Άννα Σπυράτου: Βαλβίδα Ασφαλείας

Μία φορά στο τόσο, δηλαδή μάλλον σπάνια για να είμαι ειλικρινής, φτάνει στα χέρια μου το πρώτο βιβλίο ενός νέου ποιητή που δεν έχει κανένα από τα συνήθη προβλήματα των πρωτολείων. Μια τέτοια ευχάριστη έκπληξη ήταν η ποιητική συλλογή «Βαλβίδα ασφαλείας» της Άννας Σπυράτου από τις εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος που μου χάρισε μία καλή φίλη.
Αρχικά, θα ήθελα να ξεκινήσω από τη γλώσσα διότι ωραία τα υψηλά νοήματα αλλά η γλώσσα ως φορέας και εργαλείο της ποιητικής δημιουργίας είναι αυτή που μπορεί να καταστρέψει ή να απογειώσει ένα ποίημα. Η Άννα Σπυράτου χρησιμοποιεί τη γλώσσα επαρκέστατα και όσο χρειάζεται δημιουργικά, χωρίς να καταφεύγει σε λεκτικές υπερβολές και πομπώδεις λύσεις εντυπωσιασμού. Μέσα από την απλότητα των στίχων, το ταλέντο της μεταμορφώνει το καθημερινό μας υλικό σε ποιητική εικόνα, χωρίς παράλληλα να φοβάται την ένταση όπου αυτή χρειάζεται:

Στο μισοσκόταδο ανοίγω αργά τα μάτια·
το ξυπνητήρι από καιρό στην αχρηστία·
προφυλαγμένη μες στα ζοφερά δωμάτια
θα καταστρώσω της ζωής μου τη νοθεία.

Στο μαξιλάρι μου κοιτάζω έναν λεκέ,
ο,τι κι αν κάνω μοιάζει με τελετουργία·
πατάω αργά και σιγοτρίζει το παρκέ
κι έτσι γεμίζει της ζωής μου η αργία.
[…]
Ανοίγει η αυλαία, βάζω πάλι τ’ ακριβά μου,
βγαίνω στο δρόμο και ζυγίζω τους ανθρώπους·
βρίσκω έναν λόγο να ποντάρω την καρδιά μου,
σα να μην έχασα και χτες, με χίλιους τρόπους…

