Β. Πισιμίσης: Βούρλα – Τρούμπα. Μια περιήγηση στον χώρο του υποκόσμου και της πορνείας του Πειραιά (1840-1968)

Μιας που είμαι Πειραιώτισσα, και μιας που βρίσκομαι στον Πειραιά εδώ και κάποιες εβδομάδες, και λίγο πριν επιστρέψω στην Κεφαλονιά, θα ήθελα να μιλήσω για ένα αγαπημένο βιβλίο, το «Βούρλα – Τρούμπα, μια περιήγηση στον χώρο του υποκόσμου και της πορνείας του Πειραιά (1840-1968)» του Βασίλη Πισιμίση, από τις εκδόσεις Νέος Κύκλος, πρώην Τσαμαντάκη (σε δεύτερη έκδοση). Ένα βιβλίο πολύ αξιόλογο που καταγράφει αληθινές ιστορίες και μαρτυρίες από τις ιστορικές αυτές περιοχές πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο μέχρι περίπου τα τέλη της δεκαετίας του 1960, συμπεριλαμβάνοντας τη χρυσή εποχή της Τρούμπας, όπως τη γνωρίζουμε, καλογυαλισμένη βέβαια, από τα μιούζικαλ του ελληνικού κινηματογράφου («Καλώς ήρθε το δολάριο» κλπ). 

