Χοσέ Κάρλος Σομόθα: Η Κλάρα στο μισοσκόταδο

«Η κοπέλα που επιπλέει στη γυάλινη πισίνα με το μολυσμένο νερό λέγεται Ρίτα. Είναι η πρώτη που δέχεται βοήθεια επειδή η προσπάθειά της είναι αξιόλογη: να κάνεις για έξι ώρες την ημέρα το οργανικό κατάλοιπο, με πλαστικά και περιττώματα μπλεγμένα στα μαλλιά, δεν είναι εύκολη δουλειά. Ο πίνακας αγοράστηκε από μια σουηδική εταιρεία και το μηνιαίο μίσθωμά του κατάφερε το φαινομενικά ακατόρθωτο: να βουτάει η Ρίτα κάθε μέρα σ’ αυτά τα αηδιαστικά αμνιακά υγρά και να είναι χαρούμενη. […] Η Συλβί Γκαϊλόρ είναι η «Μέδουσα», μια ελαιογραφία που κοστολογείται στα τριάντα εκατομμύρια δολάρια, μ’ ένα αστρονομικό μηνιαίο μίσθωμα. Η αιτία είναι τα δέκα ζωντανά φίδια, βαμμένα λουλακί, που στριφογυρίζουν πάνω στο κεφάλι της και που πρέπει να ταΐζονται και να αντικαθίστανται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Το μήκος τους είναι όσο και το χέρι ενός ενήλικου και καταπιέζονται από ένα λεπτοκαμωμένο συρμάτινο κλιπ, σε μέγεθος τρίχας κορσέ, που τους επιτρέπει να κινούν μονάχα την ουρά και το κεφάλι. Τα φίδια γενικά δεν καταλαβαίνουν από τέχνη και εκνευρίζονται όταν τα αναγκάζουμε να υπομένουν έξι ώρες την ημέρα, με τις φολίδες τους να συνθλίβονται κάτω από το κλιπ. Κάποια από αυτά πεθαίνουν πάνω στο κεφάλι της Συλβί, άλλα σαλεύουν φρενιασμένα. […] Η αλήθεια είναι ότι η Συλβί πληρώνεται αλλά ποιος μπορεί να πληρώσει αρκετά για τις αϋπνίες της, για την περίεργη αποστροφή που την εμποδίζει να χτενίζεται, αυτή τη φαντασιακή αίσθηση που δοκιμάζει καμιά φορά ενώ μιλά, γελά, δειπνεί σε ένα εστιατόριο ή κάνει έρωτα, που την οδηγεί να σκέφτεται πως κάποιος της χαϊδεύει τα μαλλιά ή της τραβάει τα τσουλούφια ή την ξύνει με δάχτυλα δίχως νύχια; […] Στο έργο «Κούκλα» η Τζέννιφερ Χάλλεϋ, ένας καμβάς οκτώ χρονών, στέκεται όρθια, ζωγραφισμένη σε ροδαλό χρώμα, μ’ ένα μαύρο φουστάνι νανουρίζοντας στην αγκαλιά της μια κούκλα. Όμως η κούκλα είναι ζωντανή κι έχει την όψη ενός από αυτά τα λιμοκτονούντα βρέφη με τις ίδιες με μαύρο σταφύλι κοιλιές που προβάλλουν το κεφάλι τους από το πηγάδι του Τρίτου Κόσμου. Ωστόσο, το υποτιθέμενο παιδί είναι ένας ενήλικας, ένας αχονδροπλαστικός νάνος-καμβάς ονόματι Στιβ. Είναι βαμμένος σε σκούρα χρώματα και δουλειά του είναι να κλαίει και να στριφογυρίζει στην αγκαλιά της Τζέννιφερ».

