Μάνος Χατζιδάκις: Ο Μεγάλος Πολιτικός [Editorial #25]

Μια μεγάλη παρανόηση που έχει δημιουργηθεί για τον Μάνο Χατζιδάκι είναι αυτή που έχει να κάνει με τον χαρακτηρισμό του ως «ερωτικός». Παρανόηση γιατί, αφενός, πολλοί μπερδεύουν το «ερωτικός» με το «αισθηματικός», και αφετέρου γιατί ο χαρακτηρισμός αυτός επισκιάζει τη βαθιά πολιτική φύση της δουλειάς του.

Τα έργα του Χατζιδάκι υπήρξαν από την αρχή μέχρι το τέλος της ζωής του εξόχως πολιτικά με τρόπο όμως που δυσκολεύεται να αντιληφθεί ο «μέσος ακροατής», ειδικά αυτός που ζει φορτωμένος με κομματικές κονκάρδες, επαναστατικές σημαίες και ιδεολογικές ή ιδεοληπτικές βεβαιότητες.

Στο ακροατήριο που απευθυνόταν δεν ευδοκιμούσαν οι βεβαιότητες.

Ο Χατζιδάκις έχτιζε γύρω από τα έργα του μία πολιτική μυθολογία. Ακόμη και το πιο απλό ερωτικό τραγούδι κουβαλούσε τα πολιτικά σημάδια και τις κοινωνικές πληγές της εποχής του. Πάντα με την ιερή σύμπραξη του Νίκου Γκάτσου, ο οποίος αντιλήφθηκε και συνδιαμόρφωσε από την πρώτη στιγμή αυτήν ακριβώς τη Χατζιδακική μυθολογία.

Ακόμη κι ο Μεγάλος Ερωτικός, που για πολλούς παραμένει το κορυφαίο έργο που έχει γραφτεί «για τον έρωτα», αποτελούσε μια πολιτική πράξη. Ο Χατζιδάκις, καταμεσής της χούντας, τοποθέτησε στον αντίποδα του σκότους, όχι σημαίες και ταμπούρλα, αλλά την «ανάγκη να ξαναβρούμε την αξιοπρέπειά και την ποιητική καταγωγή μας», όπως έλεγε. Είχε αντιληφθεί από τότε ότι η πτώση της χούντας, δεν θα σήμαινε νομοτελειακά και την πτώση της αναξιοπρέπειας.

Έργα όπως το «Για την Ελένη», εάν το ΚΚΕ ζούσε σε αυτό τον αιώνα, θα τα έπαιζε σε κάθε απεργιακή συγκέντρωση, με τραγούδια όπως το «Από το βράδυ ως το πρωί» να αποτελούν μία από τις γνήσια ταξικές στιγμές της ελληνικής μουσικής ανθολογίας. Κι ας είναι ένα… «ερωτικό» τραγούδι.

Ο Χειμωνιάτικος Ήλιος, γραμμένος το 1985 περιέχει τόση πολιτική ουσία όση δεν περιείχαν τότε όλοι οι πράσινοι ήλιοι του κραταιού ΠΑΣΟΚ, ειδικά όπως τυλίγονταν στοργικά από τον βαρύ χειμώνα του Αυριανισμού.

Η Εποχή της Μελισσάνθης κουβαλάει όλο το πένθος μιας Κατοχής που δεν τελείωσε τον Οκτώβριο του ’44, και που ίσως δεν τελείωσε ποτέ. Και μια συντριβή διαρκή για όλες τις απελευθερώσεις που ποδοπατήθηκαν μαζί με το χώμα που σκέπαζε τα θύματα, από τυράννους που όταν αλλάζουν οι εποχές, αλλάζουν κι αυτοί απλώς στολή.

Τα Παράλογα μετέφεραν ατόφια τα αδιέξοδα και τις αντιφάσεις ενός μικροαστικού συνονθυλεύματος που συνέρρευσε μαζικά στις πόλεις, θέτοντας ίσως για πρώτη φορά στην ελληνική δισκογραφία το οικολογικό πρόβλημα που θα ακολουθούσε, στον Εφιάλτη της Περσεφόνης. Αν και αυτή η μονοδιάστατη ερμηνεία του τραγουδιού το αδικεί.

