δεν πέρασα στο πανεπιστήμιο, μπαμπά, μαμά… (Τίνα Σπυράτου)

Το να επιλέξεις να γίνεις γονιός, ακόμη και με τις καλύτερες των συνθηκών είναι μια εγωιστική κίνηση.

Εγωιστική, γιατί πέρα από όλα τα ένστικτα, μητρικά, ορμονικά ακόμη και κοινωνικά, ποτέ δεν ξέρεις πως θα είναι, το κάνεις γιατί θες, χωρίς να ξέρεις αν μπορείς.

Και είναι η μεγαλύτερη ευθύνη που θ’ αναλάβεις ποτέ σου. Η μόνη ευθύνη που αξίζει τον κόπο να ματώσεις και, τελικά, η μόνη ευθύνη που αξίζει κάποτε να δώσεις απολογία.

Και κάπως έτσι ξεκινάς.
Και λέγεσαι γονιός…

Το μωρό μεγαλώνει και ζεις όλα εκείνα τα μοναδικά, μαγικά και υπέροχα και πρωτόγνωρα, αλλά αν το σκεφτείς, μεγαλώνει τόσο γρήγορα… Και πριν το καταλάβεις, έχει ήδη πάει στο νηπιαγωγείο, στο δημοτικό, στο γυμνάσιο, στο λύκειο, στο πανεπιστήμιο.

Ουπς, στο πανεπιστήμιο δεν πάει πάντα κι ας το προετοίμαζες εσύ για αυτό όλη την υπέροχη παιδική και εφηβική του ζωή.

Τώρα που το σκέφτεσαι, πόσα βράδια ήθελες να καθίσετε μαζί στο τραπέζι, να μιλήσετε για πλανήτες και τραγούδια και να παίξετε τράπουλα ή επιτραπέζιο, αλλά όπως ερχόσουν εσύ πτώμα από τη δουλειά κι εκείνο «κομμάτια» από τα φροντιστήρια, την επίπονη εκμάθηση τόσων ξένων γλωσσών και τις λοιπές δραστηριότητες, με το ζόρι ανταλλάζατε μια κουβέντα.

«Εφηβεία», σκεφτόσουν, όλοι την περάσαμε.  Και παρακαλούσες εντός σου να διαβάζει, να μην μπλέξει και να μην ερωτευτεί, πριν δώσει πανελλήνιες και χάσει το μυαλό του. Μήπως και δεν δει τα όνειρα του (ή μήπως τα δικά σου) να πραγματοποιούνται. Λες κι ένα παιδί δεκαπέντε, δεκαεπτά ετών, μπορεί να μαντέψει τα όνειρα του…

Γιατί ονειρεύεται, μα δεν ξέρει. Για να μάθει, πρέπει να πάθει και, για να πάθει, πρέπει να ζήσει.
Έτσι πάει… Έτσι έγινε με όλους μας.

Βέβαια εσύ θες να «προλάβεις», όπως ακριβώς ήθελαν να «προλάβουν» κι οι δικοί σου γονείς κι οι δικοί τους κ.ο.κ.

Κι ο χρόνος που κυλά, νομοτελειακά, είναι πάντα εναντίον μας. Και το παιδάκι μεγαλώνει και σε βαριέται και του σπας τα νεύρα και σε βρίσκει τόσο μονότονο και προβλέψιμο. Και μέσα σ’ αυτό το αχανές χάσμα, εσύ (κι εγώ και όλοι μας), αντί να τρέξουμε να προλάβουμε την ελευθερία που μας έχει απομείνει με τα παιδιά μας, ο καθείς με τον τρόπο του, θέλει να προετοιμάζει για καθαρόαιμα άλογα κούρσας, σ’ ένα κόσμο που σε θέλει μόνο για να τερματίζεις νικητής.

