Ο θησαυρός του Ροβινσώνα

Η αγαπημένη συνήθεια διαχρονικών καθεστώτων, ακόμη και δημοκρατικά εκλεγμένων, το φακέλωμα, στιγμάτισε την πολιτική και κοινωνική ζωή του τόπου για πάνω από 50 χρόνια. Κι ήταν, αρχικά, η πρώτη μέρα της μεταπολίτευσης και οριστικά το 1981, που με κάθε επισημότητα οι μαύρες σελίδες της νεότερης και σύγχρονης ιστορίας, έβγαιναν από τους φακέλους της ντροπής. 
Χρειάστηκε βέβαια πολύ παραπάνω έτσι ώστε τα προσωπικά στοιχεία “επικίνδυνων” κομμουνιστών, “ύποπτων” δημοκρατών και “προδοτών” αναρχικών να καταστραφούν, φτάνοντας στο 1989 και στην κυβέρνηση Τζανετάκη που οδήγησε στην πυρά το αστρονομικό νούμερο των περίπου 17 εκατομμυρίων φακέλων και στοιχείων, καίγοντας όμως μαζί τους και την πιο απτή απόδειξη ενός εγκλήματος, μεταφορικού και κυριολεκτικού, που στοίχισε και μάλιστα με δραματικό τρόπο στις δημοκρατικές ελευθερίες αλλά και στην ίδια την κοινωνία. 
Την βρώμικη δουλειά του φακελώματος, τα καθεστώτα αυτά είχαν αναθέσει στις οργανωμένες διευθύνσεις της κρατικής ασφάλειας, με όποιο όνομα κι αν αυτές “βαπτίστηκαν” στα 50 και πλέον αυτά χρόνια, ενώ παρακρατικοί μηχανισμοί, συχνά δε και αυτόκλητοι “προστάτες” των καθεστώτων, ξεπερνούσαν κατά πολύ τα νόμιμα και ηθικά όρια. Σύμφωνα επίσης με μαρτυρίες που έχουν όλα αυτά τα χρόνια διαρρεύσει, η ίδια η Υπηρεσία Πληροφοριών, η πρώην ΚΥΠ και σήμερα ΕΥΠ, αντί των εξωτερικών κινδύνων, συνέλεγε με τους ίδιους τρόπους πληροφορίες για τον… εσωτερικό εχθρό. Έναν ιδεολογικό και πολιτικό, ουσιαστικά, εχθρό, που είχε ασπαστεί τις κομμουνιστικές ιδέες και είχε αφομοιώσει το εθνικό μίασμα ή ακόμη πιο απλά συμμετείχε σε μια δημοκρατική συγκέντρωση πχ με φιλειρηνικό προσανατολισμό
Με την κυβερνητική εναλλαγή του Γενάρη του 2015, οι όποιες “διαρροές” της επίσημης πριν χρόνια “κατάργησης” ή της… ανυπαρξίας τέτοιων αντιδημοκρατικών μορφών “προστασίας” του πολιτεύματος, όλα έδειχναν πως θα περιοριστούν και μάλιστα στο τελείως ελάχιστο. Κι όμως, λίγο μετά ο ίδιος ο πρωθυπουργός δεχόταν την τυπική ενημέρωση στο γραφείο του από υπηρεσία πληροφοριών, ότι έξω από ταβέρνα στο κέντρο σχεδόν της Αθήνας, “γνωστός” για τις ιδέες του κινηματικός, επιχείρησε με συντρόφους του να… διαρρήξουν αυτοκίνητο. Το περιστατικό αυτό που κυκλοφόρησε ως κανονικό ανέκδοτο στον ευρύτερο χώρο της αριστεράς στην προ-δημοψηφισματική περίοδο, αφορούσε φυσικά μέλος και δη πρωταγωνιστικό του ΣΥΡΙΖΑ με χώρο ενδιαφέροντος τα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα, που με τους προσωπικούς του φίλους έσπρωχναν το σαράβαλο αυτοκίνητό του να πάρει μπροστά η μηχανή. 
Από το περιστατικό αυτό και μετά, ένας πρωθυπουργός που γνωρίζει πλέον “από μέσα” τι συνέβαινε όλες αυτές τις δεκαετίες με τους “προστάτες” από τους κόκκινους “διαβόλους”, συνεπής στις αρχές και το αξίωμα του, όφειλε να “βγει προς τα έξω”, ζητώντας πρώτα ο ίδιος να δοθεί στην δημοσιότητα συμβολικά ο δικός του “ανύπαρκτος” φάκελος με όλα τα στοιχεία του κινηματικού βιογραφικού του. Δεν το έκανε όμως. Δεν είχε ο ίδιος, άραγε, την δική του ιστορία στους δρόμους και τα κινήματα και ήταν… αυταπάτη η αγωνιστική του εφηβική και νεανική παρουσία, ή ένας τέτοιος μηχανισμός “προστασίας” θα ήταν και γι αυτόν χρήσιμος, όταν τα πράγματα θα ερχόντουσαν… ανάποδα; Δυστυχώς, την αλήθεια δεν μπορούμε να την μάθουμε ακριβώς και μέχρι σήμερα, μόνο εικασίες μας επιτρέπονται. 