Ο Βασίλης Πισιμίσης είναι Κερατσινιώτης, μελετητής της ευρύτερης περιοχής του Πειραιά και συλλέκτης πολύτιμου ιστορικού και λαογραφικού υλικού σχετικά με το μεγάλο λιμάνι. Στο βιβλίο του ξεκινά από τα Βούρλα όπου λειτούργησαν τα πρώτα ελληνικά κρατικά πορνεία προκειμένου να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο της πεζοδρομιακής πορνείας που άνθιζε στους δρόμους γύρω από το λιμάνι. Μορφές του υποκόσμου της εποχής όπως πόρνες, τσατσάδες, αγαπητικοί, χασικλήδες, ρεμπέτες και διάφοροι κακοποιοί ανασυνθέτουν τον πνιγηρό και σκοτεινό κόσμο της νύχτας και του περιθωρίου που χαρακτήρισε τις περιοχές αυτές μέχρι τον “εξαγνισμό” τους από τη χούντα στα τέλη της δεκαετίας του ’60.
Βούρλα ονομαζόταν από την αρχαιότητα η περιοχή του λιμανιού κάτω από τη σημερινή Δραπετσώνα (περιοχή Αγίου Διονυσίου), επειδή λόγω του μικρού βάθους των νερών δημιουργούνταν δύσοσμα έλη γεμάτα βούρλα και καλαμιές. Ήδη από το 1840, ο Πειραιάς ήταν μία περιοχή με αυξημένο ανδρικό πληθυσμό κυρίως λόγω της ναυτικής κίνησης αλλά και της έλευσης χιλιάδων εργατών από την επαρχία, που σκοπό είχαν να δουλέψουν στα παρακείμενα του λιμανιού εργοστάσια ή στο λιμάνι ως φορτοεκφορτωτές, ναυτικοί κλπ, γεγονότα που εξηγούν την άνθιση της πορνείας στην περιοχή. Οι μόνιμοι κάτοικοι όμως, ενοχλημένοι από όλον αυτόν τον συρφετό, διαμαρτύρονταν έντονα και ζητούσαν την απομάκρυνση των χαμαιτυπείων που ξεφύτρωναν σε κάθε σοκάκι της πόλης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η δημοτική αρχή να προκηρύξει διαγωνισμό λίγα χρόνια αργότερα για την οικοδόμηση κρατικών πορνείων, με σκοπό να περιοριστούν οι πόρνες σε μία συγκεκριμένη περιοχή. Όπερ και εγένετο: ο εργολάβος Ν. Μπόμπολας αναλαμβάνει το έργο και τον Ιανουάριο του 1876 τα κρατικά πορνεία με την ονομασία “Βούρλα” είναι πλέον γεγονός. Επρόκειτο για τρία κτήρια με 66 κάμαρες όπου στεγάζονταν περίπου 70 πόρνες. Τα πορνεία ήταν περιφραγμένα και οι ιερόδουλες απαγορεύονταν να βγουν από αυτά. Μάλιστα το κράτος είχε διαθέσει και αστυνομικούς να φυλάνε την πύλη για να αποτρέπεται η έξοδος των κοριτσιών. Αυτή ήταν βεβαίως και η πρώτη επίσημη “γκετοποίηση” των ανθρώπων της νύχτας και του περιθωρίου στην Ελλάδα.
Ο συγγραφέας περιγράφει τη ζωή των ιερόδουλων και των αγαπητικών, νταβατζήδων, λαθρεμπόρων, ναρκομανών και άλλων στηριζόμενος κυρίως σε μαρτυρίες ρεμπετών, που συχνά έστηναν τις ταβέρνες τους στην γύρω περιοχή, όπως ο Μάρκος Βαμβακάρης. Οι περιγραφές του είναι γλαφυρές και καταφέρνουν να αναπλάσουν πειστικά τον υπόκοσμο της εποχής ενώ αναφέρονται πολλά πρόσωπα που είχαν “όνομα” στον χώρο όπως η διάσημη Ντουντού ή η Σκουλαρικού, πόρνη των Βούρλων και σύντροφος του ρεμπέτη Ανέστη Δελιά. Στη συνέχεια γίνεται εκτενής αναφορά στη δεύτερη χρήση των Βούρλων: οι πόρνες εκδιώχτηκαν από τον Μεταξά και τα Βούρλα χρησιμοποιήθηκαν ως φυλακές πολιτικών, κυρίως, κρατουμένων. Από εκεί έγινε η μεγαλύτερη απόδραση στην ελληνική ιστορία το 1955 όταν 27 κομμουνιστές δραπέτευσαν από τις φυλακές σκάβοντας υπόγειο τούνελ. (Περισσότερες πληροφορίες για την εκπληκτική αυτή απόδραση μπορείτε να διαβάσετε εδώ).
