Ζητείται ελπίς

Τίνα ΣπυράτουΟ αναζητούσε την ελπίδα από το 1954..

Το βιβλίο του, το διάβασα πολύ μικρή για να καταλάβω την αξία των όσων αράδιαξε με τόση μαεστρία και προκλητική απλότητα.

Το έργο συγκλονιστικό.

Το ξανάπιασα στα χέρια μου ξανά και ξανά, μόνο και μόνο για να διαπιστώσω πόσο καίριος, διαχρονικός διορατικός και αληθινός συγγραφέας υπήρξε ο Αντώνης Σαμαράκης

Ήταν δώρο της μάνας μου ,κάποια Χριστούγεννα που συνήθιζε με ότι άλλο δώρο μου χάριζε, να μου δίνει ένα βιβλίο με μια αφιέρωση στην αριστερή γωνία της πρώτης λευκής σελίδας του βιβλίου, μ’ εκείνον τον τόσο ιδιαίτερο γραφικό της χαρακτήρα…

Στο “Ζητείται ελπίς” μου είχε γράψει να αγωνίζομαι για έναν καλύτερο κόσμο και να μην προδώσω ποτέ τις πεποιθήσεις μου.

Και πως μ αγαπά..

Μεγάλη προίκα και βαριά, ε;

Πώς να γίνω κάτι άλλο από αυτό που είμαι με τέτοια μάνα;

Καμιά φορά της το λέω, όταν μου παραπονιέται τάχα μου, πως ήμουν δύσκολη έφηβη κι εξακολουθώ να κάνω του κεφαλιού μου…

“Μαμά, εσύ φταις της λέω”

Φεμινίστρια, ζόρικη, πανέξυπνη, πολυδιαβασμένη, λάτρεις των τεχνών και της εφημερίδας, που ακόμη δε λείπει από το σπίτι της και την ξεκοκαλίζει. Μαγείρισσα, γιατρός, εκπαιδευτικός, μα, πάνω από όλα, μας χάρισε, εμένα και της αδελφής μου, τη λατρεία της για το διάβασα και το τραγούδι.

Καλλίφωνη από τις λίγες, αν είχε το ταμπεραμέντο μου θα ήταν πρώτη φίρμα σήμερα, ή μάλλον τότε, αλλά ο θεός είναι κακούλης καμιά φορά, έδωσε στην μάνα την Φωνάρα και σε μένα το πάθος για το πάλκο…

Για να επιστρέψω στον Αντώνη Σαμαράκη, το Σαββατοκύριακο που έκανα τη νοικοκυρά, μια κι οι αμυγδαλιές σαν ανθίζουν, μου αναστατώνουν κάθε κύτταρο, έφτιαξα τη βιβλιοθήκη κι έπεσα πάνω στο βιβλίο (1988 έγραφε δίπλα στην αφιέρωση).

Το βράδυ λοιπόν πρότεινα στα αγόρια να το διαβάσουν (η κόρη μου είναι μικρή, άσ’ την λέω, άσε που παίρνει και την απονιά του κόσμου, πολύ στα σοβαρά από τώρα).

Ούτε καν τα καμάρια μου… Είπαν «άσε μας, ρε μάμα τώρα… μετά”

Αλλά εγώ το βράδυ τσάκωσα τον δευτερότοκο  και του είπα: «έλα ρε μωρό να σου διαβάσω πριν κοιμηθείς» (πρέπει χοντρικά μαζί του να έχω απαγγείλει τόμους γενικά όσο ήταν μικρούλης. Παραμύθια, ιστορίες που έπλαθα, κόμικ, μετά τα παιδικά βιβλία).

Κουρασμένος από τη μπάλα και το Playstation, μου λέει: άντε πες!

“Λοιπόν, δεν είναι και πολύ χαρούμενα όσα θα σου διαβάσω, αλλά να ξέρεις είναι πανέμορφα κείμενα».

Του διάβασα το πρώτο και το δεύτερο κεφάλαιο. Τον Ξανθό Ιππότη και την Σαρξ.

Διάλεξα αυτά τα δυο, όχι γιατί ήταν τα πρώτα, αλλά πιστεύω πως αν ένας άνθρωπος παραμείνει τρυφερός σαν παιδί και μπορεί όλη του την ζωή να νιώσει τον καημό του Άλλου, θα παραμείνει για πάντα ένας συγκλονιστικά όμορφος άνθρωπος.

Και όπως τελείωσα την ανάγνωση, κι ενώ περίμενα να έχει ήδη παραδοθεί στην αγκαλιά του Μορφέα, μου λέει: «ωραία ρε μάμα, ωραία αν και είναι θλιμμένα, αλλά πόσο ωραία…»

Μου ήρθε τότε  μια πείνα, να σηκωθώ να τυπώσω σε φέιγ βολάν τα δυο αυτά κεφάλαια (αν όχι όλο το βιβλίο) και να τα πετάω στις αυλές των σπιτιών, με τις καμινάδες που καπνίζουν από τα τζάκια των ανθρώπων, να τα πάρει ο αγέρας και να τα πάει σε κάθε γωνιά και να ζεστάνω τις ανόητες καρδιές τους…

ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0
DISQUS: 0