Χρόνε άστατε μπαμπέση*

Στον απόηχο του εορταστικού κλίματος της Πρωτοχρονιάς και λίγο πριν η θετική ενέργεια των ευχών δώσει την θέση της στην σκληρή καθημερινή διαπραγμάτευση με ένα σύνολο απογοητευτικών και δύσκολων ζητημάτων, ο στίχος αυτός του Γιώργου Ζήκα που έντυσε με την φωνή του ο σπουδαίος Νίκος Παπάζογλου, εύκολα θα μπορούσε να αναγνωριστεί ως “επίσημο” τραγούδι των πρώτων ημερών κάθε νέου έτους. 
Δραπέτες*” λοιπόν, ενός κόσμου αγγελικά, στα ευχολόγια, πλασμένου, μα σκληρού σε μια αδυσώπητη καθημερινότητα και σε ένα περιβάλλον εντελώς αντι-ανθρώπινο αν όχι απάνθρωπο και υπερβολικά ανταγωνιστικό, πολύ πιθανόν να ακολουθήσουμε την πιο –έστω και– αντανακλαστική μας ροπή προς την αυτοσυντήρηση, αν και πολλά σημάδια φανερώνουν ήδη πως ανοίγονται δρόμοι που μέχρι σήμερα κάθε άλλο παρά φαινόντουσαν αποκλειστικά και μόνο συντηρητικοί. 
Υπό μια συγκεκριμένη ανάλυση με σαφές ιστορικό προοδευτικό χαρακτήρα και ίσως με αριστερό πρόσημο, η προσέγγιση της έννοιας της “αυτοσυντήρησης” οδηγούσε σχεδόν αυτόματα σε αντιδραστικά χαρακτηριστικά. Και είναι αυτή που πάνω της θάφτηκαν τεράστια κοινωνικά κινήματα και πολιτικές διεκδικήσεις, ακριβώς γιατί το μέσο κοινωνικό αίσθημα, όχι πάντα μόνο του αλλά σε πάμπολλες περιπτώσεις επηρεασμένο και κατευθυνόμενο από εξουσιαστικές προπαγάνδες περί κοινωνικής “ασφάλειας”, “τάξης” και ηρεμίας, κλείστηκε στα ψηλά και συχνά απόρθητα τείχη μιας χωρίς ρίσκο “νοικοκυροσύνης”. Με τα γνωστά πάντοτε αποτελέσματα. 
Στις ημέρες μας, πολλά πράγματα φαίνονται πλέον και είναι διαφορετικά. Και εκεί ίσως κρύβονται οι αστοχίες μιας παραδοσιακής θεώρησης των κοινωνικών προβληματισμών και διεργασιών, κάπως έτσι κινδυνεύει να απαξιωθεί πλήρως ο λαϊκός παράγοντας, όταν επιχειρείται να αξιολογηθεί η “κινητικότητα” του με τους στάσιμους όρους μιας άλλης εποχής, τελείως διαφορετικών συγκυριών. Κι ίσως το “φαινόμενο” των “Κίτρινων Γιλέκων” στην Γαλλία μας βοηθήσει να κατανοήσουμε καλύτερα τις αιτίες και την μεθοδολογία των σύγχρονων κινημάτων, αφού πρώτα βέβαια μπορέσουμε να δούμε χωρίς παρωπίδες και μεροληπτικές σκέψεις, τι ακριβώς συμβαίνει στο φωτισμένο από τις φωτιές των οδοφραγμάτων Παρίσι και που ακριβώς οδηγούν οι “δρόμοι” του. 
Αλλά ας επανέλθουμε στην… δική μας “αυτοσυντήρηση” και σε ένα παράδειγμα πολύ πιο… κοντινό. Μόλις λίγα χρόνια πριν, στην αρχή περίπου της μεγάλης οικονομικής και ανθρωπιστικής κρίσης, η εμφάνιση της “λαχειοφόρου” προοπτικής των εξορύξεων υδρογονανθράκων στο Ιόνιο (άρα και στην Κεφαλονιά και την Ιθάκη), εισφέρθηκε στην πολιτική ζωή και καθόλου, τουλάχιστον πρώιμα, στην απλή καθημερινότητα ως η σανίδα σωτηρίας μιας χώρας που ήδη είχε τουμπάρει οριστικά για να βουλιάξει. Αυτόματα η συζήτηση με τα μειονεκτήματα και τους κινδύνους μιας τέτοιας “εχθρικής”, σύμφωνα με την διεθνή εμπειρία, εξορυκτικής δραστηριότητας, περιορίστηκε σε επίπεδο γραφικότητας, οικολογικών στερεοτύπων και ασήμαντων κοινωνικά και αριθμητικά, μειοψηφιών. 