Στο τρίτο μέρος του βιβλίου ο συγγραφέας ασχολείται με την Τρούμπα, την περιοχή που συνδέθηκε με τον υπόκοσμο περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη, από τον πόλεμο και μετά. Περιγράφονται τα πορνεία, τα καμπαρέ, οι κινηματογράφοι, τα ξενοδοχεία και τα μπαρ αλλά και οι θαμώνες: κοκότες, πατρόνες, νταβατζήδες, σωματέμποροι, εξωτικές χορεύτριες, “αδελφές” και πολλοί άλλοι. Μάλιστα ο συγγραφέας αναφέρει ότι σε περιόδους μεγάλης κίνησης, όπως για παράδειγμα όταν κατέφθανε πλοίο ξένου στόλου στο λιμάνι, ακόμα και οι παραδουλεύτρες από την Κηφισιά ή άλλα βόρεια προάστια, κατέβαιναν να δουλέψουν ως πόρνες στην Τρούμπα βγάζοντας ένα εύκολο μεροκάματο, προφασιζόμενες ότι θα ταξιδέψουν στο χωριό τους για οικογενειακούς λόγους… Οι ιστορίες είναι πολλές, σπαρταριστές και ολοζώντανες όπως αυτή της Δέσποινας που τύφλωσε τον νταβατζή της με βιτριόλι από ερωτική αντιζηλία ή της Τζεμιλέ, της χορεύτριας με το “αιδοίο -κουμπαρά”, παρατσούκλι που της είχαν βγάλει γιατί όταν οι θαμώνες του καμπαρέ άφηναν μία χρυσή λίρα πάνω στο τραπέζι, η Τζεμιλέ πλησίαζε χορεύοντας, ακουμπούσε το αιδοίο της στο τραπέζι και το νόμισμα εξαφανιζόταν… Καταπληκτική ιστορία, πραγματικά. Το βιβλίο ολοκληρώνεται με την παράθεση αυτούσιων αφηγήσεων από ανθρώπους που έζησαν την Τρούμπα στις δόξες της καθώς και με ένα οδοιπορικό στον ελληνικό κινηματογράφο της εποχής και τις ταινίες σχετικά με τον υπόκοσμο.
Νομίζω ότι το βιβλίο είναι αρκετά ενδιαφέρον ως προς το λαογραφικό και ιστορικό χαρακτήρα του. Θα ήθελα όμως να προσθέσω και κάτι τελευταίο. Όπως αναφέρει και ο Ν. Μπελαβίλας στο άρθρο του στην Αυγή, οι εύποροι κάτοικοι του Πειραιά, οι εργοστασιάρχες, οι πλοιοκτήτες και οι μεγαλέμποροι ήδη από το 1922 με τον ερχομό των προσφύγων, τους οποίους δεν μπορούσαν να ανεχτούν με τίποτα, και μέχρι το 1967, που ο διορισμένος από τη χούντα δήμαρχος Σκυλίτσης αποφάσισε να “καθαρίσει” την πόλη διαλύοντας τα πορνεία και κατεδαφίζοντας δεκάδες νεοκλασικά κτήρια τα οποία λειτουργούσαν ως ξενοδοχεία, οι Πειραιώτες αυτοί εγκατέλειψαν την πόλη και έφτιαξαν τις νέες τους επαύλεις στο Μαρούσι, την Κηφισιά και αργότερα στην Γλυφάδα και την Βούλα, θεωρώντας ότι για την περιθωριοποίηση της περιοχής τους, τη βρωμιά και την παρακμή ευθύνονταν οι φτωχοί, οι απόκληροι και οι παράνομοι. Όπως σημειώνει ο συντάκτης: «Η κοινή γνώμη του Πειραιά σήμερα καλείται να πιστέψει ότι για την ερήμωση του ιστορικού κέντρου και της αγοράς, για την υποβάθμιση των περιοχών κατοικίας, για τα μαγαζιά που κλείνουν, για την ανεργία και τη φτώχεια φταίνε οι νέοι απόβλητοι. Οι έγχρωμοι μικροπωλητές του παζαριού της Αλιπέδου, οι χρήστες σε απεξάρτηση του ΟΚΑΝΑ της οδού Νοταρά, και τα παιδιά των φαναριών [και οι πρόσφυγες / μετανάστες θα πρόσθετα εγώ]. Το 1967 συνέβαινε κάτι ανάλογο». Αν αναγάγουμε σήμερα την παραπάνω φράση σε ολόκληρη την Αθήνα, την Πάτρα ή την Θεσσαλονίκη, όπου ο δήμαρχος Μπουτάρης, για παράδειγμα, εξέφρασε την πρόθεση να φτιάξει μία “συνοικία του έρωτα” περιορισμένη εντός συγκεκριμένων οικοδομικών τετραγώνων, τότε σίγουρα έχουμε πολλά να διδαχτούμε από την εμπειρία της Τρούμπας και γενικότερα της πολιτικής που ασκήθηκε εκεί, γύρω από την περιθωριοποίηση και τον “καθαρισμό” της περιοχής και τον «εξαγνισμό» της κοινωνίας. Πόσο απέχει άραγε κάτι τέτοιο από τη γκετοποίηση; Και ποιες οι αναλογίες με τα σύγχρονα γκέτο που δημιουργούνται στους καταυλισμούς προσφύγων στα ελληνικά νησιά σήμερα;

Μπορείτε επίσης να διαβάσετε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη του συγγραφέα, εδώ

μεταφράστρια 

ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0
DISQUS: 0