Το βαλς των χαμένων λέξεων

Η γλώσσα των λέξεων, σύμφωνα με έναν ιερό κανόνα της γλωσσολογίας, χρειάζεται για να εξυπηρετεί τις εκφραστικές ανάγκες μιας κοινωνίας σε συγκεκριμένα χρονικά και τοπικά πλαίσια. Είναι δηλαδή ένα ολόκληρο σύστημα επικοινωνίας που πέρα από τις καταβολές, τις παραδόσεις, τα «δάνειά» της και τον συγχρονισμό με τρέχουσες ιδιομορφίες, αντικατοπτρίζει την ζωντανή καθημερινή αντίληψη για τα πράγματα, χτίζοντας έναν δικό της κόσμο και φυσικά πολιτισμό. 
Δεν χρειάζεται να είναι κάποιος ή κάποια γλωσσολόγος ή φιλόλογος για να κατανοήσει την ρευστότητα λέξεων, εννοιών και ερμηνειών που προσαρμόζονται στις τρέχουσες καταστάσεις, ακριβώς για να μπορεί να λειτουργήσει ένα συγκεκριμένο επικοινωνιακό σύστημα, όταν αυτό καλείται να αποτυπώσει και να αποδώσει συγκεκριμένες περιστάσεις. Και μπορεί στην χώρα μας να φαινόμαστε περήφανοι για τον πλούτο της δικής μας γλώσσας ή για τους παγκόσμιους όρους φιλοσοφίας που μας κληροδότησε ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός, κανείς όμως δεν κατάφερε να μας εξηγήσει ότι τον ίδιο «πλούτο» νιώθουν οι Εσκιμώοι όταν μιλούν ή περιγράφουν το χιόνι, οι Άραβες όταν διηγούνται ιστορίες με καμήλες στην έρημο, οι Ιταλοί που ανέπτυξαν μια πλούσια ορολογία για την μουσική και τα ζυμαρικά, οι Γάλλοι για την μόδα και την διπλωματία κοκ. 
Συνήθως, και χωρίς να έχουμε τις ικανότητες να μπούμε σε ειδικά γλωσσολογικά επιχειρήματα ή επιστημονικά παραδείγματα, η ρευστότητα στο επικοινωνιακό αυτό σύστημα είναι μια χρονοβόρα ή εξελικτική διαδικασία. Κι όμως! Στα λίγα -χρονολογικά- αλλά πολλά -σε αποθέματα κοινωνικών και προσωπικών θυσιών- χρόνια της οικονομικής κρίσης και εξαθλίωσης, στην μαύρη αυτή σχεδόν 9ετία, η «εργαστηριακή» αυτή ρευστότητα, απέκτησε τελείως διαλυτική μορφή, γέννησε δηλαδή παρασιτικούς οργανισμούς που έσπρωξαν την ρευστή απλότητα μιας τρέχουσας επικοινωνίας και κατανόησης στα όρια ενός πολύ αποκρουστικού γκρεμού. 
Οι επιστήμονες μπορούν να επιμένουν πως η γλώσσα, όπως και κάθε γλώσσα, έχει την εγγενή δυνατότητα να δημιουργεί καινούριες λέξεις ή έννοιες, χρησιμοποιώντας πάντα βέβαια το φωνολογικό, μορφολογικό και συντακτικό της σύστημα για να εκφράσει τις συγκεκριμένες επικοινωνιακές ανάγκες. Πως όμως θα μπορούσαμε να πειστούμε όλους εμάς για το φαινόμενο μιας ταχείας μεταστροφής, σχεδόν εκρηκτικών διαστάσεων, στον τρόπο που μια κοινωνία μέσα στο χρονικό διάστημα που αναφέραμε, κατανοεί και χρησιμοποιεί λέξεις που αποτυπώνουν συγκεκριμένες παραδοσιακές και ιστορικά δοκιμασμένες έννοιες και ορισμούς, προσδίδοντας τους τελείως άλλα χαρακτηριστικά, από τα πιο απλά έως και εκείνα που άπτονται μιας άλλης επιστήμης, της ψυχιατρικής; Νομίζω πολύ δύσκολα. 
