Μάργκαρετ Άτγουντ: Πηνελοπιάδα

Πηνελόπη. Η πολυσέβαστη βασίλισσα της Ιθάκης, μορφή συνυφασμένη με την συζυγική πίστη, την υπομονή, την καρτερία, την πονηριά για καλό σκοπό. Ένα πρόσωπο βουβό, συντηρητικό, σεμνό, ακόμα και παρεξηγημένο. Μια γυναίκα που το μυθικό της όνομα έγινε συνώνυμο όχι μόνο της ερωτικής πίστης αλλά και της πίστης σε ένα σκοπό.

Διάβασα πρόσφατα ένα παλιό μυθιστόρημα της Margaret Atwood, την Πηνελοπιάδα (εκδόσεις Ωκεανίδα, μετάφραση Λεωνίδα Καρατζά). Η Άτγουντ αποφασίζει να δώσει φωνή σ’ αυτή τη μακρινή βασίλισσα και την αφήνει να διηγηθεί σε πρώτο πρόσωπο την ιστορία της. Η Πηνελόπη μιλά ως ψυχή από τον κόσμο του Άδη όπου απελευθερωμένη από τις κοσμικές συμβάσεις μιλά πιο ελεύθερα για όλα. Αφηγείται τη ζωή της από την παιδική ηλικία μέχρι και την μετάβασή της στην Ιθάκη αλλά και αργότερα κατά την απουσία του Οδυσσέα, εκθέτει τις σχέσεις της με την εξαδέλφη της Ελένη της Σπάρτης (που βεβαίως βρίσκεται στον αντίποδα όσον αφορά την προσωπικότητα και τον τρόπο ζωής), τη σχέση της με τον παιχνιδιάρη και έξυπνο Οδυσσέα, τον τρόπο με τον οποίο η πεθερά της αλλά και η Ευρύκλεια καθόριζαν τη ζωή της.

Με γλώσσα σύγχρονη και απλή, υπερβολικά απλή θα έλεγα, η Πηνελόπη της Άτγουντ γίνεται μια καθημερινή γυναίκα που μέσα σε ένα ανδροκρατούμενο περιβάλλον καλείται να χρησιμοποιήσει κάθε είδους τεχνάσματα προκειμένου να επιβιώσει στη δύσκολη καθημερινότητά της. Αν και βασίλισσα, η Πηνελόπη δεν φαίνεται να έχει κανέναν έλεγχο στην επικράτειά της: αρχικά, κουμάντο στο παλάτι κάνει η πεθερά της Αντίκλεια. Μετά τη γέννηση του Τηλέμαχου, τα ηνία παίρνει η Ευρύκλεια που αναλαμβάνει κατά αποκλειστικότητα τη φροντίδα του μωρού. Μετά την αναχώρηση του Οδυσσέα για την Τροία, η Πηνελόπη αναλαμβάνει την εποπτεία των “αντρικών” εργασιών όπως η παρακολούθηση των εργατών και η τροφοδοσία του παλατιού, περισσότερο για να καταπολεμήσει την πλήξη της. Κατά την εγκατάσταση των μνηστήρων στο παλάτι, η ίδια αποδεικνύεται και πάλι αδύναμη να τους εκδιώξει. Μπορεί μόνο να τους ξεγελά με το κόλπο της ύφανσης του σάβανου του Λαέρτη που ξήλωνε η ίδια κάθε νύχτα ενώ την ημέρα έμενε μόνο να τους παρακολουθεί να κατασπαταλούν την περιουσία της με θράσος. Αν και βασίλισσα, η Πηνελόπη εκφράζει ως πρότυπο τη μοίρα των περισσότερων γυναικών της εποχής της.

Η Άτγουντ ακολουθεί τον ομηρικό μύθο που θέλει την Πηνελόπη να αρνείται κατηγορηματικά ότι απίστησε στον Οδυσσέα, αγνοώντας άλλους μύθους που θέλουν τη βασίλισσα της Ιθάκης να έχει συνάψει σχέσεις με έναν ή και με αρκετούς μνηστήρες. Αρχικά βρήκα γοητευτική την ενασχόληση  της Άτγουντ με τον παραδοσιακό, δημοφιλή μύθο καθώς η γενικότερη μυθολογική μετα-ανάγνωση που πρέπει σώνει και καλά να προσφέρει μία ανατροπή σε ερμηνευτικό επίπεδο, βρίσκω ότι έχει γίνει λίγο κουραστική μέσα στην αγωνία της να εντυπωσιάσει ή /και να πρωτοπορήσει. Εντούτοις, δεν μπορώ να πω ότι το βιβλίο μού άρεσε. Η Πηνελόπη της Άτγουντ, ως μυθιστορηματική πια ηρωίδα, είναι όχι μόνο προβλέψιμη αλλά και … υπερβολικά ανθρώπινη.