Για να ξεκαθαρίσω τα πράγματα, δε νομίζω πως αυτή την στιγμή γνωρίζω άλλον άνθρωπο από τον κύκλο μου, που να διψά τόσο για μάθηση και γνώση, όσο εγώ. Είναι η μεγαλύτερη ατομική ελευθερία και η απόλυτη διέξοδος προς το φως.

Αλλά να, στα σαράντα είναι πασιφανές πως έτσι πρέπει να είναι, αλλά στα δεκαεπτά με τις ορμόνες να χτυπούν κόκκινο, τις ανασφάλειες, τον «σκληρό» περίγυρο των συμμαθητών κι ένα αποστειρωμένο και ταξικό σχολικό περιβάλλον, πρέπει να υποτάξεις το παιδί μέσα σου, τόσο άχαρα κι απότομα που στην πορεία μπορεί να μετανιώνεις για πάντα.

Αλλά δεν το ξέρεις.
Απλά το νιώθεις.
Κι ότι νιώθεις, σε κάνει να θέλεις να ξέρεις, αλλιώς τι έχει νόημα;

Κι έρχεται η μέρα που θα πρέπει να αποδείξεις πως αξίζεις κάτι, πως ο κόπος σου τόσα χρόνια στα σχολικά θρανία θα σου δώσει το πασαπόρτι για να γίνεις αυτό που θες. Που ποτέ δεν είναι έτσι. Αυτό που θες να γίνεις ή να ζήσεις εν τέλει, θα το μάθεις πολλά χρόνια αργότερα.

Τα παραδείγματα που θα μπορούσα να παραθέσω είναι άπειρα και δεν έχει νόημα να τα αριθμήσω. Και σίγουρα υπάρχουν εκατοντάδες παιδιά που ξέρουν στα δεκαεπτά τους τι θέλουν ή τουλάχιστον τι δεν θέλουν, αλλά είναι λίγα. Κι εγώ σε αυτά τα παιδιά βγάζω το καπέλο και τα καμαρώνω και κρυφά (πολύ κρυφά μου, όμως) εύχομαι και τα δικά μου παιδιά να περάσουν στο πανεπιστήμιο, αν το επιθυμούν ή αν το μπορούν, και να γίνουν «μεγάλοι και τρανοί» για πάρτη τους. Μα περισσότερο απ’ όλα, θέλω να κάνουν μικρότερους συμβιβασμούς στη ζωή τους, απ’ ότι έκανα εγώ που καμιά σχέση δεν είχε, τελικά, αν πέρασα τη μεγάλη πύλη του πανεπιστημίου ή όχι!

Βγάζω όμως το καπέλο και σ’ εκείνα τα παιδιά, που δεν έγραψαν καλά στις πανελλήνιες και δεν θα γυρίσουν σπίτι να πανηγυρίσουν με τη μαμά και τον μπαμπά και τους λοιπούς συγγενείς.
Που δεν θα έχουν άλλοθι πια, που ίσως ξαναπροσπαθήσουν ή όχι, που θα βγουν να δουλέψουν και να γίνουν ψαράδες, σερβιτόροι, ναύτες, κομμώτριες, πωλήτριες, φωτογράφοι, εργάτες σε εργοστάσια, γραμματείς, οικοδόμοι, πωλητές, μοντέλα, ποδοσφαιριστές, εφοπλιστές στο κάτω κάτω κ.λπ. κ.λπ… Ή που μπορεί να πάρουν ένα σακίδιο να γυρίσουν τον κόσμο, να επιστρέψουν μετά από δύο, τρία, δεκατρία χρόνια κι όταν χτυπήσουν την εξώπορτα του πατρικούς τους και χωθούν στην πάντα ανοιχτή και γεμάτη αγάπη αγκαλιά της μαμάς να της πουν: «είσαι ρε μάνα, να φτιάξεις εκείνη την τυρόπιτα-βάλσαμο, από τα χεράκια σου, και να σε παίξω και μια παρτίδα σκάκι»;

Κι η μάνα θα χαμογελάσει…

.

ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0