης. Σαν συνέπεια της όξυνσης, η βρετανική κυβέρνηση αποδέχθηκε να υποχρεώσει τα αλιευτικά της σκάφη να παραμένουν εκτός των 200 ναυτικών μιλίων, με εξαίρεση μόνον 24 πλοιαρίων το χρόνο στην αμφισβητούμενη περιοχή. 
Πηγή: https://el.wikipedia.org
Σύνταξη-Επιμέλεια

ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0