Εν έτει 2006, η υπερδραματική τέχνη, που χρησιμοποιεί αποκλειστικά ανθρώπινους καμβάδες, βρίσκεται στο απόγειο της παντοδυναμίας της σε παγκόσμιο επίπεδο. Πολλοί υπερδραματικοί καλλιτέχνες ταρακουνούν τον κόσμο με τους ζωντανούς τους πίνακες, οι οποίοι πωλούνται σε μουσεία και ιδιώτες σε αστρονομικές τιμές. Διοργανώνονται εκθέσεις, ιδιωτικά χάπενινγκ και διαδραστικές εκδηλώσεις. Η παράνομη πλευρά αυτού του κινήματος στην τέχνη περιλαμβάνει τα «αρτ σοκ» («θεάματα με ωράριο, στα οποία ο ιδιοκτήτης του πίνακα ή οι φίλοι του μπορούν αν θέλουν να συμμετάσχουν. Στην πλειονότητά τους είναι σεξουαλικού ή βίαιου περιεχομένου και είναι εντελώς παράνομα»), έργα «κηλιδωμένης τέχνης» (όπου πτώματα ανθρώπων λειτουργούν ως καμβάδες) καθώς και μια τεράστια βιομηχανία κατασκευής ανθρώπινων διακοσμητικών και επίπλων, όπως για παράδειγμα, πολυθρόνες και τραπέζια που η χρηστική τους επιφάνεια στηρίζεται στους ώμους ή στην πλάτη ενός ή περισσότερων μοντέλων. Τα μοντέλα αυτά έχουν πιο ανθρώπινη ζωή από τους καμβάδες καθώς εργάζονται μερικές μόνο ώρες της μέρας αν και είναι αναγκασμένα να φορούν ωτοκαλυπτήρες και οφθαλμοκαλυπτήρες καθ’ όλες τις εργάσιμες ώρες. Επιπλέον, υπό το σκεπτικό ότι η τέχνη είναι επιχείρηση, («Αν οι πίνακες του Ρέμπραντ δεν άξιζαν σήμερα εκατομμύρια δολάρια, ποιος θα ενδιαφερόταν για το αν ήταν μεγαλοφυΐα;») διάφορες ευρωπαϊκές, αμερικανικές και γιαπωνέζικες εταιρείες ανταγωνίζονται σκληρά στη διακίνηση των καμβάδων και των έργων, στη μεταπώλησή τους και στην αντικατάσταση των πρωτότυπων καμβάδων με αντίγραφα. Στον κόσμο της υπερδραματικής τέχνης κάθε καμβάς αντικαθίσταται από άλλον, πανομοιότυπό του, το αργότερο έξι μήνες μετά την ολοκλήρωση του πρωτότυπου έργου, ούτως ώστε το έργο τέχνης να μη γερνάει όπως το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι αλλά να παραμένει απαράλλακτο, κατακτώντας έτσι την αιωνιότητα.

Η Κλάρα Ρέγες είναι επαγγελματίας καμβάς. Προσλαμβάνεται από το Ίδρυμα Μπρούνο Βαν Τυς του Άμστερνταμ και προορίζεται για πρωτότυπο αριστούργημα διά χειρός του μεγάλου Δασκάλου. Δεν διστάζει να υποβληθεί σε οποιαδήποτε ψυχική και σωματική διαδικασία προκειμένου να γίνει ο τέλειος καμβάς πάνω στον οποίο θα ζωγραφιστεί το έργο. Αυτή ακριβώς ήταν η φιλοδοξία της όταν αποφάσισε να γίνει καμβάς. Δεν θα αρκούνταν στο να αντικαθιστά άλλους πρωτότυπους καμβάδες, ούτε την ενδιέφερε να εργαστεί ως διακοσμητικό. « Όλη της η ζωή ήταν η τέχνη. Δεν ήξερε πού βρίσκονταν τα όρια, αν υπήρχαν όρια. Είχε μάθει να δείχνει και να χρησιμοποιεί την ανατομία της με ιδιαίτερο τρόπο, μπροστά σε άλλους ή και με άλλους. Να ελέγχει τα συναισθήματά της, να τα επινοεί, να τα παριστάνει, να τα μιμείται. Να αντέχει την πολιορκία του πόνου. Να ονειροπολεί την ώρα της σύσπασης των μυών της. Να αντιλαμβάνεται το χώρο ως χρόνο και το χρόνο ως κάτι ευρύ στο οποίο μπορούσε να περιδιαβάζει ή να κοντοστέκεται. Ένα έργο τέχνης δεν είχε τίποτα στην κατοχή του: σώμα και νους ήταν προορισμένα να πλάθουν και να πλάθονται, να μεταμορφώνονται».

