Ειδήσεις για την Κεφαλονιά και τους Κεφαλονίτες

Κατηγορίες: Ελένη Αθανασοπούλου το φεγγαράκι κουβεντιάζω Che

«ο Τσε ήταν ο πιο ολοκληρωμένος άνθρωπος της εποχής μας»
ζαν πολ σαρτρ

γεννήθηκε σαν σήμερα το χίλια εννιακόσια είκοσι οκτώ. ή μπορεί και όχι. το πιστοποιητικό γέννησής του αναγράφει τη σημερινή ημερομηνία, σύμφωνα όμως με κάποιες ιστορικές πηγές, ενδεχομένως να γεννήθηκε στις δεκατέσσερις μαΐου του ίδιου έτους αλλά να δηλώθηκε στο ληξιαρχείο ένα μήνα μετά για να μην καταγραφεί ως τέκνο γεννημένο εκτός γάμου. και τι σημασία έχει το πότε άλλωστε. σημασία έχει ότι γεννήθηκε, ότι περπάτησε πάνω στη γη, ότι αγωνίστηκε για σένα και για μένα, ότι έδωσε τη ζωή του για το όνειρο και τις ιδέες του, ότι σφραγίστηκε πάνω στις μπλούζες και στις καρδιές μας, ότι ξεκίνησε από τη λατινική αμερική για να φωτίσει ολόκληρη την υφήλιο, ότι συντρόφεψε και συντροφεύει τους κατατρεγμένους τούτης της γης και μαζί όλους όσοι τολμάμε να ονειρευτούμε ότι δεν είναι ο κόσμος μας αυτός.


τούτο το κείμενο δεν είναι αφιέρωμα. δεν είναι βιογραφία. δεν είναι φόρος τιμής. τούτα τα λόγια γράφονται απλά για περπατήσουν μέχρι τις νύχτες όλων όσοι δεν κοιμούνται τις νύχτες, αγωνιώντας για το αύριο που ολοένα και ασχημαίνει δίπλα μας, μέσα μας και τριγύρω μας. τούτο το κείμενο πουλί θέλει να γίνει. να πετάξει μακριά και να συντροφεύσει όσους νομίζουν πως πάει, τέλειωσαν όλα. πως όλα κι όλα μας καίνε και μας τσουρουφλάνε μόνο τα ονόματα, τα σύνορα, οι ιστορικές πρωτοκαθεδρίες, οι διεθνείς συμβάσεις και τα συμβούλια ασφάλειας που ορίζουν το θάνατο στις επί γης λωρίδες.

ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα γεννιέται στην αργεντινή μέσα σε μια οικογένεια φιλελεύθερων -ειδικά για την εποχή- απόψεων. συγχρωτίζεται από μικρός με παιδιά κατώτερων κοινωνικών και οικονομικών στρωμάτων, υποφέρει από άσθμα, αναγκάζεται να διακόψει το σχολείο και παρακολουθεί μαθήματα κατ’ οίκον, διαβάζει και γράφει ποίηση, αγαπάει τον Πάμπλο Νερούδα, διαβάζει Αριστοτέλη, Πλάτωνα, Γκαίτε, Σαίξπηρ, Λόντον, Βερν, Φρόυντ, Ράσελ, αντιστέκεται στο άσθμα του και πετάει τις μπουκάλες οξυγόνου από πάνω του, περπατάει και κολυμπάει ενώ δεν του επιτρέπεται, και, όταν επιστρέφει αναγκαστικά στο σχολείο, τα πηγαίνει εξαιρετικά καλά στη λογοτεχνία, την ιστορία και τη φιλοσοφία αλλά όχι και τόσο καλά στα αγγλικά, τα μαθηματικά και τη φυσική ιστορία. γράφεται αρχικά στη σχολή εφαρμοσμένης μηχανικής του πανεπιστημίου του μπουένος άιρες, ενώ αποφασίζει τελικά να σπουδάσει την ιατρική επιστήμη στο ίδιο πανεπιστήμιο. το χίλια εννιακόσια πενήντα ένα αποφασίζει να κάνει ένα μακρύ ταξίδι μαζί με τον φίλο του αλμπέρτο γρανάδο πάνω σε μια norton 500 cc. το περιπετειώδες ταξίδι κρατάει εφτά μήνες, η μηχανή τους αφήνει κάπου στη χιλή κι εκείνοι συνεχίζουν, περνώντας τελικά μέσα από την αργεντινή, τη χιλή, τη βολιβία, το περού, την κολομβία και τη βενεζουέλα. 