Η εικόνα αυτή, λίγα χρόνια μόλις μετά και ειδικά στις ημέρες μας, άλλαξε. Προφανώς για την οικονομία του χώρου και του χρόνου, η επανάληψη των αποδεικτικών στοιχείων της “αλλαγής κλίματος”, θα ήταν απλά περιγραφική και βαρετά ίσως επαναλαμβανόμενη. Σημασία ωστόσο έχει ένα κρίσιμο συμπέρασμα, όσο και βιαστικό ή πρόχειρο αυτό χαρακτηριστεί. Η καταφανής αλλαγή των κοινωνικών ισορροπιών για ένα τόσο ευαίσθητο ζήτημα, η αλλαγή δηλαδή της “πλάστιγγας” και το πασίδηλο πλεονέκτημα στην θέση και τον προβληματισμό κατά των εξορύξεων, σε μια πρώτη ανάγνωση δεν δείχνει να έχει ένα μαζικό και συμπαγές πολιτικό χαρακτηριστικό. Τουλάχιστον στην άμεση προσέγγισή του. Παρόλα αυτά η “μαζικότητα” πλέον και η “συστράτευση” στην θέση αυτή, δείχνει να έχει εξαιρετικά σημαντικά και κρίσιμα στοιχεία. Το πιο σοβαρό, ότι η “φλόγα” της αντίδρασης στην επερχόμενη φυσική, κοινωνική και οικονομική λεηλασία με τα πενιχρά έως και ελεεινά “αντισταθμίσματα”, άναψε ακριβώς την στιγμή που μια κρίσιμη πλειοψηφία, “νοικοκυραίων”, επαγγελματιών και απλών πολιτών, κατανόησε το μέγεθος της απειλής στην απλή καθημερινότητά του, στο μέλλον των παιδιών του, στην επιχειρηματική του επιβίωση. Σε αυτό δηλαδή που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε, “ένστικτο αυτοσυντήρησης”. Ένα ένστικτο που σε άλλες εποχές και περιόδους, υπό μια πιο ιδεολογική ή πολιτική προσέγγιση θα έτεινε προς μια τελείως διαφορετική θεώρηση και ανάλυση. Χωρίς ποτέ βέβαια να ήταν και τελείως για… πέταμα, ειδικά όταν στα μεγάλα επαναστατικά εγχειρίδια αλλά και στις κορυφαίες λαϊκές εξεγέρσεις, το αίσθημα της πείνας και της σκλαβιάς ήταν εκείνο που πρώτο κινητοποίησε το ένστικτο της επιβίωσης για να ξεσηκωθεί. 
Ξεκάθαρα, δεν βρισκόμαστε στην ευρύτερη περιοχή του Ιονίου αλλά και της Ηπείρου και της Κρήτης που αντιμετωπίζουν την ίδια επικίνδυνη προοπτική, σε φάση επαναστατικής προετοιμασίας. Κι εδώ κάπου, ήρθε η ώρα να αναφερθούμε σε ένα πραγματικό παράδειγμα, χωρίς περαιτέρω σχολιασμό, καθώς ο καθένας και η καθεμιά μπορούμε να βγάλουμε τα δικά μας συμπεράσματα, για το πώς στην φτωχή Αφρική, μια χούφτα άνθρωποι που στην πορεία ξαφνικά και περίπου απροσδιόριστα γιγαντώθηκε, μπόρεσε να κατανοήσει και στην συνέχεια να αντισταθεί με κάποια μάλιστα επιτυχία, στην λεηλασία του τόπου τους. Το παράδειγμα αυτό δεν είναι άλλο από την ιστορία του Κεν Σάρο-Ουίουα. 
Νιγηριανός συγγραφέας, παραγωγός της τηλεόρασης, κυβερνητικό στέλεχος και μετέπειτα ακτιβιστής και μέλος της φυλής Ογκόνι, μιας εθνοτικής μειονότητας της οποίας η γη στο δέλτα του Νίγηρα χρησιμοποιείτο για την εξόρυξη πετρελαίου, ο Σάρο-Ουίουα, ως εκπρόσωπος και στη συνέχεια ως πρόεδρος του Κινήματος για την Επιβίωση του Λαού των Ογκόνι, ηγήθηκε μιας μη-βίαιης εκστρατείας εναντίον της καταστροφής που προκαλούσαν στο Δέλτα και στο λαό του οι δραστηριότητες των πολυεθνικών εταιρειών πετρελαίου και ειδικά αυτές της Shell. Μάλιστα, τον Ιανουάριο του 1993 το Κίνημα που δημιουργήθηκε διοργάνωσε ειρηνικές πορείες στις οποίες συμμετείχαν περίπου 300.000 Ογκόνι –περισσότερο από το μισό πληθυσμό τους– ενώ εξαιτίας του ξεσηκωμού αυτού η Shell σταμάτησε τις δραστηριότητές της στην περιοχή, δυστυχώς για λίγο όμως καθώς η δολοφονία του Σάρο-Ουίουα και 8 συντρόφων του από το καθεστώς είχε ως αποτέλεσμα η γνωστή εταιρία να συνεχίσει και πάλι την εκμετάλλευση του πετρελαίου της γης των Ογκόνι. 
Προφανώς ένα τέτοιο… τριτοκοσμικό παράδειγμα δεν αντέχει συγκρίσεις. Και σωστά. Η αγάπη όμως και η αγωνία για τον τόπο, για την ζωή, για το μέλλον, για την φύση και το περιβάλλον δεν γνωρίζει ούτε σύνορα, ούτε φτωχούς, ούτε πλούσιους, ούτε “νοικοκυραίους”, ούτε “επαναστάτες”. Γεννιούνται και ζουν, όσο κι αν κάποιες φορές χάνουν τον δρόμο τους, με το πρώτο κλάμα ενός μωρού και πεθαίνουν με την τελευταία ανάσα. Και ασχέτως τιμήματος, αξίζει να αγωνιστούμε γι αυτά, αξίζει να παλέψουμε για αυτόν τον σπάνιο κήπο της γης, για το καθαρό ροζ της αυγής, για το κύμα που μας βρέχει και που κινδυνεύει να μείνει μόνο, έρημο και μαύρο. 
φωτό: mindthecop.blogspot

ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0
DISQUS: 0