Τι είναι η πατρίδα μας, παιδιά;

«Δεν ξέρω με ποιον τρόπο αγαπά κάποιος μια πατρίδα πια. Γνώρισα ανθρώπους που την αγαπούσαν, στ' αλήθεια. Χωρίς σημαιάκια, φιλοσοφίες από έναν καναπέ, διχασμούς, κονκάρδες και βόλεμα. Ήξερα, σήμερα φοβάμαι ότι δεν ξέρω.

Τίνα ΣπυράτουΤον Τ., τον συνάντησα ένα μεσημέρι, αφού είχε πει ο πατέρας μου, να τον πάρω μαζί μου, επιστρέφοντας από την δουλειά, μια κι εκείνος δεν είχε αυτοκίνητο, και στην νήσο τα δρομολόγια του ΚΤΕΛ είναι μια φορά την μέρα.

Τον βρήκα να με περιμένει στο πεζούλι της πολυκατοικίας, που βρίσκετε απέναντι από τη δουλειά μου. Ήταν εκεί για περίπου δύο ώρες.

Του ζήτησα συγνώμη για την καθυστέρηση (βασικά δεν ήταν καθυστέρηση, απλά εκείνη την ώρα σχολούσα, αλλά ένιωσα κάπως απολογητικά όταν τον είδα να κάθεται εκεί)

Δεν ξέρω, αρχικά, τι συναισθήματα μου γέννησε η φυσιογνωμία και οι τρόποι του, αλλά μου ήρθε αυτόματα μια ανάμνηση  που είχα, από ένα κοριτσάκι στον Πειραιά, όταν ήμουν παιδάκι κι εγώ, έξω από ένα μαγαζί με παιχνίδια που  προσπαθούσα να διαλέξω ποιο να πάρω, κι εκείνη προσπαθούσε να πει στη μαμά της πως δεν είναι ανάγκη να πάρουν κάτι αφού τα χρήματα τους δεν έφταναν.

Τη θλίψη στο βλέμμα της μαμάς εκείνου του κοριτσιού, αλλά και την περηφάνια δεν την ξέχασα ποτέ.

Κάτι τέτοιο διέκρινα στον άνθρωπο που μόλις αντίκρισα και πριν μου πει το όνομα του, μ’ ευχαρίστησε θερμά που θα τον εξυπηρετούσα και θα τον έπαιρνα μαζί μου μέχρι εκεί που έμενε· που, παρεμπιπτόντως, έμενε λίγο πιο πάνω από εκεί που κατοικούσα κι εγώ…

Στην διαδρομή του έπιασα κουβέντα  για την ζωή του, όχι από περιέργεια, μα για να σπάσω τον πάγο, μιας και τον παρατηρούσα όπως καθόταν δίπλα μου τόσο μαζεμένα, με τα χέρια σταυρωμένα σαν να προσεύχεται, και η φωνή του είχε μια σιγουριά και ηρεμία που με νανούριζε..

Ο Τ. είχε έρθει από την Αλβανία πριν πολλά χρόνια, σχεδόν παιδάκι, δώδεκα χρονών μόλις…

«Πολύ δυστυχία στην πατρίδα μου. Από το 1994 έως το 1997 πραγματικά πεινούσαμε.Πείνα… Να μην μπορείς να σκεφτείς τίποτε άλλο, παρά μόνο πώς θα φας κι αν θα φας.

Έβγαινα στα χωράφια και μάζευα κάτι άνθη, δεν ξέρω πως τα λέτε εσείς εδώ στην Ελλάδα και τα πουλούσα σαν βότανα. Από το πρωί έως το βράδυ για να μαζέψω δυο ευρώ. Εκεί είχα μια αδελφή, ακόμη την έχω δηλαδή, που όταν ήταν μικρή, τεσσάρων μόλις μηνών, έπαθε πολιομυελίτιδα. Δεν την πρόσεξαν, πού να βρεις γιατρούς να σε προσέξουν φτωχό κι ανήμπορο, κι έμεινε ανάπηρη για πάντα.

Άκουσα τότες πως άνοιξαν τα σύνορα. Καλύτερα στην Ελλάδα, σκέφτηκα, και ήρθα.

Πέρασα πάρα πολύ δύσκολα τα πρώτα πέντε χρόνια. Γιατί ήρθα ολομόναχος. Άφησα μάνα, πατέρα, αδελφές… Ένα παιδί  ήμουν, όχι πως φοβόμουν, αλλά μπορείς να φανταστείς την πρώτη φορά που μπήκα σε σούπερ μάρκετ; Νόμιζα πως ήμουν στον παράδεισο. Ήμουν στον παράδεισο.

Αλλά ο δρόμος για τον “παράδεισο” περνά μέσα από την κόλαση. Την κόλαση που πρέπει να πληρώσει ο καθένας μας, ακόμη κι ας μην έχει χρέη που πρέπει να ξοφλήσει.

Ξένος, αυτό ήμουνα, βαριά λέξη, ασήκωτη. Ο Μετανάστης, ο κλέφτης, ο πρόσφυγας, ο Αλβανός…

Ναι, δεν είναι όλοι οι Αλβανοί καλοί ούτε οι Ρώσοι ούτε οι Αφγανοί ούτε οι Ιταλοί ούτε και οι Έλληνες όμως…

Οι άνθρωποι μπορεί ναι είναι και καλοί και κακοί, αν μου επιτρέπεις, δεν φταίει η καταγωγή τους γι’αυτό!

