Κλαρίσε Λισπέκτορ: Η ώρα του αστεριού

Η «Ώρα του Αστεριού» είναι το κύκνειο άσμα της Κλαρίσε Λισπέκτορ, αυτής της εκκεντρικής, υπέρ-ταλαντούχας, «μάγισσας» των γραμμάτων της Βραζιλίας, αυτής της γυναίκας που «έμοιαζε με την Μάρλεν Ντίτριχ και έγραφε σαν τη Βιρτζίνια Γουλφ», της αποφοίτου νομικής και συζύγου διπλωμάτη με το περίεργο όνομα που «άλλαξε μια για πάντα την πορεία των βραζιλιάνικων γραμμάτων».  Η «Ώρα του Αστεριού» είναι η ιστορία της Μακκαμπέα από την Αλαγκόα στα βορειοανατολικά, την πιο φτωχή και υποβαθμισμένη περιοχή της Βραζιλίας, που έρχεται στο Ρίο Ντε Τζανέιρο και πιάνει δουλειά ως δακτυλογράφος. Η 19χρονη Μακκαμπέα είναι ολομόναχη στον κόσμο. Είναι επίσης «τόσο φτωχή που τρώει μόνο χοτ ντογκ», απωθητική όπως ο «κρύος καφές», ισχνή, άχαρη και αδιάφορη, μια ασημαντότητα που «μονάχα ζει, εισπνέοντας και εκπνέοντας». Δεν έχει συνείδηση της μιζέριας της. Δεν την απασχολεί το μέλλον. Το μέλλον είναι μια πολυτέλεια, όπως και η θλίψη. 
Κόβει και κρατάει διαφημίσεις από παλιά περιοδικά, πηγαίνει σινεμά μία φορά τον μήνα, δεν έχει λάβει ποτέ της ένα δώρο ή έστω ένα τηλεφώνημα κι αν κάποτε αποκτούσε τα χρήματα για ν’ αγοράσει αυτήν την κρέμα για το δέρμα των γυναικών, «δεν θα ήταν χαζή. Καρφί δεν της καιγόταν για το δέρμα, θα την έτρωγε, αυτό ναι, κάτι μεγάλες κουταλιές κατευθείαν απ’ το κουτί». Η Μακκαμπέα βιώνει τη λαγνεία μοναχικά, όπως και την αγάπη, αγκαλιάζεται και ολοκληρώνεται, άλλωστε δεν χρειάζεται και πολλά. Με τον Ολίμπικο, τον εργάτη φίλο της που θέλει μια μέρα να πιάσει την καλή, δεν έχει να πει και πολλά, ούτε και όταν αυτός την εγκαταλείπει για τη συνάδελφό της τη Γκλόρια. Παρά τη φτώχεια και την εξαθλίωση που βιώνει η Μακκαμπέα, που μοιράζεται ένα δωμάτιο μαζί με άλλες τέσσερις «κατάκοπες Μαρίες», δεν υπάρχει σ’ αυτήν «ανθρώπινη κακομοιριά. Γιατί είχε μέσα της κάτι σαν δροσερό λουλούδι». Αν και ο «οργανισμός της ήταν πιο ξερός και από μισοαδειανό σακούλι με θρυμματισμένες φρυγανιές» κι εκείνη είχε σχεδόν εξαϋλωθεί σε «λεπτή οργανική ύλη», δεν σκεφτόταν την πραγματικότητά ούτε της είχε περάσει ποτέ από το μυαλό πως τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά απ’ ότι ήδη ήταν. Ένα το κρατούμενο. 

Έτερος πρωταγωνιστής της «Ώρας του αστεριού» είναι ο αφηγητής Ροντρίγκο Σ.Μ., ο συγγραφέας που αναλαμβάνει να διηγηθεί την ιστορία της Μακκαμπέα. Είναι το άλτερ έγκο της Λισπέκτορ, ένας άντρας γιατί «γυναίκα συγγραφέας μπορεί να αρχίσει τις γλυκανάλατες κλάψες» (το οποίο σχόλιο ας μου επιτραπεί να εκλάβω ως καρφί και κοροϊδία της Λισπέκτορ προς την κριτική, που σημειωτέον, όταν δημοσίευσε το πρώτο της βιβλίο, το «Κοντά στην άγρια καρδιά» [στα ελληνικά από τις εκδόσεις Τυπωθήτω 2008], ορισμένοι έσπευσαν να γράψουν πως αποκλείεται ένα τόσο καλό έργο να είναι κάποιας άσημης γυναίκας, θα πρέπει σίγουρα να είναι κάποιου φτασμένου άντρα συγγραφέα που χρησιμοποιεί ψευδώνυμο!). Λοιπόν, η γυναίκα συγγραφέας Κλαρίσε Λισπέκτορ εφευρίσκει τον άντρα συγγραφέα Ροντρίγκο Σ.Μ. που γράφει την ιστορία της γυναίκας ηρωίδας Μακκαμπέα. Μέσα από αυτή τη διαμεσολάβηση, που είναι συνεχής σε όλο το βιβλίο καθώς ο Ροντρίγκο Σ.Μ. απευθύνεται σε β’ ενικό στον αναγνώστη εκθέτοντάς του σταθερά τον σκοπό, τις αμφιβολίες και τις ανησυχίες του, και με την τεχνική της τριπλής ουσιαστικά παρατήρησης, η Λισπέκτορ μάς δίνει (και) ένα μετα-λογοτεχνικό έργο που πραγματεύεται τις ψυχολογικές δυσκολίες, την συχνά εφιαλτική άβυσσο στην οποία βουτά ένας συγγραφέας, τις κοπιώδεις προσπάθειες και τον μόχθο του να επιλέξει και να διαχειριστεί εντίμως το υλικό του.

