«χτυπούν το βράδυ στην ταράτσα τον Αντρέα»


Μεγάλωσα στο ζενίθ  της μεταπολίτευσης..

Μεγάλωνα και είχα το δικαίωμα να επιλέξω ελεύθερα οτιδήποτε με αφορούσε, να τραγουδήσω μέχρι να κλείσει η φωνή μου, να διαβάσω αναρχικά έντυπα, να κοιμηθώ σε κοινόβιο, να περπατώ στους δρόμους πέντε το πρωί, να αντιστέκομαι σε αστυνομικούς ελέγχους και να μπορώ να τους καταγγείλω, αν υπήρχε παράβαση των δικαιωμάτων μου, να ψηφίσω αριστερά κόμματα ή να μην ψηφίσω καθόλου, να πάω σε πορείες, σε συναυλίες, σε πλαζ γυμνιστών, βασικά να έχω τα αυτονόητα δικαιώματα μου, να μην φοβάμαι να γίνω αυτό που θέλω σε μια δεδομένη δημοκρατική αυταπάτη.

Η γενιά των γονιών μας, ήταν η τελευταία γενιά που πήγε εξορία, λογοκρίθηκε, βασανίστηκε, ατιμώθηκε, πέθανε, έμεινε στο περιθώριο λόγω των πολιτικών πεποιθήσεων της, λόγω μιας δήλωσης που δεν υπέγραψε.

Τα χρόνια που ήμουν παιδί η πορεία της 17ης του Νοέμβρη προς την Αμερικάνικη πρεσβεία, ήταν μια γιορτή! Μια πομπή προς την ειρήνη, τη δόξα της ψυχής, την αγαλλίαση της αλήθειας, προς την ελευθερία. Θυμάμαι γονείς με μωρά στα καρότσια, οικογένειες ολόκληρες, αγωνιστές του εμφυλίου, γιαγιάδες με καπέλα σαν να πήγαιναν για καφέ στου Ζόναρς.

Τότε η επέτειος του Πολυτεχνείου ήταν Γιορτή. Τόσα χρόνια καταπίεσης, τόσοι άνθρωποι, ξεχύθηκαν σαν ποταμός στους δρόμους της Αθήνας.

«Να ζούσαμε ένα », λέγαμε στα μικράτα μας…
Να πέφταμε με γυμνά στήθη πάνω στο τανκς, για την λευτεριά και την ισότητα.
Πόσοι αλήθεια θα το κάναμε όμως; Πόσοι από εμάς θα σάπιζαν στα μπουντρούμια της απομόνωσης της οδού Μπουμπουλίνας και δεν θα σπάγαμε; Θα χάναμε «αδέλφια, πατρίδα και γονείς», που λέει κι ο ποιητής, και θ’ αντέχαμε;

Κάποτε γνώρισα μια γυναίκα, για την ακρίβεια είχε ένα μαγαζάκι με κλωστές στην Καστέλα, που πέρασε σαράντα μέρες στην ΕΑΤ-ΕΣΑ. Ταράτσα, φάλαγγα, κελιά σαν τρύπες, φαγητό ανύπαρκτο, καμιά επαφή για μέρες με το φως του ήλιου…

Την ρώτησα δειλά ένα απόγευμα, πώς άντεξε το ξύλο, το φόβο, τις απειλές, την αφόρητη μοναξιά, πόσο περήφανη πρέπει να νιώθει για τον εαυτό της, πόσο περήφανοι είμαστε εμείς για όσους αγωνίστηκαν, όπως εκείνη!

Μου απάντησε πως δεν νιώθει πως έκανε κάτι φοβερό, πως πάντα ήταν ένα φοβισμένο πλάσμα, έτρεμε τον οδοντίατρο και δεν άντεχε τους τσακωμούς. «Κάτι μέσα μας, κορίτσι μου», μου είπε, «κάτι μέσα μας, ήταν πάνω από τον εαυτό μας. Πάνω από το φόβο και το συμφέρον μας, πάνω από τα σακατεμένα άκρα κι όργανα μας, από το ξύλο και τις κακουχίες. Δεν ήταν μόνο η ανάγκη για την λευτεριά. Ήταν η σκέψη πως, εκεί που χτυπούν εσένα, πριν λίγο χτυπούσαν έναν άλλο και σε λίγο θα χτυπήσουν ακόμη έναν, κι άλλον έναν, κι άλλον… Δεν έπρεπε να σπάσεις την αλυσίδα και να τους πάρεις στο λαιμό σου. Δεν έπρεπε ν’ αφήσεις τους δήμιους να νομίζουν πως φοβάσαι, τους εξόργιζε.

Αυτό μας ένωσε. Ακόμη κι αυτοί που έσπασαν, τους καταλάβαμε, κανείς δεν πρόδωσε, απλά δεν άντεξε… Δεν υπήρχαν ανέντιμοι  ανάμεσα μας. Ήμασταν ένα!

Έτσι, νικήσαμε. Έτσι, πιστέψαμε.
Ο διπλανός ήταν ένα χιλιοστό πάνω από εμάς. Και για τον διπλανό εμείς είμαστε ένα χιλιοστό πάνω από εκείνον.

Αυτό να λέτε στα παιδιά σας στο σχολείο, στο σπίτι, στον δρόμο…
«Ένα! Ήμασταν ένα. Αυτό…»


ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0
DISQUS: