Για τους πυροσβέστες

Έτος 1999.
Ήταν η πρώτη φορά που πέρασα το κατώφλι ενός πυροσβεστικού σταθμού. 
Για να είμαι ακριβής, αν δεν ερωτευόμουν πυροσβέστη δεν θα περνούσα ούτε απ έξω. Όχι μόνο, γιατί είχα τα θέματα μου με τις στολές και την νοοτροπία τους (που ακόμη τα έχω), αλλά γιατί μεροληπτικά θεωρούσα πως οι πυροσβέστες έπαιζαν πιο πολύ τάβλι, παρά έκαναν κάτι άλλο. Μπακαλίστικη νοοτροπία, λαϊκίστικη και αυθαίρετη, αλλά την είχα και πρέπει να το παραδεχτώ. 

Έζησα τη δουλειά αυτή εκ των έσω. Που δουλειά δεν της λες… Πρώτον και κυνικά, γιατί δεν πληρώνεται ποτέ για όλο αυτό το μακελειό και δεύτερον και βασικό, άμα σώσεις τη ζωή ενός ανθρώπου, έχεις κερδίσει για πάντα μπαλκόνι με θέα στον παράδεισο.

Μια «δουλειά» όμως που κάποιος πρέπει να την κάνει.


Με τον πατέρα των παιδιών μου είχε τύχει να συναντηθώ σε πορεία. Αυτός στο κανονάκι (τότε έστελναν στις πορείες εκείνα τα… συρματοπλεγμένα άρματα για να μας μπουγελώνουν μπας και μας σπάσουν – εδώ και χρόνια τα έχουν καταργήσει) κι εγώ στο δρόμο.

Μετά δίναμε ραντεβού και πηγαίναμε για φαΐ και είχα πάντα κάτι να του πω για την καταστολή και τα συναφή.

Εκείνος βέβαια λόγια δεν είχε, γιατί είχε περισσότερα έργα, πράγμα που διαπίστωσα με τα χρόνια.
Έχει γυρίσει όλη την χώρα, κάνοντας «τουρισμό» με μια μάνικα. Έχει κοιμηθεί στις κορφές του Ταΰγετου, σε πλοία μέσα, σε αεροπλάνα, σε παγκάκια, στο πλευρό του διπλανού του, έχει δουλέψει ασταμάτητα 48ώρα, έχει σώσει άνθρωπο από βέβαιο θάνατο, έχει σωθεί από βέβαιο θάνατο, έχει δει κορμιά διαμελισμένα, πρόσωπα απανθρακωμένα, χαμένες ζωές στην άσφαλτο μάταια, χωριά σβησμένα από το χάρτη, σπίτια και ολόκληρες εκτάσεις αποκαΐδια.

Έχει δει τον πόνο της απώλειας και την απελπισία στα μάτια του άλλου, όταν τον βλέπει σαν θεό που με απόγνωση ζητά να τον σώσει.

Σκληρό, αυτό, αν με ρωτάτε. Το πιο σκληρό από όλα. Να προλάβεις να σώσεις. Τον άνθρωπο, τον σκύλο του, τα πρόβατα του, το καναρίνι του, την αυλή με τα λουλούδια του, το σπίτι του, τη γη του.
Μεγάλο το βάρος.

Γι αυτό και τους περισσότερους, μετά τα εξήντα, τους προδίδει η καρδιά τους (δεν το λέω εγώ, οι στατιστικές το λένε). Πόσο μάχη και πόνο ν’ αντέξει κι αυτή η δόλια;

Δεν ξέρω αν οι πυροσβέστες, στη ζωή τους έξω από την στολή, είναι καλοί ή κακοί άνθρωποι. Θαρρώ πως, όποιος είναι μπαμπέσης στα προσωπικά του, είναι και στα επαγγελματικά του.
Ξέρω μόνο, από πρώτο χέρι, πως αν πάνε στη φωτιά για να σβήσουν, θα σβήσουν. Θα κάνουν ό,τι μπορούν. Δεν ξέρω άλλη δουλειά που να έχουν τόση αλληλεγγύη μεταξύ τους οι συνάδελφοι, ίσως σαν τους Σπαρτιάτες, γνωρίζουν πως αν αφήσουν τον άλλο μόνο στην φλόγα, μόνοι θα μείνουν και αυτοί μετά μαζί της.

Ξέρω επίσης πως την φωτιά δεν πρέπει να την υποτιμάς ποτέ. Είναι ζωντανή, αδέσποτη και άπιαστη. Τρέφεται με τον άνεμο και δημιουργεί μέχρι και δική της κλιματολογική συνθήκη.
Όπως, επίσης, όλοι ξέρουμε πως η πυρκαγιά που σκοτώνει, είναι ανθρώπων έργο.

Σε μια χώρα που το φιλότιμο είναι το μόνο μετερίζι που κάποιος μπορεί να στηριχτεί για να μην χάσει την ελπίδα του, οι άντρες και οι γυναίκες της πυροσβεστικής, καθώς και οι άντρες των εναέριων μέσων, προσπαθούν, με υποτυπώδη μέσα, με απαρχαιωμένα συστήματα και χωρίς κρατική μέριμνα επί της ουσίας να κάνουν το αυτονόητο.

Και φοβούνται. Φαντάζομαι, γιατί ούτε αυτό ξέρω, πως φοβούνται. Αλλά αν δεν φοβηθείς, πως θά ‘σαι άνθρωπος αλλιώς;

Νομίζω πως οι μέρες της ζωής μας, θα πρέπει να περνούν με τους πυροσβέστες να παίζουν τάβλι, ολημερίς και μπιλιάρδο ολονυχτίς.

No news, good news που λένε και οι Αγγλοσάξωνες.

/ Κεφαλονίτικα Νέα


ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0
DISQUS: 0