Γ. Λεονάρδος: Η δομή του μυθιστορήματος

Πόσο μυθιστόρημα είναι το «μυθιστόρημα» που διαβάζεις, αγαπητέ αναγνώστη; Κι εσύ, αγαπητέ επίδοξε συγγραφέα, πώς μπορείς να μετατρέψεις την ιδέα σου σε μυθιστόρημα; Αν σας απασχολούν τέτοια ερωτήματα, καλό θα είναι να διαβάσετε το βιβλίο του Γιώργου Λεονάρδου, «Η δομή του μυθιστορήματος», εκδόσεων Λιβάνη

Το βιβλίο αποτελείται από τις εξής ενότητες: Η γέννηση του μυθιστορήματος, Ο συγγραφέας, Η έκταση, Οι χαρακτήρες, Το θέμα, Αυτοβιογραφικό ή όχι;, Η τεχνοτροπία, Το μήνυμα, η ανάλυση και η κριτική, Μία έρευνα στην Αγγλία και μία αρκετά εκτενή βιβλιογραφία στο τέλος. Αποφεύγοντας κάθε διδακτισμό, ο Γιώργος Λεονάρδος προσεγγίζει τα παραπάνω θέματα παραθέτοντας στην αρχή αποφθεύγματα, απόψεις και σκέψεις άλλων συγγραφέων σχετικά με τη συγγραφή (Σόμερσετ Μωμ, Ουμπέρτο Έκο, Μίλαν Κούντερα, Ζαν Πολ Σαρτρ και άλλων) που στη συνέχεια μπολιάζει με τις προσωπικές του εμπειρίες γύρω από τις δυσκολίες και τα εμπόδια που συνάντησε όταν ξεκίνησε να γράψει τα πρώτα του μυθιστορήματα. Δεν δίνει εύκολες συνταγές, που άλλωστε δεν υπάρχουν, καλεί όμως τους ανθρώπους που καταπιάνονται με τη γραφή να συλλογιστούν τόσο σχετικά με το περιεχόμενο όσο και με τις τεχνικές που μπορούν να μεταχειριστούν. 