Εγώ γράμματα δεν ξέρω, πώς να μάθω; Αφού μόνο δούλευα κι ό,τι πρόλαβα, πολύ λίγα χρόνια που πήγα σχολείο, και μετά από μόνος μου. Αλλά τους ανθρώπους τους καταλαβαίνω από  τη ματιά τους. Οι καλοί άνθρωποι έχουν χαμογελαστή ματιά, να, σαν τον μπαμπά σου.

Ούτε την γλώσσα ήξερα ούτε γνωστούς είχα, κάτι μακρινά ξαδέλφια της μάνας μου στην Κέρκυρα, αλλά εγώ πήγα Αθήνα πρώτα. Κοιμόμουν σε παγκάκια και πάρκα και σκεφτόμουν μη μου κάνει κάποιος κακό, για το τίποτα ή με βιάσει ας πούμε, όλα γίνονται.. Όλα τα κακά εύκολα γίνονται. Τα καλά αργούν…

Δύσκολα που λες. Τι να σου πρωτοπώ, μην σε ζαλίζω κιόλας…

Αντί να πάω Κέρκυρα, μ’ έβγαλε η τύχη σε τούτο το νησί..

Βρήκα αυτή τη δουλειά, που έχω ακόμη, σκληρή βέβαια, αλλά με πλήρωναν καλά, καλοί άνθρωποι είναι, κι ας φωνάζουν καμιά φορά. Μου έδωσαν στέγη, τροφή…

Όσα πέρασα με έκαναν καλύτερο άνθρωπο. Σίγουρα κακός δεν θα γινόμουν, γιατί την κακία την έχουμε και μέσα μας, μη νομίζεις, αλλά και οι παλιοκαταστάσεις μας αλλάζουν….»

Τον άκουγα και σκεφτόμουν πόσο όμορφοι ρε γαμώτο είναι οι άνθρωποι….Πόσο όμορφοι γινόμαστε κι εμείς όταν μπορούμε να νιώθουμε τον διπλανό μας.

Σταμάτησε να μιλά και κοιτούσε τη θάλασσα που απλωνόταν στα πόδια μας, γράφοντας χιλιόμετρα στα μάτια και στην καρδιά μας.

Ξαφνικά γύρισε και με κοίταξε, πράγμα που δεν είχε κάνει μέχρι τώρα.

– Ξέρεις την αγαπάω την πατρίδα σου. Μοιάζει με την δική μου εκεί στα νότια, όχι εκεί που μεγάλωσα».

– Μπορεί να την αγαπάς πιο πολύ κι από μένα», του είπα κάπως μηχανικά. «Δεν ξέρω με ποιον τρόπο αγαπά κάποιος μια πατρίδα πια. Γνώρισα ανθρώπους που την αγαπούσαν, στ’ αλήθεια. Χωρίς σημαιάκια, φιλοσοφίες από έναν καναπέ, διχασμούς, κονκάρδες και βόλεμα. Ήξερα, σήμερα φοβάμαι ότι δεν ξέρω.

– Πατρίδα είναι, όπως τώρα να, που όταν κοιτάμε μαζί την θάλασσα, δεν ξεχωρίζει όριο ποιανού είναι και ποιανού δεν είναι. Χωρά και μένα, χωρά και σένα. Γι’ αυτό μπορώ και την αγαπάω. Αυτό είναι πατρίδα για μένα. Για σένα δεν είναι;

Όταν γύρισα σπίτι,σκέφτηκα την μάνα μου,που μου είχε πει μια φορά πως, όταν τα αδέλφια της έφυγαν μετανάστες  κι εκείνη ήταν μόλις δώδεκα χρονών,  έκλαιγε ώρες πίσω από την ξύλινη πόρτα του δωματίου της, γιατί πίστευε πως δεν θα τους ξαναδεί ποτέ.

«Την αγάπησαν, μάνα, οι θείοι άραγε τη χώρα που τους φιλοξένησε;», την ρώτησα το ίδιο βράδυ.

«Δεν ξέρω,Τίνα», μου είπε, μεγάλη κουβέντα το «αγαπώ, έτσι κι αλλιώς. Δεν τους ρώτησα ποτέ, αλλά αγωνίστηκαν σκληρά να τους αποδεχτούν, να σπουδάσουν, να καταφέρουν μια καλύτερη ζωή από αυτή που αναγκάστηκαν ν’ αφήσουν πίσω. Δεν ξέρω αν την αγάπησαν. Τώρα, που το λες, πιστεύω πως εκείνη έπρεπε να τους αγαπήσει.

Οι πατρίδες πρέπει ν’ αγαπούν τους ανθρώπους πρώτα, όλους τους ανθρώπους, και μετά τα γάργαρα νερά, τις λίμνες, τα ποτάμια,τις θάλασσες ,τα δάση, τα σύμβολα και τα βουνά τους».

Υ.Γ. Το παραπάνω κείμενο είναι προσαρμοσμένο σε μια παλιότερη μου ανάρτηση σε προσωπικό λογαριασμό κι είναι πέρα για πέρα αληθινό.

 

ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0
DISQUS: 0