Clarice Lispector

«Είναι μια ιστορία που τη θέλω ψυχρή» μας ανακοινώνει ο συγγραφέας. «Δικό μου όμως το δικαίωμα να είμαι επώδυνα ψυχρός και όχι δικό σας. Γι αυτό και δεν σας δίνω εναλλακτική. Δεν πρόκειται απλώς για αφήγηση, είναι πριν από όλα πρωτογενής ζωή που ανασαίνει, ανασαίνει, ανασαίνει. […] Αυτό που γράφω είναι περισσότερο από επινόηση, είναι υποχρέωσή μου να μιλήσω γι αυτή την κοπέλα ανάμεσα σε χιλιάδες σαν κι αυτή. Και καθήκον μου, έστω και άτεχνα, να αποκαλύψω τη ζωή της. Γιατί υπάρχει το δικαίωμα στην κραυγή. Ε, λοιπόν κραυγάζω».

Ανοίγω παρένθεση. Σκέφτομαι τώρα τις άπειρες φορές που σε συνεντεύξεις με τους συγγραφείς κάποιος αναγνώστης πάντα θα ρωτήσει: «Πότε γράφετε; Το πρωί ή το βράδυ; Σε υπολογιστή ή στο χαρτί; Απομονώνεστε για να γράψετε; Πώς ξεκινάτε; Από την πλοκή ή από τον χαρακτήρα;». Και διαβάζω τα ουσιώδη στην «Ώρα του αστεριού»: “Ζεσταίνω το σώμα για να ξεκινήσω, τρίβοντας κάθε τόσο τα χέρια το ένα στο άλλο για να πάρω κουράγιο”. Κλείνει η παρένθεση.

Στο μοναδικό οπτικό υλικό που έχουμε από την Κλαρίσε Λισπέκτορ, μια τηλεοπτική της συνέντευξη που η συγγραφέας είχε βάλει όρο να μεταδοθεί μετά τον θάνατό της, και την οποία μπορείτε να δείτε με αγγλικούς υπότιτλους εδώ, η ίδια χαρακτήρισε την «Ώρα του αστεριού» ως μια ιστορία για την «ανώνυμη μιζέρια», μια ιστορία για «μία ποδοπατημένη αθωότητα». Στις μέρες μας, που ο καθένας μας προσπαθεί να λυτρωθεί από την ασημαντότητά του χτίζοντας μια φίρμα για τον εαυτό του, που ενδεχομένως θα πει ένα τεράστιο εγωκεντρικό προφίλ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η ανάγνωση της ιστορίας της Μακκαμπέα αποκτά πολλαπλή αξία: πέρα από τη λογοτεχνική δεινότητα της Λισπέκτορ που «γράφει απλά δίχως να στολίζει πράγματα», πέρα από την πολυεπίπεδη οπτική της που απογειώνει ένα τόσο «μπανάλ» θέμα, η  ιστορία της Μακαμπέα μένει για καιρό στο μυαλό του αναγνώστη καθώς μοιάζει να βρίσκεται στον αντίποδα της βασικής επιδίωξης κάθε Μακαμπέας του σύγχρονου δυτικού κόσμου, διατυπώνοντας ερωτήματα που σηκώνουν μόνο πολύ προσωπικές απαντήσεις.

Clarice Lispector

Και τέλος, ποια να είναι άραγε η «ώρα του αστεριού»; Αυτή η μικρή νουβέλα που έχει δεκατρείς διαφορετικούς τίτλους και που αφιερώνεται από τη συγγραφέα, μεταξύ άλλων, «στις παραμονές του σήμερα και στο σήμερα, στο διάφανο πέπλο του Ντεμπυσσύ, στον Μάρλος Νόμπρε, στον Προκόφιεφ […] αυτή η ιστορία που «λαμβάνει χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και δημόσιας συμφοράς […] μια ιστορία σε τεχνικολόρ ώστε να έχει μια κάποια χλιδή» επιμένει να αναρωτιέται ως το τέλος: Μπορεί ο θάνατος να κατανικήσει αυτόν που έζησε νικημένος όλη του τη ζωή;

Η  «Ώρα του αστεριού» της Κλαρίσε Λισπέκτορ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αντίποδες σε φροντισμένη μετάφραση Μάριου Χατζηπροκοπίου με υπέροχο επίσης εξώφυλλο. Το βιβλίο περιλαμβάνει ένα επίμετρο της Γαλλο-Αλγερινής κριτικού Ελέν Σιξού και εκτεταμένη βιο-εργογραφία της συγγραφέως. Τέλος, στην Καθημερινή μπορείτε να διαβάσετε μια συνέντευξη με τον βιογράφο και μελετητή του έργου της Λισπέκτορ, Benjamin Moser, εδώ.

Μπορείτε να αγοράσετε το βιβλίο εδώ.

μεταφράστρια 

ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0