Από την άλλη πλευρά, τα Τραγούδια της Αμαρτίας τοποθετήθηκαν χρονικά σε μια εποχή που ο νεοπουριτανισμός ήταν προ των πυλών, μόνο που κανείς, πλην του Χατζιδάκι δεν το αντιλαμβανόταν τότε. Στην ασυδοσία μιας δήθεν ελευθεριακής εποχής όπου η Ελλάδα «εκσυγχρονιζόταν» ερωτικά και πολιτικά με γυμνά σώματα σε εξώφυλλα ευπώλητων αλλά ανυπόληπτων περιοδικών, πλάι σε αστραφτερά αυτοκίνητα και ψυγεία πούρων, εκείνος αντιπαρέβαλε την αρχαιοελληνική εκδοχή του Έρωτα στην πιο ιερή της στιγμή. Σ’ αυτήν κατά την οποία έρχεται αντιμέτωπος με τη βυζαντινή Αμαρτία.

Bέβαια, όλες αυτές οι αναγνώσεις, είναι προσωπικές. Τα έργα του λειτουργούν σε κάθε ακροατή διαφορετικά. Γιατί όπως είπαμε, η πολιτική μυθολογία του Μάνου Χατζιδάκι, μπορεί να διαχέεται σχεδόν σε ολόκληρο το έργο του, όμως δε χωράει βεβαιότητες…

Πάνω απ’ όλα, ο ίδιος ο Χατζιδάκις, υπήρξε ίσως ο πιο ενεργός αδέσμευτος πολίτης που γνώρισε ποτέ αυτός ο τόπος και η πολιτική του στάση υπογραμμιζόταν συχνά από τις μουσικές του πράξεις. Με την ίδια ευκολία που έγραφε έργα για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, έπαιζε και μουσική σε φεστιβάλ της ΚΝΕ, αρνούμενος να εμφανιστεί σε συγκεντρώσεις της ΟΝΝΕΔ την οποία χαρακτήριζε “νεολαία αναψυκτηρίου”.

Με τον ίδιο τρόπο που διέκοπτε συναυλία στον Πειραιά, επειδή ο λαϊκός κόσμος δεν έκανε ησυχία, απαιτούσε και από το Μέγαρο να ρίξει την τιμή του εισιτηρίου στα 3 ευρώ (1000 δραχμές) για να μπορεί ο ίδιος λαϊκός κόσμος να παρακολουθεί Ξενάκη και  Σοστακόβιτς στις συναυλίες της Ορχήστρας των Χρωμάτων. Κι όταν το Μέγαρο απείλησε ότι θα αυξήσει την τιμή, απείλησε κι εκείνος ότι θα παίζει πλέον σε πορνοσινεμά.

Ο πολιτικός προσέδιδε με τις πράξεις του στην ίδια την έννοια της πολιτικής, την ουσιαστική της σημασία. Αυτήν που δεν καθοδηγείται από κόμματα,  παρατάξεις ή συντεχνίες αλλά μόνο από την προσωπική αίσθηση ευθύνης του καθενός για έναν αρμονικό κοινό βίο ανάμεσα σε ελεύθερους ανθρώπους.

Ίσως γι’ αυτό και όταν έβαλε σε εφαρμογή ένα από τα πιο επαναστατικά του σχέδια, το Τρίτο Πρόγραμμα, αντιμετώπισε λυσσαλέα αντίδραση από δεξιές και αριστερές κυβερνήσεις, σωματεία και συντεχνίες. Κι όταν ηττήθηκε από όλους αυτούς και ειδικά από τους συνδικαλιστές της ΕΡΤ, λόγω της άρνησής του να υποταχθεί στο δημοσιοϋπαλληλικό τους πνεύμα, χάρισε την τεράστια για την εποχή αποζημίωση που έλαβε στις κατασκηνώσεις των παιδιών των ίδιων των υπαλλήλων που οδήγησαν στην απόλυσή του.

Τέλος, ο Χατζιδάκις απεχθανόταν κάθε είδους εξουσία. Γιατί όπως έλεγε: “Δεν υπάρχει κανένα σύστημα που θα σας υποσχεθεί την ελευθερία σας. Δεν υπάρχει τέτοιο σύστημα. Σας είπαν ψέματα… Η εξουσία, είτε κομμουνιστική είτε δημοκρατική είτε ροζ σοσιαλιστική είτε θεοκρατική, είναι άθλια, βάρβαρη κι απάνθρωπη. Και ίσως εκεί πρέπει πλέον να στρέψουμε το μίσος και τους αγώνες μας”.

| Κεφαλονίτικα Νέα

ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0
DISQUS: 0