[…]
Αποσπάσματα από το ποίημα «Ατελείωτη Κυριακή».
Όλα τα ποιήματα της συλλογής είναι γραμμένα σε έμμετρο στίχο και μάλιστα με μεγάλη χαρά διάβασα και μερικά σονέτα, μια φόρμα τεχνικά δύσκολη που επιλέγουν λίγοι σύγχρονοι ποιητές. Η θεματολογία ποικίλλει:  ο έρωτας και η απώλεια είναι οι βασικοί άξονες αλλά έχω την αίσθηση πως πέρα από τις πληγές και την αναπόληση, ολόκληρο το βιβλίο διέπεται από μια διάθεση αναστοχασμού του παρελθόντος χωρίς δραματικές εξάρσεις και αναθέματα, χωρίς βαθιές πικρίες και αίσθηση ματαιότητας για ό,τι έχει χαθεί. Αντίθετα, η ποιήτρια μοιάζει να παρατηρεί με ψυχραιμία και ίσως κάποια θλίψη τη μέχρι τώρα πορεία των πραγμάτων ψάχνοντας να στεριώσει πιο γερά τα συμπεράσματά της:
Για μένανε, δεν ήτανε κελί,
τα χέρια μας μπλεγμένα στο σκοτάδι.
Ήταν στο λύχνο της ζωής μου λάδι·
στο χείλος του γκρεμού, μεταβολή.
[…]
Κι όχι, για με, δεν ήτανε κελί.
Απόσπασμα από το ποίημα «Ανακεφαλαίωση».
Άλλωστε, ένα από τα πιο φλέγοντα ζητήματα με τα οποία καταπιάνεται η Σπυράτου είναι η φθορά της καθημερινότητας σε κάθε έκφανση του βίου μας, αυτού του είδους ο μαρασμός που εγκαθίσταται στη ζωή μας συνήθως ερήμην μας και γίνεται αντιληπτός μόνο όταν είναι συνήθως αργά. Έχοντας σπουδάσει, βρει δουλειά, παντρευτεί, κάνει παιδιά, έχοντας δαπανήσει χρόνο, κόπο και την καλύτερή μας ενέργεια, πώς έχουμε αλλάξει, ποιοι είμαστε σήμερα και πόση σχέση έχουμε πια μ’ αυτό που ήμασταν κάποτε; Αυτό που λέγαμε ο εαυτός μας, πού κατοικεί σήμερα και πώς τα τωρινά ονειρά μας έχουν ανάγκη μια βαλβίδα ασφαλείας για να είναι βιώσιμα;
Ας ανάψει κάποιος τα φώτα!
Κάποτε, ψηλά εκεί στον τοίχο είχε παράθυρο,
όμως το χτίσμαε με εντολή πολεοδομίας…
Δε θα σας το ζητούσα αν υπήρχε επιλογή,
μα έχω να πέσω και σε δύο κινέζικα σερβίτσια,
τρεις προβολής ανάκρισης κι έναν γκρεμό…
Απόσπασμα από το ποίημα «Έρεβος».
Ένα ακόμα αξιοπρόσεκτο σημείο στην ανά χείρας ποιητική συλλογή της Άννας Σπυράτου είναι ο υφολογικός πειραματισμός. Άλλα ποιήματα είναι γραμμένα με ύφος προσωπικό – εξομολογητικό, άλλα μοιάζουν με σελίδες ημερολογίου κάποιου περαστικού παρατηρητή και σε άλλα η ποιήτρια πατάει σε πιο παραδοσιακούς δρόμους χρησιμοποιώντας την αλληγορική στιχομυθία, όπως στο ποίημα που ακολουθεί:
Το παιδί
Ξύπνησε πάλι το παιδί και με τσιγκλάει…
Απ’ το μανίκι με τραβάει και ρωτάει:
-Δεν είναι η πόλη σου στενή;
-Δεν είν’ ο πύργος σου κελί
και τα παπούτσια σου απ’ τον γείτονα παρμένα;

-Μιλάς σε μένα;
Που ‘χω ανέβει τον γκρεμό,
που ξέφυγ’ απ’ τον χαλασμό
και τα κατάφερα να τα ‘χω όλα στρωμένα;

Και με ξορκίζει η γειτονιά:
-Βάλ’το για ύπνο!
Μη μας ταράζεις της νυκτός την ησυχία.
Πες του εδώ πως δεν χωράνε τέτοια αστεία,
μικρό παιδί, να κάνει τώρα και το ξύπνιο!

Ξύπνησε πάλι το παιδί, με τυραννάει…
Ίσια στα μάτια με κοιτάει και ζητάει:
-Θέλω να φύγω από δω,
είναι το σπίτι σου στενό,
πεινάω για δρόμο, πεινάω αγριεμένα!

-Άσε με μένα…
Τράβα για ύπνο να χαρείς
κι άλλο μη με ταλαιπωρείς,
είναι τα χέρια μου πισθάγκωνα δεμένα…

Και μου φωνάζει η γειτονιά:
-Θα σταματήσει;
Τον δρόμο που μας λέει, κανείς μας δε θα δει!
Κι αν δε μπορείς να κουμαντάρεις το παιδί,
υπάρχουν χάπια που σου δίνουνε τη λύση…
Τα 33 ποίηματα που περιλαμβάνονται στη συλλογή, που θα μπορούσαν να γίνουν και πολύ ωραία τραγούδια με την κατάλληλη μελοποίηση, κοσμούνται από ισάριθμες ασπρόμαυρες φωτογραφίες του Λεωνίδα Βουρδονικόλα. Η ποιητική συλλογή «Βαλβίδα ασφαλείας» της Άννας Σπυράτου ήταν για μένα μια ευχάριστη έκπληξη που αποκάλυψε ένα γνήσιο ποιητικό ταλέντο. Είναι σοφή λοιπόν η ρήση: οι ποιητές, οι παρατηρητές, οι ευαίσθητοι οδοιπόροι ζουν δίπλα μας, ανάμεσά μας.
μεταφράστρια