45° μοίρες απέναντι σε έναν Νοέμβρη

Σου γράφω από μια άγονη επαρχία. Όπως ακριβώς μας το τραγούδησες την ημέρα που μου έφερες το βιβλίο. Δεν είναι πια άγονη. Ίσως δεν ήταν ποτέ. Στα χώματα της είναι θαμμένο το χακί σου αμπέχονο. Ακριβώς όπως μου το ζήτησες. Χιλιόμετρα μακριά από εκείνον τον Νοέμβρη. 
Ο Πράχτορας έφυγε από την ζωή. Πήρε μαζί του για πάντα εκείνη την μελαγχολική ματιά, την χαμένη σκέψη, όταν κάθε μεσημέρι ψώνιζε στο μαγαζί κάτι πρόχειρο για να μαγειρέψει. Το “Έρμα” του, με την ιδιαίτερη εκείνη αφιέρωση και το κατάλευκο εξώφυλλο, σκονίζεται στην βιβλιοθήκη, αλλά έχει πλάι του παρέα, το βιβλίο του Παπαχρήστου, το “εκ των υστέρων”. Μαζί περνάνε τα βροχερά απογεύματα σαν και τούτο το σημερινό. 
Ο Νίκος έγινε υπουργός. Ο Μάκης κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος. Τους βλέπω στο κανάλι της Βουλής. Πήραν, είπαν, τα μέτρα για τις ευπαθείς κοινωνικές ομάδες. Η φωνή τους, μου φάνηκε πως έτρεμε. Κάποια βλάβη θα είχε το μικρόφωνο. Η κάμερα έτρεμε. Το βλέμμα μου σταθερό. Έβγαλα την κοινή μας φωτογραφία από το ράφι. Έχω ένα κενό συρτάρι που φυλάω μέσα του σιωπές. Τις δικές τους, τις δικές μας κραυγές. 
Ο Περικλής ακόμη βασανίζεται με τα παπούτσια του. Τέσσερις δεκαετίες πέρασαν και τα πόδια του ακόμη να ξεπρηστούν. Χθες ήπιε πάλι πολύ. Τα λόγια του όμως αμέθυστα, στεντόρεια και διαυγή, ίδια έφηβα γεράκια, ετοιμάζουν τις επόμενες εξεγέρσεις του μυαλού. Θυμάσαι στην Τοσίτσα, πριν κάποιους Νοέμβρηδες; Οι μελλοντικοί ξεσηκωμοί θα ναι μοναχικοί και σιωπηλοί, μας είπε πει. Και μας υποσχέθηκε πως  όταν δυο-τρεις βρισκόμαστε να μιλάμε και να γράφουμε, η παρέα όλο και θα μεγαλώνει. 
Από την Μπενάκη δεν ξαναπέρασα. Στην Αραχώβης, το καφενείο μας έγινε bistrot. Θυμάσαι τις πλάτες τους; Περνούσαμε και δεν τολμήσαμε ποτέ να σταματήσουμε για να τους μιλήσουμε. Ακουμπούσαμε στα κρυφά, δήθεν τυχαία, τα μπουφάν τους που κρέμονταν στις καρέκλες και νομίζομε ότι βαφτιζόμασταν επαναστάτες. Παραφυλάγαμε και όταν έφευγαν, καθόμασταν στις καρέκλες τους κι ετοιμάζαμε τα κείμενα για τις καταλήψεις. Τώρα, οι καταλήψεις έγιναν εξουσίες και τα κείμενα μας αναξιόπιστες παρτιτούρες παραπεταμένων ιδεολογιών. 
Θα σου στείλω φωτογραφίες αύριο το πρωί. Να δεις. Να θυμηθείς. Πώς τα 45 χρόνια, ναι τόσα ακριβώς, μας βάρυναν τις πλάτες. Να δεις το ζωντανό κόκκινο στα γαρύφαλλα, το μοβ στις μελανιές, να παρατηρήσεις το μουντό γκρι της πρεσβείας, πώς αρωματιζόταν από το πορτοκαλί των νεραντζιών. Θα δεις και άσπρα μαλλιά. Τον θυμάσαι τον ψηλό; Τώρα, στην εσχατιά της συντηρητικής ωριμότητας, αναδημοσιεύεται στο Μακελειό και ψάχνει στις τσέπες μας εμβάσματα κάποιου  Σόρος. Για ένα φτηνό χειροκρότημα, λες πως έγιναν όλα
Πρέπει να κλείσω. Οι πόνοι ξαναγίνονται αφόρητοι. Οι κρόταφοι ιδρωμένοι μελαγχολούν, στεγνοί ασπρίζουν. Πάντα όμως πονάνε. Μην προσπαθήσεις στην πορεία να χαθείς στο πλήθος. Θα σε βρω. Ξεχωρίζεις. Άλλωστε, θυμάμαι καλά τα σημεία που αγαπούσες. Μην απογοητευτείς αν δεις τον κόσμο να λιγοστεύει, αν άλλαξαν οι συμβολισμοί. Πιο κάτω όλο και περισσότεροι πεινασμένοι περιμένουν την πομπή να περάσει από μπροστά τους. Άστεγοι να χωρέσουν κάτω από τις μασχάλες σας, περιθωριοποιημένοι να πιάσουν μια στιγμιαία κουβέντα με τις ματιές, νηστικοί να δανειστούν μισό κουλούρι, άκαπνοι να κάνουν τράκα λίγο καπνό, νεαροί φοιτητές να πιαστούν από ένα όνειρο. 
Πώς το χες γράψει; Ο Νοέμβρης ήταν και είναι η αορτή μας. Είναι το μοναδικό ζωντανό κύτταρο σε μια άρρυθμη καρδιά με αποκρουστικές δυσπλασίες. Η δεξιά κοιλία, στο ακροδεξιό όριο της, είναι το τέλος μας. Η αριστερή, ένα ατελείωτο βασανιστικό μαρτύριο, που μας πονά εκεί ακριβώς που μας γεννάει. Κι εμείς, στριμωγμένοι σε ένα εξοντωτικό κλάσμα εξώθησης, σπρώχνουμε τα χρόνια μας σε μνήμες μαλαματένιες, πενθούμε τις ιδέες μας σε ένα στρώμα από μαραμένα γαρύφαλλα και περιμένουμε τη στιγμή που ένας Νοέμβρης, θα ανοίξει ξανά τις πύλες του σε αυτά που οι δικές μας γενιές πρόδωσαν ή στην καλύτερη, λησμόνησαν. Κι αν δεν χαθήκαμε ακόμη, είναι που εκείνο το γράμμα προς το παρόν κρατάμε, με τον τρόπο του ο καθένας, καλά φυλαγμένο. Ακριβώς όπως το υποσχεθήκαμε: 
* στη μνήμη του Πράχτορα, Κώστα Σμυρνή
και σε εκείνους που δεν συνηθίσαμε τα ονόματά τους να ακούμε.


ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0
DISQUS: 0