το γιλεκάκι που φορείς*

​κοίταξέ με καλά. είμαι αυτός ακριβώς που νομίζεις. είμαι εγώ που σου ‘ραψα το γιλεκάκι σου, ίσα να σε χωράει χωρίς τα παραπανίσια σου κιλά, χωρίς τα περισσευούμενά σου συναισθήματα, χωρίς τους κρυφούς σου πόθους, χωρίς τα αδήλωτα ακίνητά σου, χωρίς τα ανομολόγητά σου όνειρα. είμαι η σύντροφος της διπλανής αυλής, είμαι το αφεντικό που ξέχασε να σε πληρώσει εδώ και τριάμισι χρόνια, είμαι ο ξάδελφος που δεν σου μιλάω πια γιατί το γύρισες στο φασισμό.

​δεν με γνωρίζεις; είμαι εγώ που σήκωνα τα πανό ψηλά στην πλατεία συντάγματος. είμαι οι φονιάδες των λαών αμερικάνοι που σήμερα τιμώνται στη νύφη του θερμαϊκού. είμαι ο αντιπρόεδρος της μείζονος αντιπολίτευσης που έχει αλλάξει κόμμα πιο πολλές φορές και από κείνη τη μακρινή σου φίλη που άλλαζε τους άντρες σαν τα πουκάμισα. και καλά τους έκανε.

​εγώ είμαι σου λέω. εγώ που ήμουνα παλιά γραμμένος στο κκε αλλά κατάντησα να φωνάζω στο καφενείο ότι η δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου ήταν μια προπαγάνδα και τίποτα παραπάνω. είμαι ο γείτονας που φυλάει καραούλι όλη μέρα πίσω από την μισόκλειστη εξώπορτα, μην τυχόν και του πάρει κανείς την θέση του πάρκινγκ. είμαι ο ψεύτης που διακηρύττει την ειλικρίνεια. ο παπάς που κηρύττει το μίσος.

​είμαι εγώ, και είμαι εδώ. είμαι ο αριστερός σου πρωθυπουργός και ο δεξιός σου ψάλτης. κρατάω το ίσο σε μια χώρα που βγήκε στις αγορές αλλά καταπίνεται συνεχώς από την ίδια της τη βρωμιά. είμαι ο βυσματούχος διορισθείς στο δημόσιο που πίνω όλη μέρα καφέ στο απέναντι μαγαζάκι γωνία. είμαι ο εφοριακός που κόβω κεφάλια με τη δαμόκλειο σπάθη του λαδώματος. είμαι ο αναρχικός που ονειρεύομαι μια χώρα γεμάτη υπουργεία για να χωθώ κι εγώ κάπου επιτέλους. είμαι ο αθλητής που ονειρεύομαι μετάλλια αλλά βολεύομαι προς το παρόν με μια θεσούλα κάπως, κάπου, κάποτε.

​γιατί δεν με κοιτάς; ντρέπεσαι; είμαι ο υπάλληλος της πολεοδομίας που τα παίρνω χοντρά, ο μηχανικός που θα σου βγάλω άδεια μόνο αν μου πουλήσεις το ένα σου νεφρό, ο δικηγόρος που θα σου φάει το οικοπεδάκι όσο εσύ κοιμόσουν, ο γιατρός που μετέτρεψε τον όρκο του ιπποκράτη σε σύστημα αρχειοθέτησης μικρών θαυματουργών φακέλων, είμαι η ποιήτρια που κατάφερε να εκδώσει την τέταρτη ποιητική της συλλογή θυσιάζοντας μόνο πέντε βράδια από το κορμί της, είμαι εγώ και είμαι εσύ, είμαστε όλοι άξιοι των εαυτών μας, είμαστε αυτοί που ξεχνάμε, σύγχρονοι προκρούστηδες που προσαρμόζουμε τις ιδέες μας σύμφωνα με τις ανάγκες των καιρών.

​εμείς είμαστε, δεν μας θυμάσαι; εμείς. μια αγαπημένη οικογένεια. καθόμαστε γύρω από το τραπέζι και κάνουμε το σταυρό μας. είμαστε εμείς, τα παιδιά μας, τα αδέλφια μας, οι εραστές μας, εμείς που φωνάζουμε ότι η μακεδονία είναι ελληνική, και δεν την αφήνουμε λίγο να ανασάνει κι αυτή η δόλια, να ξεφύγει από τον επιθετικό προσδιορισμό ελληνικός, να βρει έναν άλλο δρόμο στη ζωή της. εμείς που αναμασάμε τσιτάτα του τρότσκι στο διαδίκτυο αλλά προλάβαμε να σκεφτούμε ότι οι περισσότεροι παίχτες της γαλλίας που σηκώσανε το μουντιάλ στα χέρια είναι αράπηδες και δηλαδή τι σόι γάλλοι είναι αυτοί ρε αδερφέ.

