Ειδήσεις για την Κεφαλονιά και τους Κεφαλονίτες

Κατηγορίες: Ανεκπαίδευτα Ένωση των Επτανήσων Τίνα Σπυράτου

Δεν θυμάμαι πόσο χρονών ήμουν. Θυμάμαι όμως, τον παππού μου τον Σωκράτη να μου αγοράζει ένα σακουλάκι πατατάκια από το... μπαρ του καραβιού, και το θυμάμαι έντονα, γιατί από τότε ως σήμερα κάθε φορά που βάζω στο στόμα μου, αυτό το γεμάτο τοξίνες και χοληστερίνη σνακ μπερδεύεται το φιλτραρισμένο έλαιο που έχουν παρασκευαστεί με την οσμή από ποτισμένο με αλάτι ξύλινο δάπεδο του καραβιού.

Αυτή είναι η πρώτη εικόνα και παρακαταθήκη γεύσης που έρχεται στο νου μου, από το πρώτο ταξίδι μου στην Νήσο που γέννησε τους γονείς μου, ακουμπώντας μια σταλιά παιδί, το μικρό μου κεφάλι στην κουπαστή της πλώρης του πλοίου ΙΟΝΙΣ, μήνα Δεκέμβρη, με θαλασσοταραχή που ταρακουνούσε συθέμελα το πλεούμενο για περίπου έξι ώρες που διαρκούσε το ταξίδι.

Ήταν νύχτα όταν το καράβι πλεύρισε στο λιμάνι της Σάμης. Νύχτα με κρύο και βροχή. Ο παππούς με είχε κατεβεί στο γκαράζ του πλοίου κι εγώ, κρατώντας του ερμητικά σφιχτά το χέρι, ανταμώθηκα με την υπόγεια αύρα .

Η πόρτα του γκαράζ να άνοιξε σιγά-σιγά και ξεπρόβαλε η νήσος πανώρια, υγρή και σκοτεινή, με λίγα φώτα να τρεμοπαίζουν στο ορίζοντα και το ποτισμένο χώμα που ήταν φορτωμένο με βλάστηση από τις βουνοκορφές των βουνών της Σάμης, να γεμίζει τα ρουθούνια μου με μια μυρωδιά άλλου κόσμου. Αυτή είναι η ανάμνηση που είναι χαρτογραφημένη στο μυαλό μου, σαν την πρώτη φορά που φιλήθηκα με την Κεφαλονιά στο στόμα.

Γεννήθηκα στο Πασαλιμάνι του Πειραιά από γονείς Κεφαλονίτες. Γεννήθηκα αντικριστά στην θάλασσα, περπάτησα στην άκρη της θάλασσας, το σπίτι μου είχε «ταπετσαρία» από θάλασσα , μεγάλωσα με την καρδιά να χτυπά στη θάλασσα κι ο πατέρας μου όργωνε την θάλασσα.

Στα παιδικά μου χρόνια, η νήσος ήταν ο προορισμός των διακοπών μας. Στην νήσο κατοικούσε η «προίκα» μου. Ο παππούς κι η γιαγιά. Σε μιαν αρωγή μετασεισμική, μελέτης Γάλλων αρχιτεκτόνων που ξαναέχτισαν τα σπίτια του νησιού που τα λάβωσε ή τα κατέστρεψε ο σεισμός του 1953, μπλέκοντας πέτρες, τσιμέντο και φύκια ανάμεσα στα θεμέλια, έτσι ώστε το στοιχείο της θάλασσας να περικυκλώσει τη γη ώστε αυτή τελικά να σωθεί.

Δεν θυμάμαι πιο ζεστό, αγαπημένο, καθαρό κι όμορφο σπίτι. Δεν θυμάμαι να μας νοιάζει που το μπάνιο ήταν αλλού, η κουζίνα αλλού και τα υπνοδωμάτια αλλού. Που για να κάνεις μπάνιο έπρεπε να ζεστάνεις νερό γάργαρο από την στέρνα, για να πιεις έπρεπε να ξαναπάς στην στέρνα και για να μαγειρέψεις έπρεπε να φυλάξεις από την στέρνα.

Εκείνα τα χρόνια θαρρώ, ανακάλυψα πως το λίγο είναι πολύ, πως ένα πιάτο μαγειρεμένο φαγητό με αγάπη είναι μεγάλο δώρο, πως οι νεράιδες και τα ξωτικά κατοικούν και στον πάνω κόσμο και η αίσθηση να περπατάς ξυπόλητη στην καυτή γη είναι κάτι που σ' ελευθερώνει για πάντα. Εκείνα τα χρόνια νομίζω πως γνωρίστηκα με την Κεφαλονιά πραγματικά.

Μεγάλωνα στις γειτονιές του Πειραιά. Από την Αμφιάλη, τον Κορυδαλλό, την Κοκκινιά, τα Καμίνια, την Πειραική, το Πασαλιμάνι, την Δραπετσώνα και την Καστέλα. Μεγάλωνα και κάθε σπιθαμή του, ήταν για μένα ανακάλυψη και καταφύγιο.

Ήταν η πατρίδα μου, το «σχολείο» μου, οι φίλοι μου, οι δρόμοι που περπάτησα χιλιάδες φορές. Ήταν το πρώτο μου φιλί, ο πρώτος μου έρωτας, το πρώτο κορμί μου, η πρώτη κολλητή μου, η πρώτη βλακεία μου, η πρώτη ήττα μου, η πρώτη νίκη μου, η πρώτη δουλειά μου, η πρώτη εκδρομή μου, το πρώτο παιδί μου. Το αιώνιο και μοναδικό σπίτι μου.