μέσα από τις εικόνες του ταξιδιού του αφυπνίζεται πολιτικά, βλέποντας πώς ζουν οι συνάνθρωποί του σε όλες τις χώρες της λατινικής αμερικής, βάζοντας ως στόχο ζωής να βοηθήσει τους λαούς αυτής της γης με όποιον τρόπο μπορεί. ασπάζεται τον μαρξισμό και συνδέεται με αριστερές οργανώσεις στο περού, στη βολιβία, στον παναμά, στον ισημερινό, στην κόστα ρίκα, στη νικαράγουα και στο ελ σαλβαδόρ.

κάποια στιγμή και ύστερα από πολλά ταξίδια η μοίρα τον φέρνει στο μεξικό ενώ τον αναζητούν οι αρχές της γουατεμάλας. εκεί φτάνει και ο εξόριστος φιντέλ κάστρο, άρτι αποφυλακισθείς λόγω αμνηστίας. κι εκεί γεννιέται το αδύνατο. οι εξόριστοι της κούβας σχεδιάζουν να ανατρέψουν τον δικτάτορα της κούβας μπατίστα με ένοπλο αγώνα. ο Τσε, που έχει μόλις βρει θέση καθηγητή φυσιολογίας στο πανεπιστήμιο, έχει παντρευτεί και έχει αποκτήσει μία κόρη, αφήνει τα πάντα για πάρει μέρος στην κουβανή τρέλα, γιατί «προτιμάει να πεθάνει σε απόμερη ακτή της κούβας για ένα τόσο αγνό ιδανικό».

η τρέλα παίρνει σάρκα και οστά, ογδόντα δύο αντάρτες επιβιβάζονται στο κότερο γκράνμα, που είχε μέγιστη χωρητικότητα τα είκοσι πέντε άτομα, περιπλανιούνται για μέρες στην καραϊβική, κολλάνε στη λάσπη, φυτοζωούν από τη δίψα και την πείνα, ενώ ο στρατός του δικτάτορα τους περιμένει ήδη. από τους ογδόντα δύο απομένουν τελικά μόνον είκοσι τέσσερις που θα κρυφτούν στα βουνά της σιέρα μαέστρα και θα συνεχίσουν τον ανταρτοπόλεμο.

κι ο ανταρτοπόλεμος θα γράψει συγκλονιστική ιστορία πάνω στο μικρό νησάκι της κούβας. την πρώτη του γενάρη του χίλια εννιακόσια πενήντα εννιά ο δικτάτορας μπατίστα μπαίνει σ’ ένα αεροπλάνο και εγκαταλείπει τη χώρα. την επόμενη μέρα κηρύσσεται γενική απεργία. το βράδυ της ίδιας μέρας ο Τσε μπαίνει στην αβάνα. η Επανάσταση έχει νικήσει.