Παύει να είναι βασίλισσα, αποκαθηλώνεται κατά κάποιο τρόπο καθώς υποκύπτει υπερβολικά συχνά στη ζήλια της για τη ωραία και μοιραία Ελένη που δεν «τιμωρήθηκε ποτέ και για τίποτα» καθώς και σε άλλα ταπεινά ελατήρια. Επίσης αποκαθηλώνεται μέσα από τη λαϊκή της γλώσσα, για την ακρίβεια η Άτγουντ την κάνει να μιλά σαν μια πικρόχολη, σιτεμένη κυράτσα και όχι σαν μια μοσχοαναθρεμμένη βασιλοπούλα και μετέτειτα σεβαστή βασίλισσα σε ένα από τα ισχυρότερα ελληνικά βασίλεια. Αυτή η μοντερνιά της Άτγουντ καταστρέφει όχι μόνο την ηρωίδα αλλά και ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κομμάτια του βιβλίου, τα χορικά, περιλαμβάνοντας θεατρικές και σκηνογραφικές οδηγίες όπως: «Χορός – ρεφρέν σε στυλ Φρεντ Αστέρ». Πέρασε και δεν ακούμπησε η τραγωδός.

Δεδομένου ότι, όπως ανέφερα παραπάνω, η συγγραφέας αποφασίζει να μείνει πιστή στον ομηρικό μύθο γύρω από την προσωπικότητα της Πηνελόπης – ή για να ακριβολογώ γύρω από το αρχέτυπο της Πηνελόπης – όλες αυτές οι σύγχρονες «πινελιές» όχι μόνο δεν προσθέτουν κανένα ενδιαφέρον στην αναψηλάφηση του μύθου αλλά αντιθέτως χαλάνε εντελώς την ατμόσφαιρα προσθέτοντας ολίγη από εφήμερη γκλαμουριά και καμία ουσία. Αν έπρεπε να διαβάσω μια παραδοσιακή, πιστή και ανθρώπινη Πηνελόπη, θα την προτιμούσα να κάνει ένα ξέσπασμα χαράς ή ανακούφισης κατά την αναγνώριση του Οδυσσέα μετά από μία εικοσαετία αναμονής, παρά χαριτωμενιές έστω και στο στυλ του Φρεντ Αστέρ. Τελειώνοντας δε το βιβλίο, κατέληξα ότι δεν μου άρεσε καν ο τίτλος: Πηνελοπιάδα, όπως Ιλιάδα (το πρωτότυπο είναι όντως “The Penelopiad”). Πομπώδες όνομα για μία ιστορία που δεν καταφέρνει να ανταποκριθεί στις προσδοκίες που δημιουργεί.

Ωστόσο, υπήρχε ένα στοιχείο στο βιβλίο που μου άρεσε. Πρόκειται για την αναφορά στον μύθο της δολοφονίας των δώδεκα θεραπαινίδων της Πηνελόπης από τον Οδυσσέα και τον Τηλέμαχο. Το σημείο αυτό ίσως είναι το μόνο κατά το οποίο η Πηνελόπη της Άτγουντ φέρεται φυσιολογικά, σύμφωνα πάντα με τη δομή του μυθιστορηματικού χαρακτήρα, δηλαδή αντιδρά με θυμό, πόνο και θλίψη για τον άδικο χαμό των πιστών της υπηρετριών.

Αν και σε γενικές γραμμές λοιπόν το βιβλίο δεν μου άρεσε, αποτέλεσε αφορμή να σκαλίσω λίγο όχι μόνο το μύθο της Πηνελόπης αλλά και τη σύγχρονη τέχνη γύρω από αυτόν. Έτσι βρήκα την εκπληκτική εγκατάσταση της βραζιλιάνας εικαστικού Tatiana Blass, που ονομάζεται «Πηνελόπη»: ένα εγκαταλειμμένο μοναστήρι καλύπτεται ολόκληρο, μέσα και έξω, από τα κόκκινα νήματα του αργαλειού της πιστής – με κάθε κόστος – βασίλισσας… Σχόλιο πολύ πιο εμπνευσμένο απ’ ότι οι 240 σελίδες της Άτγουντ, κατά τη γνώμη μου.

Penelope, Tatiana Blass

Περισσότερες φωτογραφίες της εγκατάστασης εδώ.
Μια συνέντευξη της Μάργκαρετ Άτγουντ για την «Πηνελοπιάδα» στην εφημερίδα Guardian εδώ (στα αγγλικά).

μεταφράστρια