Κι όμως, μπορούμε!

Κι όμως, μπορούμε!

"Μπορούμε, όσο κι αν μας έπεισαν για το αντίθετο".

Όταν στο μακρινό 1999 ο Δημήτρης Κωστόπουλος εξέδωσε από τις εκδόσεις Προσκήνιο το βιβλίο του “ΜΠΟΡΟΥΜΕ”, κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί τα όσα μετά από μια δεκαετία και λίγο περισσότερο, θα βίωνε η ελληνική κοινωνία στο συντριπτικό σύνολό της. Και ήταν η μια δοκιμασία μετά την άλλη τέτοιας έντασης και βαρύτητας, ώστε ακόμη και το πιο απλοϊκό αισιόδοξο μήνυμα ενός… δυνητικού ρήματος, φάνταζε περισσότερο ως ειρωνεία και μάλιστα τραγική, ως φάρσα κανονική, παρά ως ρεαλιστική δυνατότητα στα πλαίσια, έστω, ενός λίγο πιο μακρινού εφικτού.

Προφανώς οι μεγάλοι θεωρητικοί των κοινωνικών εξεγέρσεων και των λαϊκών επαναστάσεων αλλά και οι μετέπειτα μελετητές τους, όταν περιέγραφαν ή εξηγούσαν τις απεριόριστες δυνατότητες των τάξεων ή των μεγάλων πλειοψηφιών ειδικά σε ακραίες συνθήκες πίεσης, πείνας ή φτώχειας, κάτι γνώριζαν καλύτερα από εμάς. Ειδικά μάλιστα όταν η δική τους προσέγγιση απείχε από τα απογοητευτικά “φίλτρα” μιας περιορισμένης χρονικά και χωρικά καθημερινότητας που φαντάζει στην εξέλιξή της στον ζωντανό χρόνο αρκετά πιο “ανίκητη” από ότι πραγματικά είναι. Ακόμη κι εκεί όμως, στον συγχρονισμένο παράλληλο βίο της τρέχουσας επικαιρότητας, μικρές εκλάμψεις μιας κοινωνικής “κινητικότητας” μπορεί να μην αρκούν για να ξεκινήσουν τον ιστορικό χορό των “μεγάλων” γεγονότων, αρκούν όμως για να δώσουν νόημα σε παθιασμένα ρήματα, κόκκινα σαν το αίμα, ρήματα που εννοούν και υποδηλώνουν ένστικτα και ιδιότητες με δημιουργικά αλλά και αντιστασιακά χαρακτηριστικά.

Με την ιδιότυπη απειλή της συναισθηματικής παρόρμησης να κρέμεται πάνω από το κεφάλι ιδεολογικών “σταθερών” που μονοδρομούν κάποιες επιμέρους αναλύσεις, δεν θα ήταν και τόσο λάθος να τολμούσε κάποιος να αναφερθεί στην κυοφορία ενός νέου, “κενού” προς το παρόν χώρου, που δείχνει να δημιουργείται αρκετά πιο κεί από την πρόσφατη αριστερά της ήττας και του συμβιβασμού. Ο χώρος αυτός, βουβός προς το παρόν και σε τελείως αμυντική διάταξη μπροστά στον τρόμο της “λεηλασίας”, της “βεβήλωσης” και της διαστρέβλωσης, αρκετά μπερδεμένος από την δυσάρεστη περιπέτεια της εξουσιαστικής ανάθεσης, χωρίς αμφιβολία δεν δείχνει έτοιμος προς το παρόν να “γεμίσει” με νέες “εμπειρίες” και νέα “γεγονότα”, τουλάχιστον εύκολα και γρήγορα. Και μόνο το γεγονός όμως της κυοφορούμενης δημιουργίας του, και μόνο η γέννηση αυτού του κενού χώρου, ίσως στην εξέλιξή του να θεωρεί ως κάτι αρκετά, αν όχι απολύτως, αισιόδοξο. Όχι από τώρα όμως.