Οι πρόσφατες διώξεις μελών του κινήματος κατά των πλειστηριασμών σε ολόκληρη της Ελλάδα αλλά και αυτή ενός επικεφαλής πολιτικού κόμματος της αριστεράς, του Παναγιώτη Λαφαζάνη, επανέφεραν στο προσκήνιο την μεταμοντέρνα εκδοχή με “αριστερή” αυτή τη φορά υπογράμμιση, της Προστασίας του Πολιτεύματος και της Κρατικής Ασφάλειας. Αυτό δηλαδή που ήταν και ο στόχος του φακελώματος και των πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων. Και είναι πέρα ως πέρα αντιδημοκρατική, όπως ο Μανώλης Γλέζος δηλώνει, είναι όμως και κάτι παραπάνω από εμφανής στην στόχευση και στην σκοπιμότητά της. Και οφείλει να είναι από το σύνολο του δημοκρατικού κόσμου καταδικαστέα, καταδίκη που θα εκφραστεί έμπρακτα -ελπίζω- σύντομα. 
Πίσω όμως από την πρώτη ανάγνωση των διώξεων αυτών και παράλληλα με αυτές, υπάρχει μια ολόκληρη εκστρατεία, αφανής και “διακριτική” που στοχεύει με απόλυτη κυνικότητα στην εξαφάνιση ενός γενικότερου “κινδύνου”, με ιδεολογικό και πολιτικό περιεχόμενο. Ένα “φλογερό” μένος, μίσος πραγματικό σε δημόσιους χώρους με μεγάλη κοινωνική “απορρόφηση” στρέφεται κατά της επικίνδυνης, αντεθνικής, ύποπτης ιδεολογίας μιας φερόμενης –στην καλύτερη περίπτωση– ως ψευτο-ευαίσθητης αριστεράς, εστιάζει με ανιστόρητο και συκοφαντικό, εντελώς παραποιημένο τρόπο στα εγκλήματα προδοσίας των αριστερών, στα ψέμματα των ριζοσπαστικοποιημένων και στην αλητεία των κινηματικών, μεταφέρει τον αγώνα πχ για την λαϊκή στέγη στα άρθρα κάποιου Ποινικού Κώδικα που προστατεύει το Κράτος, από τι άραγε; 
Παράλληλα, σταμπάροντας ανεπιθύμητους με την ίδια νοοτροπία των “επικίνδυνων” φρονημάτων, χλευάζει και εξευτελίζει προσωπικές απόψεις, αλλοιώνει και διασκευάζει κείμενα και γνώμες με τον πιο αισχρό τρόπο και με παρανοϊκά κάλπικα τεχνάσματα “μεταφέρει” το γνωστικό αντικείμενο μελετών, ιστορικών αποδείξεων, συνεντεύξεων και άρθρων στον κόσμο μιας χαλκευμένης θεωρίας που επιδιώκει με την ορθότητά της να επιβληθεί σε ένα κόσμο χωρίς την “δυσοσμία” των αντιφρονούντων και άλλων… μειονοτήτων. Έναν κόσμο, που όπως η ίδια εξαγγέλλει, δεν θα υπάρχουν ξεπουλημένα κινήματα όπως πχ αυτά κατά των πλειστηριασμών, δεν θα υπάρχει διανόηση του… κώλου, όπως την αποκαλεί, άλλα με ένα όπλο και αρκετές σφαίρες στην… κωλότσεπη (για μαχαίρια ούτε λόγος φυσικά στην επικοινωνιακή διατύπωση) θα έρθει μια άλλου είδους δημοκρατία, καθαρή, απολύτως  ξάστερη και ενωτική στην βάση, με τους μισούς –φυσικά– να έχουν ήδη εξοστρακιστεί λόγω διαφορετικότητας. 
Όλο αυτό, δυστυχώς, δεν είναι καθόλου αστείο, ούτε φυσικά γραφικό. Πρόκειται για ένα ρεύμα υστερίας, εφάμιλλο της εποχής των “φακελωμένων μιασμάτων”, που δεν σταματά έστω στα όρια κάποιας προσωπικής ηθικής ή δημοκρατικής ευαισθησίας, αλλά αρκετά συχνά, φέρει την εμπειρία του πιο μαύρου ιστορικά μηχανισμού. Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα φέρει και την υπογραφή απόστρατων πλέον υπαλλήλων των κρατικών υπηρεσιών που περνούν την ώρα τους στον ελεύθερο χώρο του διαδικτύου. Είναι ουσιαστικά ένας θησαυρός μίσους, υστερίας και εξευτελισμού που βρέθηκε στο νησί κάποιου χαμένου Ροβινσώνα και ξοδεύεται πάνω στο κενοτάφιο ενός πολιτεύματος και ενός κράτους χωρίς διαφορετικότητες, χωρίς δικαιώματα, χωρίς σπίτια, χωρίς δημόσια περιουσία,  με βεβηλωμένα μνημεία λαϊκών αγώνων, με μουτζουρωμένους τους τάφους αγωνιστών, με μαχαιρωμένους νέους που μάχονται τον φασισμό, με μόνους πολίτες, κάποιους ακροδεξιούς φανατικούς τυμβωρύχους* και λίγους “Παρασκευάδες” που θα διατάσσονται να γυαλίζουν τις κάθε λογής “καθαρότητες” . 

* Ο αξέχαστος λαϊκός τραγουδιστής Δημήτρης Μητροπάνος που ερμηνεύει εδώ τον Τυμβωρύχο, υπήρξε και αυτός στα νιάτα του μαζί με την οικογένειά του, “προδοτικό και επικίνδυνο μίασμα” για το Έθνος.