Τα καλοκαίρια ερχόμουν πάντα στην Νήσο. Πήγαινα κι αλλού πια, αλλά κρυσταλλένια νερά σαν ετούτα δεν αντάμωσα πουθενά. Πουθενά δεν είχα την αίσθηση πως η θάλασσα είναι ένα με μένα, εκτός από την στιγμή εκείνη που βούταγα από τα ψηλά κι απότομα βράχια, δεκαοχτώ χρονών γυναίκα, στα σμαραγδένια καθάρια νερά του Μύρτου...

Έπειτα επέστρεφα στο Λιμάνι μου. Εκεί τα νερά δεν ήταν καθάρια, ούτε μοσχοβολούσαν ιώδιο και ευωδιές που έφερνε απ' το Νότο ο Μαΐστρος.

Κι όμως, σ' εκείνο το Λιμάνι με τα ανομοιόμορφα πλεούμενα, την τεράστια μπούκα και τους καπνούς από τις τσιμινιέρες των θωρηκτών, που πηγαινοέρχονταν λες κι όλη η γη χωρούσε εκεί, εγώ ανακάλυψα τον κόσμο.

Συνέχιζα να πηγαίνω στην Κεφαλονιά, ανελλιπώς. Καλοκαίρια στην μισή μου άδεια, διήμερα, μέρες Μαγιού ή άξαφνα λίγο το χειμώνα για να ξεφύγω κι από τον ίδιο μου τον εαυτό, να χαθώ λίγο στο αντάμωμα της με την θάλασσα. Και τώρα που το σκέφτομαι, ποτέ δεν αποζητούσα τη γη της, παρά την υγρή γαλάζια ταραχή που την περικύκλωνε.

Πήγαινα, αλλά έφευγα, για να επιστρέψω στην υπόλοιπη Ελλάδα. Και τα χρόνια κυλούσαν...

Τότε ήταν που αναγνώρισα τη διττή δύναμη που κουβαλά κάθε διαδρομή μας.

Κι όπως μόνο η ζωή μπορεί να τα φέρει, ένα μεσημέρι του Μάη, δέκα χρόνια πριν ακριβώς, μ' ένα αγοράκι τεσσάρων ετών κι ένα μόλις ενός, νέα, ωραία και λίγο αυθάδης, στεκόμουν φορτωμένη με αναμνήσεις, χαρτιά, δίσκους βινυλίου και ζάρια στην πρύμνη ενός άλλου καραβιού, όχι με ξύλινα αλμυροχτυπημένα πατώματα πια, μα λίγο με σκουριά, αποχαιρετώντας από το Λιμάνι της Πάτρας την ηπειρωτική Ελλάδα.

Πριν δέκα χρόνια ακριβώς, με όχι πολύ σκέψη και λίγο αναταραχή, άφησα τα λημέρια, τις μέρες, τις νύχτες, τα κίτρινα φώτα, τα στέκια, την ανταρσία και τους ανθρώπους μου να πηγαινοέρχονται στο Λιμάνι του Πειραιά, για να δαμάσω τα όνειρα μου στο νησί των προγόνων μου.

Αλλά, όπως είναι αναμενόμενο και πασιφανές , άλλο η σχέση κι άλλο ο γάμος...

Έτσι ο «γάμος» μου με τη Νήσο, κατά την μετέωρη ένωση μας, είχε όλα τα σκαμπανεβάσματα μιας ένωσης που πρέπει όλα να τ' ανακαλύψεις από την αρχή.

Στις 21 Μαίου του 1864 τα Επτάνησα εντάσσονται επισήμως στην Ελλάδα και στο Κάστρο της Κέρκυρας υψώνεται η Ελληνική σημαία.

Εκατόν πενήντα τέσσερα χρόνια πριν, δηλαδή, η νήσος που κατοικώ, η νήσος που είναι ένας τόπος γόνιμος, πανέμορφος, άγριος, που γέννησε λόγιους, ποιητές, ναυτικούς , αστούς και προλετάριους, και που είχε την τιμή να «γεννήσει» και τον πατέρα μου, ενώθηκε λίγο άγαρμπα, λίγο αδέξια, λίγο ονειροβατώντας, λίγο απροετοίμαστα, μα με πολύ λαχτάρα με την ηπειρωτική Ελλάδα.

Τη φαντάζομαι σαν Γυναίκα που από το πατρικό της σπίτι, ξαφνικά κάποιος της βρήκε γαμπρό που πρέπει να τον ακολουθήσει μέχρι το τέλος της ζωής της.

Μια γυναίκα είναι η Κεφαλονιά.

Γι αυτό είναι γεμάτη ρίχτερ, μποφόρ, όστρια και γραιό Λεβάντε, απότομους γκρεμούς, απόκοσμα τοπία και ονειρεμένα πλάνα. Γι αυτό σε αγκαλιάζει σα μάνα και σε διώχνει σαν ερωμένη.

Γι αυτό κι οι ντόπιοι την αγαπούν και τη βλασφημούν με το ίδιο πάθος.

Σ' αυτόν τον τόπο, λοιπόν, με έφερε ο άνεμος να βρω την φλέβα που χτυπά απ' ευθείας στην καρδιά μου, μιας κόκκινης καρδιάς που θα αναπνέει στο Λιμάνι του Πειραιά κι αφήνει τις περιρρέουσες φλεβίτσες της να κολυμπούν στις εκατό αποχρώσεις του μπλε της θάλασσας που κυκλώνει την όμορφη Νήσο Κεφαλονιά,

Που κάποτε δόθηκε σαν κομμάτι «προίκας» σ' έναν βασιλιά, με καταγωγή από την Βαυαρία, και που δεν θα γίνει ποτέ καπρίτσιο κανενός.

Τίνα Σπυράτου





Σχόλια


Σχετικά άρθρα