Προφανώς στα πλαίσια ενός άρθρου μιας συγκεκριμένης στήλης όπως αυτή, είναι εξαιρετικά δύσκολο να μπούμε σε πολλές λεπτομέρειες. Άλλωστε απαιτούνται επιστημονικές ή άλλες γνώσεις που δεν κατέχουμε, όσο κι αν επιχειρήσουμε να αλιεύσουμε ή να κλέψουμε* από το “εύκολο” για τέτοιες αγγαρείες, διαδίκτυο. Όλοι και όλες μας όμως μπορούμε να φτιάξουμε ένα δικό μας αναγνωστικό «εργαστήριο», αρκεί και μόνο να ανατρέξουμε στην επικαιρότητα σε μια ηλεκτρονική ή έντυπη εφημερίδα. Εκεί θα ανακαλύψουμε τον «πλούτο» ή την «φτώχεια» με την οποία μπορούμε να διαβάσουμε ή να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο αποδίδονται λέξεις και έννοιες όπως «πατρίδα», «βία», «πολιτική», «κοινωνία», «έθνος», «λαός», «αριστερά», «δεξιά», «ήρωας», «πατριώτης», «φασισμός», «εθνικισμός», «διανόηση», «δημοκρατία», «πρόσφυγες», «μετανάστες» κοκ. 
Στο προσωπικό μας αυτό εργαστήριο, στο δικό μας επικοινωνιακό σύστημα, εκεί ακριβώς θα διαπιστώσουμε όχι μόνο την ιστορική και εννοιολογική απόσταση των ίδιων αυτών λέξεων από άλλες περιόδους ή συγκυρίες, όχι απλά την απόκλιση από το αληθινό περιεχόμενο που τους αποδόθηκε στην λαϊκή συνείδηση και στην κοινωνική εμπειρία, αλλά ακόμη χειρότερα την πλήρη αποδόμηση τους, την αλλοίωση του ρόλου, του περιεχομένου και του χαρακτήρα τους, την σκόπιμη εκμετάλλευσή τους από διάφορους επαγγελματίες του είδους, τους κυριολεκτικούς πλαστογράφους
Πιο απλά, με την διαδικασία αυτή θα μπορέσουμε να δώσουμε τις δικές μας εξηγήσεις για τα “λεκτικά” και όχι μόνο φαινόμενα της εποχής, όπως πχ την ανακήρυξη περήφανων εθνεγερσιών σε μισαλλόδοξες κίτρινες φυλλάδες που αποδεδειγμένα σιγοντάρουν τον φασισμό, την αρθρογραφία διανοητών πατριωτών που κοινοποιείται και γίνεται αποδεκτή από εκείνους που αναπαράγουν πρότυπα και σύμβολα που κόστισαν στην πατρίδα την αιχμαλωσία και την πείνα, τους κραυγαλέους χειροκροτητές μιας εθνικιστικής υστερίας που αποδίδεται με ηρωικές διαστάσεις ανύπαρκτων και φλύαρων (μη)αντιστάσεων, τους οπαδούς μιας “αριστεράς” που βούτηξε τα χέρια και το πνεύμα της σε κοινωνικές γενοκτονίες εξαθλίωσης και ανθρώπινων περιθωρίων. 
Κι αν πράγματι δεν μας προκαλέσουν έντονο προβληματισμό τα όσα διαβάζουμε ή βλέπουμε, τότε μαζί με την ιστορία μας και τις θυσίες του λαούς μας, θα έχουμε σκοτώσει και τις λέξεις μας, την γλώσσα μας, τον πολιτισμό μας. Εκτός πια κι αν οι ίδιες οι λέξεις νιώσουν τόσο άβολα με την ανιστόρητη κακομεταχείρισή τους που αποφασίσουν από μόνες τους να αποσυρθούν σε ένα κλειστό δωμάτιο χορεύοντας μόνες τους ένα βαλς σιωπηλό, ονείρων χαμένων και φτηνά ξεπουλημένων. 
* Οι γλωσσολογικοί ορισμοί και οι έννοιες αλιεύθηκαν ή “κλάπηκαν” από την καθηγήτρια γλωσσολογίας Mαρία Kακριδή-Φερράρι (Τα ΝΕΑ 2000).

ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0
DISQUS: 0