~ω! τι (μικρό)κόσμος μαμά, μπαμπά!

Αν το καλοσκεφτείς και κοιτάξεις λίγο μέσα από την κλειδαρότρυπα των σπιτιών θα δεις εκείνο που φοβάσαι και ξορκίζεις πιο πολύ από κάθε τι.

Θα δεις τον εαυτό σου, να ξυπνά το πρωί σιχτιρίζοντας το ξυπνητήρι, τη δουλειά που σε κρατά σε ομηρεία, το κορμί σου που πονά και ανταποκρίνεται με κόπο στις κινήσεις σου.

Θα μπεις στο μπάνιο, σκοντάφτοντας στο τραπεζάκι του σαλονιού, θα βλαστημήσεις άλλη μια, θα πλύνεις το πρόσωπό σου με παγωμένο νερό, μπας και ξυπνήσει το μυαλό σου, θα πας στην κουζίνα, στα τυφλά θα βάλεις καφέ, θα πιεις τον καφέ βιαστικά, θα σου κάψει τον ουρανίσκο, θα βλαστημήσεις άλλη μια, θα βγεις στο μπαλκόνι, θ’ ανάψεις ένα τσιγάρο, θα δεις το απορριμματοφόρο να περνά, θα θυμηθείς πως ξέχασες να βγάλεις τα σκουπίδια, θα μπεις μέσα, θα κοιτάξεις το ρολόι, έχεις αργήσει γαμώτο, θα μπεις στα δωμάτιο των παιδιών, θα τα ξυπνήσεις βιαστικά και χωρίς να τα φιλήσεις, θα μπεις πάλι στην κουζίνα να τους φτιάξεις πρωινό.

Εκείνα αγουροξυπνημένα σου μιλούν, αλλά βιάζεσαι, θα χάσεις το λεωφορείο, θ’ αργήσεις στη δουλειά και ποιος ακούει το βλάκα το αφεντικό, “έλα ρε παιδιά τελειώνετε “φωνάζεις και εκείνα κοιτούν απορημένα, γιατί άραγε κάθε πρωί η μαμά είναι τόσο θυμωμένη;

Τα αφήνεις στο σχολείο, ίσα ίσα προλαβαίνεις να πας στη στάση, βάζεις κραγιόν, πιάνεις τα μαλλιά αλογοουρά, σε κοιτά ένας παππούς λάγνα, σού ‘ρχεται να τον βρίσεις, αλλά κρατιέσαι, έρχεται το λεωφορείο, έχεις αργήσει ήδη που να πάρει, έχει κίνηση, έχει φασαρία, έχει απεργία…

Φτάνεις στη δουλειά, το αφεντικό «στη λέει», στο γραφείο τα χαρτιά έχουν γίνει ουρανοξύστης, αναστενάζεις βαριά και σηκώνεις τα μανίκια.

Κοντεύει πέντε, σου πονά ο αυχένας, η μέση, κλείνεις τον υπολογιστή, βγαίνεις έξω σα ρομπότ, ανάβεις τσιγάρο, τραβάς δυο τζούρες, το σβήνεις, να προλάβεις το μετρό για να πας σουπερ μάρκετ και να πάρεις τη μικρή από τα Αγγλικά.

Πιάνει ψιλόβροχο, ένας ζητιάνος σου ζητά ελεημοσύνη, «να πας να δουλέψεις που ήρθες εδώ για να σε ζήσουμε εμείς» του πετάς θυμωμένα, μια κυρία σε σκουντά, έλεος δηλαδή δεν βλέπουν που πάνε, φτάνεις σπίτι μετά από μια ώρα, εκείνος κάθεται στον καναπέ και βλέπει τηλεόραση, δεν τον χαιρετάς, «δε μάζεψες τίποτα, επιτέλους, πτώμα είμαι, σήκω από εκεί».

«Πάλι άρχισες κι εγώ είμαι κουρασμένος, περίοδο έχεις;» απαντά εκείνος, αρχίζει ο τσακωμός, τα παιδιά κλείνονται στο δωμάτιο δεν μπορούν τις φωνές, μπαίνεις στην κουζίνα, μαγειρεύεις για την αυριανή, βάζεις πλυντήρια, απλώνεις πλυντήρια, σιδερώνεις πλυντήρια. τακτοποιείς πλυντήρια, πας στα παιδιά τα ρωτάς αν διάβασαν, γιατί δεν μάζεψαν το δωμάτιο τους, γιατί δεν σε σκέφτονται, γιατί δεν ακούν, πώς θα προκόψουν στη ζωή τους, πρέπει να γίνουν σωστοί άνθρωποι στην κοινωνία, συμφωνεί και ο μπαμπάς που κάθεται στον καναπέ και βλέπει ειδήσεις βρίζοντας τους πολιτικούς που ψήφισε, τους μετανάστες που του πήραν την δουλειά και χαζεύει βυζιά στο φέισμπουκ…

Περασμένα μεσάνυχτα κι έχεις εκπληρώσει όλα τα “πρέπει” σου, τα παιδιά κοιμούνται, τα κοιτάς, πόσο ήρεμα φαίνονται, πόσο τα αγαπάς, τους το είπες σήμερα, δεν τους το είπες, γιατί δεν τους το είπες γαμώτο;

Μπαίνεις στο μπάνιο, το νερό τρέχει καυτό στο κορμί σου επάνω, θες να κοιμηθείς εκεί δα μέσα, να κλείσεις τα μάτια και να ανταμώσεις με το κορίτσι που άφησες πίσω σου χρόνια τώρα, να σε περιμένει λυπημένο σε μια πολύβουη αποβάθρα ενός αστικού σταθμού κι εκείνος όμορφος και δυνατός να σε παίρνει αγκαλιά, να σε ανεβάζει ψηλά και να σου υπόσχεται πως θα τον αλλάζετε τον άτιμο τον ντουνιά, με δουλειά και με αγώνα, μα και με έρωτα περισσότερο…

Είσαι όμορφη, νέα, δυνατή, ανοχύρωτη… τι μπορεί να σε σκιάσει; Ονειρεύεσαι και το νερό κυλά καυτό πάνω στο κουρασμένο κορμί σου… Μια φωνή σε βγάζει απ’ την νιρβάνα σου:

«Μην ξεχάσεις τον θερμοσίφωνα πάλι ανοιχτό, δεν έχουμε λεφτά για πέταμα».

Σου έρχεται να βγεις γυμνή και βρεμένη από την ντουζιέρα και να τον σπάσεις τον θερμοσίφωνα…


ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0
DISQUS: 0