μίλα*

κοιτάξου στον καθρέφτη σου αν τολμάς. κοίτα και πες μου τι βλέπεις. πες μου τι νιώθεις την ώρα που εκατομμύρια αιώνες μετά τη γέννηση του είδους σου, ακόμα παίρνεις μια ζυγαριά, βάζεις από τη μία ασφάλεια, πορτοφόλια, τραπεζικούς λογαριασμούς, χρυσά ρολόγια, υποκρισία, μαγαζάκια γωνία και καθωσπρεπισμό και από την άλλη μια καρδιά που χτυπάει ακριβώς όπως και η δική σου, και η ζυγαριά σου βαραίνει υπέρ της ύλης, υπέρ όλων αυτών που σου βάλανε μέσα στο μυαλό σου γονείς και δάσκαλοι και αφεντικά και πεθερικά και κανάλια και εξουσιαστές προκειμένου να καθίσεις ήσυχος. και τίποτα μα τίποτα δεν μπορεί να σου αλλάξει όλα αυτά που μπέτωσαν μέσα σου πια, γίνανε ένα με σένα και με το κλειδί που βάζεις στην κλειδαριά του σπιτιού σου και νομίζεις ότι είσαι ασφαλής. 

κοίτα στον καθρέφτη σου. βλέπεις ένα πτώμα δολοφονημένο μέρα μεσημέρι στην καρδιά της πρωτεύουσάς σου, βλέπεις έναν άνθρωπο νεκρό, κλωτσημένο, σκοτωμένο από πόδια και χέρια δικά σου, περασμένες οι χειροπέδες στα άψυχα χέρια του, παρούσα φυσικά και η αγαπημένη σου αστυνομία μην τυχόν και έρθει από τον άλλο κόσμο και μας επιτεθεί, πες μου αν τον βλέπεις να πεθαίνει, ένας εναντίον πολλών, πες μου αν τον βλέπεις να χάνει την τελευταία του πνοή την ώρα που εσύ αγωνιάς μη χάσεις κανα πενηντάλεπτο από την πολύτιμη περιουσία σου, την ώρα που γονατισμένος επί αιώνες νομίζεις πως η ζωή κρύβεται στην τζαμαρία του μαγαζιού σου, στο πορτοφόλι της τσέπης σου, στο φόβο σου μην τυχόν και σου βγει ο γιος σου ομοφυλόφιλος, στα κηρύγματα στα τραπέζια της κυριακής για τη μακεδονία, στο σταυρό που κάνεις με χέρια τρεμάμενα γιατί φοβάσαι, φοβάσαι ότι όλα αυτά που εσύ λογίζεις για πατρίδα θα μας τα πάρουν οι μαυριδεροί και οι γκέι και οι άθεοι, θερίζει το aids διαλαλείς στα καφενεία αλλά προφυλακτικό ποτέ σου δεν έβαλες γιατί εσύ είσαι έλλην καθαρός, βλέπεις οι άλλοι τα κάνουν πάντα όλα, οι άλλοι φταίνε πάντα. 
πες μου τι βλέπεις, σε προκαλώ. πες μου αν μυρίζεις τη σήψη μιας ολόκληρης κοινωνίας που κατρακυλάει μέσα στη λάσπη του φόβου, της φτώχειας και της τζάμπα μαγκιάς. πες μου αν νιώθεις τον τρόμο την ώρα που πεθαίνεις ενώ δίπλα σου πίνουν καφέ, περπατάνε και βιντεοσκοπούν, την ώρα που ένας ανάμεσα στους πολλούς βρέθηκε μόνο να μπει στη μέση για να τους σταματήσει, την ώρα που ο πόνος παραλύει το ήδη διαλυμένο σου κορμί και ο βίαιος θάνατος έρχεται κατά πάνω σου, πες μου αν νιώθεις κάτι επιτέλους.
  
όχι όχι, γιατί να σπάσεις τον καθρέφτη σου; αγορασμένος σε τιμή ευκαιρίας, φερμένος από το εξωτερικό, τυλιγμένος προσεκτικά σε σελοφάν για να μην σπάσει κατά τη μεταφορά, βαλμένος σε θέση περίοπτη στο καθιστικό για να τον ζηλεύουν οι γείτονες και οι συγγενείς, όχι, δεν του αξίζει να τον σπάσεις, τόσα λεφτά έδωσες άλλωστε για δαύτον. κράτα τον εκεί, να σε κοιτάει και να σε ξεμπροστιάζει κάθε παρασκευή που φέρνεις την είσπραξη στο σπίτι, τόσα η δεη, τόσα τα φροντιστήρια των παιδιών, πάντα ένα μικρό κρυφό δωράκι στον εξωσυζυγικό δεσμό, πάρε γυναίκα για τη λαϊκή, καλά τα καταφέραμε κι αυτήν την εβδομάδα, μου έκανε και μια μείωση ο χονδρέμπορας για το εμπόρευμα, μόνο ένα έξτρα έξοδο για κάτι τζάμια που σπάσανε, ασήμαντη ιστορία, βάλε γυναίκα να φάμε και ανοίξτε και την τηλεόραση να περάσει η ζωή
άκου, πατριώτη. εγώ κι εσύ δεν ερχόμαστε από τον ίδιο τόπο. εμένα πατρίδα μου είναι τα πρεζάκια στην ομόνοια, τα κλεφτρόνια μέσα στα λεωφορεία, οι άστεγοι της σταδίου, οι παρελαύνοντες στο gay pride, πατρίδα μου είμαστε όλοι οι φτωχοί που ακόμα ονειρευόμαστε μιαν άλλη ζωή, ξεκλείδωτα σπίτια και ανοιχτές καρδιές, ελευθερία στην ύπαρξη και στον έρωτα, ανοιχτά πνευμόνια γεμάτα οξυγόνο και ελπίδα, γιατρούς και βιβλία για όλους, σκισμένα συρματοπλέγματα και βάρκες στο αιγαίο που κάνουν μόνο βόλτες αναψυχής, τζαμιά και εκκλησίες αρμονικά χτισμένες δίπλα δίπλα, εμένα πατρίδα μου δεν ήσουν και δεν θα γίνεις ποτέ, και θα με βρίσκεις πατριώτη πάντα απέναντί σου, πάντα να μιλάω και πάντα να σου διαρρηγνύω την ασφάλεια, πάντα να διασπείρω ιδέες που θα σου γεννάνε τρόμο, πάντα να σου φράζω το δρόμο όταν θα βγαίνεις για να πας στο μαγαζί σου, όταν θα κηρύσσεις στα παιδιά σου το φόβο για τους διαφορετικούς και το τρομακτικό δικαίωμα στην αυτοδικία, όταν θα σηκώνεις χέρι και πόδι και θα σκοτώνεις τη δική μου πατρίδα μέρα μεσημέρι στο κέντρο της πόλης, πάντα θα ‘μαι κει, πάντα θα σε τρομοκρατώ και πάντα θα  μ ι λ ά ω .
ελένη αθανασοπούλου 
*στίχος από ποίημα του αζίζ νεσίν

ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0