Στην Ελλάδα όλοι γράφουν, λέει ένα παλιό ανέκδοτο. Ναι, αλλά τι γράφουν; Μυθιστορήματα χωρίς μύθο (πολλά), αυτοβιογραφικές ιστορίες χωρίς λογοτεχνική επεξεργασία (πάρα πολλές), ασύνδετα φωτογραφικά μικροδιηγήματα εν είδη ασκήσεων ύφους (άπειρα), παραληρηματικά δήθεν πρωτοποριακά κείμενα (άπειρα επί απείρων) εντός των άλλων – κι αυτά για να μείνω στην πεζογραφία και να μη μιλήσω περί της κακοποιήσεως της ποιήσεως και έχουμε άλλα… 
Μαθαίνεται η συγγραφή; Και πόσο χρήσιμη είναι πια η θεωρητική κατάρτιση όταν υπάρχει ταλέντο; Αυτά ακούμε συνέχεια όσοι έχουμε συμμετάσχει σε σεμινάρια και workshop γραφής. Ναι, η συγγραφή μαθαίνεται, έχει τεχνικές. Αυτό βέβαια δεν σου εξασφαλίζει το Νόμπελ. Η θεωρητική κατάρτιση συμπληρώνει το ταλέντο, δεν το δημιουργεί. Τα κακά νέα είναι ότι ούτε το ταλέντο από μόνο του αρκεί. Επίσης, συγγραφέας που δεν διαβάζει και μόνο γράφει, είναι σαν τον μάγειρα που δεν τρώει, μόνο μαγειρεύει. Και συγγραφέας που δεν ξέρει τις τεχνικές του είναι σαν τον μάγειρα που δεν μπορεί να διακρίνει τη διαφορά που έχει το γευστικό αποτέλεσμα μεταξύ ενός τηγανητού αυγού και μιας ομελέτας. 
Για να γνωρίσει και να χειριστεί καλά, λοιπόν, ένας επίδοξος συγγραφέας τις τεχνικές του, πρέπει κατά τη γνώμη μου, να διαβάσει πάρα, πάρα, πάρα πολλή λογοτεχνία – ναι, των άλλων. Και ναι, μερικά θεωρητικά κείμενα, αυτά τα βαρετά πολλές φορές, αυτοαναφορικά και κουραστικά μακρυνάρια. Το βιβλίο του Γιώργου Λεονάρδου δεν είναι βαρύ ούτε υπερβολικά θεωρητικό και είναι γραμμένο σε απόλυτα απλή γλώσσα. Δεν είναι δοκίμιο αλλά βοηθά έναν εντελώς πρωτάρη και ίσως ανασφαλή αφηγητή να πάρει μια πρώτη ιδέα, να πειραματιστεί και να αναλογιστεί πάνω στη δουλειά του. Έτσι μία από τις πιο ενδιαφέρουσες τεχνικές ενότητες βρήκα αυτήν που σχολιάζει και αναλύει τον τρόπο αφήγησης: σε πρώτο, δεύτερο ή τρίτο πρόσωπο; Ποια τα πλεονεκτήματα και ποιες οι αδυναμίες του κάθε στυλ; Πώς θα διακρίνει ο αναγνώστης έναν χαρακτήρα μέσα σε ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα; Πόσο κακό μπορεί να είναι πια ένα happy end; 
Εκτός από τα τεχνικά κεφάλαια (Πόσες λέξεις; Πόσοι πρωταγωνιστές; κλπ), απόλαυσα το γεγονός ότι το βιβλίο είναι γεμάτο πνευματώδεις ρήσεις συγγραφέων και μελετητών όπως αυτή του ποιητή και κριτικού William Empson που για ένα από τα δικά του ποιήματα είπε κάποτε: «Δεν μπορώ να πω τι σημαίνει το ποίημα, εν μέρει γιατί δεν θυμάμαι, εν μέρει γιατί δεν θέλω και εν μέρει γιατί δεν έχει σημασία από τη στιγμή που το ποίημα απέτυχε να το πει από μόνο του». Αριστούργημα, μη μου πείτε!
Το επίσης θετικό χαρακτηριστικό του βιβλίου είναι ότι αποφεύγει την επαναλαμβανόμενη διατύπωση αγκυλωμένων λογοτεχνικών θεωριών του προπερασμένου αιώνα: π.χ.: ο βασικός πρωταγωνιστής πρέπει να είναι ένας, άντε δύο, ένα μυθιστόρημα πρέπει να έχει αρχή, μέση και τέλος, το μυθιστόρημα πρέπει να έχει ένα σημείο σύγκρουσης και τα λοιπά. Αντίθετα, το βιβλίο προκαλεί τη σκέψη και τον προβληματισμό γύρω από τη συγγραφή ενός δύσκολου είδους όπως το μυθιστόρημα και μπορεί να λειτουργήσει ως αφορμή για να αναπτύξει ο συγγραφέας καλύτερα τους ήρωες και τη δομή του έργου του, να σκεφτεί πάνω στην εργασία του, όχι μόνο από άποψη δομής αλλά και σκοπού. 
Θέλω να πιστεύω ότι ένας σύγχρονος, ευαίσθητος δημιουργός δεν σπαταλά τον χρόνο του υπερασπιζόμενος την ανωτερότητα του ενός ή του άλλου είδους (διήγημα, ποίηση, μυθιστόρημα) – αστεία πράγματα πια – ούτε μηρυκάζει άλλο τη θεωρία σχετικά με την έλλειψη υψηλής αστικής τάξης στην Ελλάδα που δεν κατάστησε δυνατή την ανάπτυξη του μεγάλου μυθιστορήματος στη χώρα μετά τον Καζαντζάκη, και ωχ τι κακό πάθαμε. Θέλω να πιστεύω ότι ο σημερινός επίδοξος συγγραφέας είναι ένας πολίτης του κόσμου, ένας εξωστρεφής, ενημερωμένος λογοτεχνικά γραφιάς, που δεν αρνείται την πληροφορία, ούτε την τριβή και την αναμέτρηση με ό,τι υπήρξε πριν από αυτόν. Αλλά αυτές οι σκέψεις ίσως ανήκουν σε άλλου είδους κείμενο. 
Κλείνοντας αυτήν την παρουσίαση, δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό να αναφέρω μία σκέψη του Ουμπέρτο Έκο από το «Επιμύθιο στο Όνομα του Ρόδου» που ανθολογεί ο Γιώργος Λεονάρδος: «Ο συγγραφέας θα πρέπει να πεθαίνει μετά τη συγγραφή. Για να μη διαταράσσει την πορεία του κειμένου…» γράφει ο Έκο στηλιτεύοντας με το μαύρο χιούμορ του την τάση των σύχρονων συγγραφέων να ερμηνεύουν, να εξηγούν και να αφηγούνται την υπόθεση του βιβλίου τους, τα κίνητρα των ηρώων τους και άλλα, μετά την κυκλοφορία του βιβλίου τους σε μία προσπάθεια διαφήμισης του έργου ως πολιτιστικού προϊόντος. Βέβαια, η εποχή των social media δεν προσφέρεται και τόσο για συγγραφείς – ερημίτες, ούτε για περίκλειστους υπερασπιστές της υψηλής κουλτούρας (ευτυχώς). Από την άλλη, η υπερ-παραγωγή και κυρίως η υπέρ-κατανάλωση των συγγραφέων-σταρ μόνο κακό βλέπω να κάνει στην ίδια τη λογοτεχνία. Πόσο μπορεί να σταθεί, να ταξιδέψει και να διακριθεί ένα σύγχρονο ελληνικό λογοτεχνικό έργο χωρίς τη φάτσα του συγγραφέα του στο facebook, χωρίς χλιδάτες παρουσιάσεις, χωρίς συνεντεύξεις σε πρωινάδικα και χωρίς βραβεία πολυενθικών; Να ένα καλό ερώτημα. Ο Έκο το απάντησε με τον τρόπο του. Το ίδιο καλεί τους αναγνώστες του να κάνουν και ο Γιώργος Λεονάρδος. 
μεταφράστρια 

ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0