Την περίοδο που προσλαμβάνεται η Κλάρα, το Ίδρυμα Βαν Τυς και η αστυνομία αναζητούν το δολοφόνο δύο καμβάδων που είχαν χρησιμοποιηθεί για ισάριθμα αριστουργήματα του Δασκάλου, αλλά κάθε έρευνα γίνεται με διαφορετικό κίνητρο: οι υπεύθυνοι του Ιδρύματος κυνηγούν το βανδαλιστή που καταστρέφει έργα αξίας εκατομμυρίων δολαρίων ενώ η αστυνομία αναζητά έναν ψυχοπαθή δολοφόνο. Ο Λόταρ Μπος, υπεύθυνος ασφαλείας του Ιδρύματος «δεν καταλαβαίνει από τέχνη» κι ανησυχεί περισσότερο για τη διασφάλιση της ζωής των ανθρώπων πίσω από τους καμβάδες, παρά για τα έργα αυτά καθ’ αυτά. Είναι από εκείνους που θεωρούν την υπερδραματική τέχνη ως «μια μορφή νομιμοποιημένης σεξουαλικής σκλαβιάς, ως την πορνεία του 21ου αιώνα». Του φαίνεται αδιανόητο «να μπορείς να αγοράσεις ένα ανήλικο με ζωγραφισμένο σώμα και να τον εκθέτεις γυμνό σπίτι σου». Το αντίπαλο δέος, η δεσποινίς Γουντ, ανώτερή του στην ιεραρχία του Ίδρυμα, τάσσεται υπέρ της τέχνης με οποιοδήποτε κόστος.

Η Κλάρα προσλαμβάνεται για να δουλέψει ως καμβάς στην καινούρια πολυαναμενόμενη έκθεση- αφιέρωμα του Βαν Τυς στον Ρέμπραντ. Θεωρούνταν και αντιμετωπιζόταν ως καλλιτεχνικό υλικό από κάθε άποψη. «Αποκλείεται υπό αυτήν την έννοια κάθε τι που συνδέεται με τον καμβά αλλά δεν είναι ο καμβάς: π.χ. τα ρούχα, το σπίτι, οι οικείοι και οι φίλοι του. Αντιθέτως, ό,τι είναι ο καμβάς εντάσσεται σε αυτήν την έννοια: το σώμα και ό,τι αυτό περιέχει». Της καθίσταται αμέσως σαφές ότι η διαδικασία για να φτιαχτεί απάνω της ένα αριστούργημα θα είναι επίπονη: «Δε θα δεχθούμε ερωτήσεις, γνώμες, επιθυμίες ή επιφυλάξεις εκ μέρους σας. Εσείς είστε ο καμβάς. Ένας καλλιτέχνης πρέπει να ξεκινά από το μηδέν με έναν καμβά για να δημιουργήσει κάτι ανθεκτικό στο χρόνο. Ειδικότητά μας είναι να μετατρέπουμε τους καμβάδες σε μηδενικά». Υπογράφει το συμβόλαιο που θα της αποφέρει πέντε εκατομμύρια ευρώ για τη συνεργασία συν ποσοστά επί των πωλήσεων και μεταπωλήσεων του έργου αλλά και αιώνια δόξα και αναγνώριση. Μεταφέρεται προσεκτικά, ως πολύτιμο υλικό, με ιδιωτική πτήση στο εργαστήριο του Ιδρύματος όπου και ξεκινά η δημιουργική διαδικασία. Εκτός από τις πολύωρες ασκήσεις που ατσαλώνουν τη θέληση, π.χ. να στέκεται επί ώρες όρθια με την πασπαλισμένη με χοντρό αλάτι γλώσσα της προτεταμένη, η Κλάρα υποβάλλεται με απόλυτη πειθαρχία και προθυμία στην διαδικασία εκμηδενισμού της: σβήσιμο ουλών, απάλειψη σημαδιών, μορφοποίηση μυών και αρθρώσεων με ευκαμπτικά και κρέμες, πλήρης αποτρίχωση ακόμα και των φρυδιών και των βλεφαρίδων, βάψιμο δέρματος, μαλλιών, οπών και κοιλοτήτων με μία στρώση λευκής βάσης και κίτρινη μπογιά. Αυτή είναι η βασική διαδικασία του ασταρώματος. Στη συνέχεια είναι στο χέρι του ζωγράφου να επιλέξει πώς θα τη ζωγραφίσει, αν θα βάψει τον πυθμένα του αμφιβληστροειδούς, το εσωτερικό της ρινικής και στοματικής κοιλότητας, τους ακουστικούς και δακρυϊκούς πόρους, το εσωτερικό των βλεφάρων, τον πρωκτό, το αιδοίο, την ουρήθρα, τους θύλακες της τρίχας ή τους ιδρωτοποιούς αδένες ή όλα τα παραπάνω μαζί. Η Κλάρα δεν έχει κανένα λόγο σε όλα αυτά και είναι πανευτυχής με αυτό. Μόνο της μέλημα είναι να κατορθώσει να «σκέφτεται και να αισθάνεται σαν έντομο». Μόνο όταν το πετύχει αυτό θα γίνει ένα «επιτυχημένο έργο τέχνης».Και η Κλάρα θέλει να μείνει στην ιστορία. Είναι επίσης περήφανη για τις τρεις ετικέτες που στολίζουν το λαιμό, τον καρπό και τον αστράγαλό της και που φέρουν εκτός από το λογότυπο του Ιδρύματος, έναν ραβδωτό κώδικα.