πολιτογραφείται κουβανός πολίτης. αναλαμβάνει υπουργεία, τράπεζες, ιδρύματα, σχολές στρατιωτικής εκπαίδευσης, σχεδιάζει την αγροτική μεταρρύθμιση, τις κυριακές δουλεύει εθελοντικά στα χωράφια, στα εργοστάσια, στις φυτείες. ταξιδεύει πίσω από το παραπέτασμα, αναζητά συνεργασία με άλλες σοσιαλιστικές χώρες, σχεδιάζει την εκβιομηχάνιση, καταρρίπτει τα γραφειοκρατικά πρότυπα των μαρξιστικών κομμάτων της εποχής, αναζητά εναγωνίως τον κουβανέζικο δρόμο για τον μαρξισμό, στοχεύει στη διαρκή σύνδεση της ηγεσίας με τη βάση, πιστεύει ακράδαντα ότι το πάθος, η συλλογικότητα και η αλληλεγγύη μπορούν να νικήσουν τους νόμους της οικονομίας και να χτίσουν έναν νέο κόσμο. δεν τα πετυχαίνει όλα. η φλόγα του ονείρου του όμως δεν σβήνει ποτέ.

και κάποια στιγμή, η Επανάσταση τον καλεί και πάλι εκεί έξω. συναποφασίζουν μαζί με τον σύντροφο και αδερφό του Φιντέλ Κάστρο πως στην σπορά της Επανάστασης παγκοσμίως, που δεν μπορεί να περιμένει, η κούβα δεν πρέπει να εμπλακεί επίσημα, για λόγους πολιτικών ισορροπιών. ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα κάνει την δεύτερη έξοδό του, ταξιδεύοντας για τον τρίτο κόσμο, και συγκεκριμένα για το κονγκό. από κει, και ύστερα από πολλές απόπειρες οργάνωσης του αντάρτικου κινήματος, αποχωρεί, αποφασίζοντας να συνεχίζει τη σπορά του στη βολιβία. στις οχτώ οκτωβρίου του χίλια εννιακόσια εξήντα εφτά ο Τσε Γκεβάρα θα συλληφθεί τραυματισμένος και θα εκτελεστεί με συνοπτικές διαδικασίες την επόμενη μέρα από το στρατό του δικτάτορα της βολιβίας, ενώ παρόντες στην εκτέλεση θα είναι και πράκτορες της cia. ο comandante εκτελείται κι ύστερα φωτογραφίζεται από κάθε δυνατή πλευρά, θαρρείς για να σιγουρευτούν οι εκτελεστές του πως πέθανε στ’ αλήθεια.

ο Τσε Γκεβάρα εκτελέστηκε αλλά δεν πέθανε ποτέ. απέθαντος, αφόνευτος, αδάμαστος και για πάντα νέος φώτισε σκοτάδια, προίκισε ζωές, χάρισε δύναμη, σκόρπισε ελπίδα, ξέπλυνε τον τρόμο, έδωσε ανάσα σε έναν κόσμο που έχει την τύχη μια στο τόσο να γεννά άδολα ανθρώπους που δεν χωράνε σε ένα κορμί, σε μια ζωή, σε έναν αιώνα.

διαθήκη, σύνορο και πατρίδα μας τα τελευταία λόγια που έγραψε στα παιδιά του, νιώθοντας πως ίσως δεν θα τα ξαναδεί. «αγαπημένοι μου χιλντίτα, αλεϊντίτα, καμίλο, σέλια και ερνέστο. αν μια μέρα χρειαστεί να διαβάσετε αυτό το γράμμα, δε θα βρίσκομαι πια ανάμεσά σας. θα με έχετε σχεδόν λησμονήσει. και οι μικρότεροι δεν θα με θυμούνται καν. ο πατέρας σας ήταν ένας άνθρωπος που ενεργούσε σύμφωνα με τις ιδέες του και που αναμφίβολα έμεινε πιστός σε αυτές. [...] κυρίως να είστε πάντα σε θέση να νιώθετε στα μύχια της ψυχής σας οποιαδήποτε αδικία διαπράττεται στον κόσμο. είναι η υψηλότερη αρετή ενός επαναστάτη. αντίο, παιδιά μου, ελπίζω ακόμα ότι θα σας ξαναδώ. ένα μεγάλο φιλί από τον μπαμπά.»




*στίχος του Μάνου Λοΐζου




Σχόλια


Σχετικά άρθρα