Η Άννα της Κοκκινιάς

Εκεί στην Αμφιάλη η μάνα είχε μια φιλενάδα. Την Λένη. Η μάνα ήταν πολύ δύσκολη στις φιλίες της. Κλειστός άνθρωπος. Την κυρά Λένη την αγαπούσε πολύ και το θεωρούσε τιμή της που την είχε φίλη.

Η κυρία Ελένη ήταν χήρα από τα είκοσι οκτώ της. Κορίτσι της επαρχίας, παντρεύτηκε, ήρθε στον Πειραιά, από το χωριουδάκι της, έκαμε δύο αγόρια, τις Κυριακές μαγείρευε κοκκινιστό και μοσχοβολούσε η γειτονιά τσιγαρισμένο κρεμμύδι και κανέλα. Τις Δευτέρες πήγαινε χαράματα στην Λαϊκή. Εκεί, παράλληλα της Τσαλδάρη, που στις μέρες μας πήρε το όνομα του αδικοχαμένου Π.Φύσσα, γέμιζε το φιλέ της, που είχε για τσάντα, φρούτα, ξηροκάρπια, λαχανικά και ψάρια από την ψαρόσκαλα και γύριζε σπίτι της, άνοιγε τα παράθυρά της, κι έψηνε καφέ τούρκικο.

Τα απογεύματα σκούπιζε την αυλή της με τα γεράνια και τα γιασεμιά και τα βράδια άκουγες από το ραδιόφωνό της Καζαντζίδη και Ηπειρώτικα.

Τα Σαββατόβραδα πάντα έβγαινε σεργιάνι με το σύζυγο της σε καμιά ταβέρνα στην Χαραυγή, με τις γαρίδες, και στον Προφήτη Ηλεία με τα ψητοπωλεία.

Όταν έχασε τον άντρα της άλλαξαν όλα. Καταρχάς έπρεπε να δουλέψει.

Σύνταξη εκείνος δεν είχε συμπληρώσει. Είχε δυο μικρά αγόρια και σπίτι δανεικό.
Έκλαψε, χτυπήθηκε, μάτωσε κι όταν ξέσπασε το θρήνο της, πήρε σβάρνα την πιάτσα για να βρει δουλειά.


Από γράμματα, μόνο δημοτικό. Βρήκε δουλειά σε εργοστάσιο, καθαρίστρια και τις υπόλοιπες ώρες καθάριζε όπου έβρισκε.

Η κυρά Λένη ήταν καθαρίστρια. Με τα σκατά του κόσμου μεγάλωσε δυο αγόρια.
Και τα μεγάλωσε παστρικά, τίμια κι εκείνα μεγάλωσαν, άνθισαν και τις καθάρισαν τις πληγές..

Την έπαιρνε η μαμά και βγαίναν βόλτα κάνα απόγευμα στο Πασαλιμάνι.

Σπάνια καταδεχόταν κέρασμα. Γελούσαν και χτυπούσαν ρυθμικά τα τακουνάκια τους στα πεζούλια της Πασαρέλας. Καλλονή η κυρά Λένη, καλλονή η μάνα μου.


Πεντακάθαρο το σπίτι και η καρδιά της κυρά Λένης, πεντακάθαρη η καρδιά και το σπίτι της μάνας μου.

Τις θυμάμαι καμιά φορά που έπιναν καφέ και κάπνιζαν σαν φουγάρα να της λέει: «Βρε Γιάννα, αν ήταν όλες σαν κι σένα, ψωμί δεν θα έβρισκα πουθενά!», και γελούσαν

Κάποτε η μάνα της έδωσε ένα δώρο. Ένα μεταξωτό φουστάνι που είχε παραγγείλει για κείνη από τον πατέρα σε ένα από τα μπάρκα του στην Ιαπωνία. Το πήρε με χαρά. Μα μετά από λίγο είπε στην μάνα: «Ξέρεις τι θέλω Γιαννούλα μου; Και θα στα πληρώσω. Δεν δέχομαι κουβέντα. Όταν ξανάρθει ο άντρας σου από τα ξένα, θα του πεις να μου φέρει εκείνες τις κολόνιες που μοσχοβολάνε. Δεν βγαίνει από τα ρουθούνια η μυρωδιά της βρωμιάς».

Αυτά είπε η κυρά Λένη που καθάριζε σκάλες, τουαλέτες και σκαλοπάτια για να μεγαλώσει τα δύο αγόρια της χωρίς να τους λείψει τίποτα και που κάθε χρόνο η μάνα της έδινε ένα μπουκάλι Αναΐς και μοσχοσάπουνα που έφερνε ο πατέρας από την θάλασσα που έβγαζε το δικό μας το ψωμί.


ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0
DISQUS: 0