Πέρα από την αστυνομική του πλοκή που εξελίσσεται σε ένα ιδιότυπα ζοφερό περιβάλλον, το βιβλίο  «Η Κλάρα στο μισοσκόταδο» θίγει με τρόπο καίριο και ανατριχιαστικό, ζητήματα που αφορούν την αξία της ανθρώπινης ζωής σε αντιπαράθεση με την αξία της καλλιτεχνικής δημιουργίας.  Σε αυτόν τον εφιαλτικό κόσμο που δημιουργεί ο Χοσέ Κάρλος Σομόθα, τίθεται μια απλή υπόθεση εργασίας: μερικές τάσεις της σύγχρονης τέχνης όπως η body art φαίνονται πραγματικά εντυπωσιακές όμως τι θα συμβεί αν κάποιος ανακαλύψει ότι μπορεί να βγάλει εξωφρενικά πολλά χρήματα από τη χρήση ανθρώπων ως αντικείμενα τέχνης;  Πόσο ισχυρό πρεστίζ πρέπει να έχει μία τέτοια βιομηχανία  και πόσο καλά πρέπει να πληρώνει προκειμένου οι άνθρωποι να εργάζονται οικειοθελώς σε αυτήν; Πόσα χρήματα και ποιος βαθμός αναγνωρισιμότητας μπορεί να ανταμείψει τον άνθρωπο που σβήνει σε τόσο απόλυτο βαθμό την ταυτότητά του; Σε σημείωμά του στο τέλος του βιβλίο ο συγγραφέας αναφέρει: «δεν ξέρω αν η κατάσταση θα αλλάξει στο μέλλον αλλά τείνω να πιστεύω πως αν κάποιος βρει κάποιο τρόπο να κερδίζει χρήματα με αυτό, οι ηθικοί παράγοντες δε θα μπορέσουν να εμποδίσουν την ανάπτυξη ενός τέτοιου εμπορίου».

Το βιβλίο εκδόθηκε στην Ισπανία το 2001 και ο συγγραφέας τοποθετεί τη δράση του στο άμεσο μέλλον (2006). Σήμερα το βιβλίο εξακολουθεί να διαβάζεται ως δυστοπικό μυθιστόρημα χτισμένο αριστοτεχνικά με περιγραφές ανατριχιαστικές τόσο σχετικά με τη δράση και την πλοκή, όσο -και κυρίως – σχετικά με την ψυχολογία των πρωταγωνιστών και την οικειοθελή απώλεια ταυτότητας. Επιπλέον, ο Σομόθα δεν φοβάται να θέσει και πολιτικά / κοινωνικά ερωτήματα γύρω από την παγκοσμιοποίηση, την δυτική πολιτιστική παντοκρατορία, τη δύναμη του εξωφρενικού πλούτου και του άγριου νεοφιλελευθερισμού, ακόμα και τη μετανάστευση. Αν όλο αυτό «πιάσει» στην αγορά, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε να βρεθούμε αντιμέτωποι με πολιτικές παγκοσμιοποίησης που θα χρησιμοποιούν τις ασθενέστερες κοινωνικά ομάδες με σκοπό την τροφοδότηση της τέχνης, και για να ακριβολογούμε, των επιχειρήσεων που διαχειρίζονται το κεφάλαιο Τέχνη: «Το λάθος της Ευρώπης είναι ό,τι θέλουμε να συνεχίσουμε να είμαστε ο εαυτός μας δίχως να πάψουμε να είμαστε το όλον. Φιλοδοξούμε να παγκοσμιοποιήσουμε την ατομικότητά μας. Όμως ο κόσμος χρειάζεται ολοένα και λιγότερα άτομα, λιγότερα έθνη, λιγότερες γλώσσες. Αυτό που χρειάζεται ο κόσμος είναι να ξέρουμε όλοι αγγλικά και να είμαστε, ει δυνατόν, φιλελεύθεροι. Η καλλιτεχνική κληρονομιά μας διαφοροποιούσε. Τώρα, χάρη στην κηροπλαστίνη, δεν ισχύει αυτό. Ένας Βέλγος καμβάς μπορεί μεταμορφωθεί σε Αφρικανό κι ένας Γιαπωνέζος σε Άγγλο. Οι μετανάστες θα έχουν μια νέα διέξοδο: θα μπορούν να γίνουν τέχνη» αναφέρει η σκληροπυρηνική ηρωίδα Γουντ.