​έλα κάθισε κοντά μου. θα σου θυμίσω τι έλεγες χτες, τι πέρυσι και τι όταν πρωτοπερπατήσαμε μαζί στις πλατείες της πόλης μας και στα νησιά της εφηβείας μας. θα σε μυήσω στην απόλυτη τέχνη του να είσαι έλληνας, έλληνες είμαστε και φαινόμαστε, θα σου μάθω τι είναι η λήθη και το πηγάδι της, θα σου τραγουδήσω την ξανθούλα του σολωμού και όχι τον ύμνο της ελευθερίας, θα σου κλάψω για όσους φύγανε μακριά από δω και γλιτώσανε από ό,τι μας τρώει μέρα με τη μέρα εδώ κάτω, θα σου τα πω όλα από την αρχή.

​θα σου τα πω όλα από την αρχή. όχι όπως τα λένε τα κανάλια. όχι όπως τα μαθαίναμε στο σχολείο. θα στα πω αλλιώτικα, χωρίς κενά. όλη την ιστορία πάνω στο γράμμο και στο βίτσι. μία μία θα βρούμε τις βόμβες του στρατηγού ρόναλντ σκόμπι. έτσι μόνο θα καταλάβεις τι ήμασταν και τι γίναμε. έτσι θα καταλάβεις ότι χωθήκαμε στο γιλεκάκι που μας έραψαν τάχα για να προστατευθούμε και αρνηθήκαμε τα μεγάλα, τα αληθινά, τα κοφτερά. ας πάει στα κομμάτια ο ενφια, ας πάει στα κομμάτια και ο φι πι άλφα, ας μην ξαναμιλήσουμε πια για τα μνημόνια, εγώ σου μιλάω για άλλα πράγματα, για κείνα που σου ανατάσσουν την καρδιά, που σε κάνουν να πετάς, για κείνα που κλαίω κάθε σούρουπο όπως απόψε.

​μα γιατί δεν με αναγνωρίζεις; είμαι ο χρυσαυγίτης που φωνάζει στη Μάγδα Φύσσα πού είναι τώρα ο Παύλος σου; είμαι ο γονιός που υπογράφει το ψήφισμα για να μην κάτσει λέει το αγγελούδι του δίπλα σε προσφυγόπουλα και το βρωμίσουν, μα αυτουνού η βρώμα είναι που δεν πρόκειται ποτέ να ξεπλυθεί, είμαι αυτός που πιστεύει ότι καλά τους τα λέει ο βασίλης λεβέντης, αυτός που βρίζει την κυβέρνηση για τις δολοφονικές πυρκαγιές αλλά μετά από πέντε λεπτά μονολογεί ε ας πρόσεχαν κι αυτοί πού χτίζανε, μόνο και μόνο γιατί αυτός δεν κατάφερε να χτίσει, είμαι η όμορφη στην ουρά της τράπεζας που κοιτάζω μόνο αν με θαυμάζουνε αλλά δεν έδωσα ποτέ τη θέση μου στον παππού πίσω μου κι ας μην τον κρατάνε τα πόδια του, είμαι αυτή που φρίττει άμα δει άντρα με άντρα να φιλιούνται, σπίτι τους να κάνουν ό,τι θέλουν, έξω να μην προκαλούν, μα ξεχνάω τι αγώνα δώσανε οι γυναίκες κάποτε για να μπορούν κι αυτές να κάνουν ό,τι γουστάρουν έξω στο δρόμο.

​είμαι ένα ολόγιομο τίποτα, και δεν είμαι τίποτα άλλο από το είδωλο στον ολόσωμο καθρέφτη σου. στεκόμαστε και οι δύο γυμνοί, η μία απέναντι στον άλλο, προσπαθώντας να χωρέσουμε σε ένα γιλέκο που άλλοι μας ράψανε, άλλοι μας πούλησαν κι άλλοι μας φόρεσαν, και που όσο περνάνε τα μάταια χρόνια μας, μοιάζει τόσο, μα τόσο, με σάβανο.

ελένη αθανασοπούλου

*στίχος του γιάννη θεοδωρίδη

ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0
DISQUS: 0