Ομολογουμένως, το μεσοδιάστημα μετά την κυβερνητική εμπειρία μιας αυτο-αποκαλούμενης (τελικά) αριστεράς που ξεκινά κάπου εκεί στο 2015 και τελειώνει σε έναν τελείως απροσδιόριστο προς το παρόν χρόνο αυτοκάθαρσης και ριζοσπαστικού επαναπροσδιορισμού της μετωπικής και κοινωνικής αποστολής της, δεν αφήνει περιθώριο για άλλου είδους χαρακτηρισμούς, παρά μόνο όσους “εσωκλείουν” την έννοια της ήττας και τα παραρτήματά της. Και είναι μια ήττα τόσο βαθιά και σύνθετη, που ακόμη και το αλώβητο και δικαιωμένο για κάποιες θέσεις του ΚΚΕ, αν και ίσως να μην το παραδέχεται, οφείλει να αποδεχτεί ότι από την δραματική εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ, η ταξική πάλη και ενδεχομένως και συνείδηση (όπως το ίδιο τα εννοεί), πληγώθηκε σε σημαντικό βαθμό.

Η αναζήτηση επομένως, ακριβώς σε συνθήκες ήττας και μαζικής απογοήτευσης, ενός γοητευτικού και ελκυστικού ειδώλου μιας “νέας αριστεράς”, ακριβώς σε αυτό το διάστημα, δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο από μια ακόμη αυταπάτη. Επίσης, η εκλογική στόχευση για δυναμική επανάκαμψη στο νέο κοινοβουλευτικό τοπίο που θα δημιουργηθεί αρκετά σύντομα, είναι εξορισμού αποτυχημένη. Ακόμη και η προσδοκία για την επανέναρξη ενός διαλόγου ενότητας και ανασύνθεσης στον χώρο της αριστεράς, δεν μπορεί να πάει πολύ μακρύτερα, από την περιορισμένη κοινή, εφήμερη όμως, δράση σε τελείως επιμέρους άμεσα και καυτά ζητήματα. Και δικαιολογημένα, η συνεπής ταξική και αγωνιστική “ασφάλεια” των δυνάμεων που πρόσκεινται στο ΚΚΕ, μπορεί να παίξει για πολλούς, παρά τις όποιες ιδεολογικές ή πολιτικές διαφοροποιήσεις, τον ρόλο του μετωπικού αναχώματος. Ιδιαίτερα μάλιστα όταν στον αμέσως προσεχή πολιτικό χρόνο, η ίδια η κοινωνία και τα λαϊκά στρώματα θα κληθούν να αντιμετωπίσουν επιπροσθέτως τις οργανωμένες και “εκπαιδευμένες” ορδές ακροδεξιών και φανατικών μορφωμάτων, ιδεολογιών και συμπεριφορών.

Σε κάθε περίπτωση, στον κρίσιμο αυτόν χρόνο, η αμυντική ανασύνταξη φαντάζει ως απολύτως επιβεβλημένη. Και πέρα από την συζήτηση για τα κόμματα, τις παρατάξεις και τις οργανώσεις, η αναγκαιότητα αυτή φύεται σε κάθε “σημείο” της κοινωνίας. Και είτε αφορά στην αγωνία της ανθρώπινης επιβίωσης σε συνθήκες ακραίας πίεσης, είτε στο αυτονόητο δικαίωμα για στέγη, σχολείο και εργασία, είτε στην ανάγκη να διασωθούν τοπικές κοινωνίες από την βίαιη λεηλασία του φυσικού και του παραγωγικού πλούτου που διαθέτουν, στην πρώτη γραμμή άμυνας πρέπει να βάλουμε το δικό μας “Μπορούμε”. Και πράγματι, το μπορούμε, όσο κι αν μας έπεισαν για το αντίθετο.

ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0