Δεν ξέρω αν θα φτάσουμε ποτέ να απολαμβάνουμε «πολύ βίαια αρτ σοκ στα οποία χρωματίζονται καμιά φορά οι αρτηρίες και το αίμα για να έχουν πιο εντυπωσιακό αποτέλεσμα» ή έργα «κηλιδωμένης τέχνης» στα οποία ζωγραφίζονται μέχρι και τα «εντόσθια του καμβά, το ήπαρ, οι πνεύμονες, η μήτρα και το έμβρυο που ενδεχομένως περιέχει, οι όρχεις, οι μαστικοί αδένες». Δεν ξέρω αν τα «διαφυλετικά έργα» από κηροπλαστίνη θα δώσουν το στίγμα στη νέα τέχνη του 21ου αιώνα. Οι φρικιαστικές προεκτάσεις που παρουσιάζονται σαν εικόνες του μέλλοντός μας στο βιβλίο είναι πάμπολλες: «Θα κατορθώσουμε να φτιάξουμε εποχικά μοντέλα που θα κοστίζουν εκατό ευρώ στον ερασιτέχνη ζωγράφο. Θα νομιμοποιήσουμε τα ανθρώπινα διακοσμητικά και θα διευρύνουμε το πεδίο του πορτρέτου με κηροπλαστίνη και τα εργαστήρια παραγωγής αντιγράφων. Και όταν η βία θα μπορεί να διοχετεύεται σε φτηνά και ολωσδιόλου νόμιμα αρτ σοκ, θα έχουμε κάνει ένα βήμα παρόμοιο με την νομιμοποίηση των ναρκωτικών» γράφει ο Σομόθα.

Βραβευμένο με το International Hammet Prize και το Βραβείο Μυθιστορήματος Fernando Lara, το βιβλίο παραμένει ένα πολύ καλό αστυνομικό μυθιστόρημα, με συνταρακτικό τέλος ενώ ταυτόχρονα καταφέρει να σχηματίσει ένα τεράστιο ερωτηματικό πάνω από τα κεφάλια μας για τον τρόπο που βλέπουμε την τέχνη, για τα όρια πέρα από τα οποία πιέζει η αδηφάγα μας διάθεση για νέες συγκινήσεις και για το ρόλο του ανθρώπου μέσα σ’ όλον αυτόν τον κυκεώνα. Τα αρτ σοκ, η κηλιδωμένη τέχνη, τα ανιμάρτ και τα ανθρώπινα χειροτεχνήματα και διακοσμητικά δεν υπάρχουν ακόμα. Ίσως όμως στο μέλλον συμφωνήσουμε με τα λόγια του ιδιοφυούς καλλιτέχνη προς την Κλάρα: «Η ζωή, η τέχνη και ο θάνατος είναι διαβαθμίσεις του ίδιου κιαροσκούρο. Μέσω της τέχνης ανακαλύπτουμε πως η αλήθεια είναι το μισοσκόταδο».

Η «Κλάρα στο μισοσκόταδο» είναι ένα αριστούργημα. Διαβάστε το. Εγώ μόλις το έκανα, για δεύτερη φορά. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις  Πατάκη σε μετάφραση Χρ. Θεοδωροπούλου.

μεταφράστρια 

ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0