Νικόλας Γερασίμου Λαζαράτος

Νικόλας  Γερασίμου Λαζαράτος

Έφυγε για την αιωνιότητα του άλλου κόσμου ο αγαπητός φίλος και συνεργάτης, . Ζούσε στους Αγίου Θεοδώρους Αττικής με τη σύζυγό του Ρένα, και πολλές φορές για μεγάλα χρονικά διαστήματα ερχόταν στην Κοντογεννάδα του για να δώσει την παρουσία του στο χώρο όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε για πολλά χρόνια

Ο Νίκος, όπως τον αποκαλούσαμε όσοι τον γνωρίζαμε, ήταν ένας τύπος γνήσιος, σωστός Κεφαλονίτης, εύθυμος, κεφάτος, καλοσυνάτος και πάντα ετοιμόλογος με έξυπνη και σατιρική διάθεση. Γεννήθηκε το 1933 και το κύριο επάγγελμα που έκαμε, ήταν ναυτικός – αρχιλογιστής σε πολλά καράβια, ιδίως σε κρουαζερόπλοια Σε κάποια από αυτά και για μεγάλο διάστημα εργάστηκε μαζί με το μεγάλο ποιητή, της θάλασσας, τον Νίκο Καββαδία.

Πάντα είχε στο μυαλό του την Κοντογεννάδα και την Κεφαλονιά του, τον τόπο καταγωγή του. Κατά το 1990 περίπου άρχισε να εγκαταλείπει σιγά σιγά τη θάλασσα και έμενε στην Αθήνα με την οικογένειά του. Με προτροπή της γυναίκας του, της Ρένας, ίδρυσαν τον Πολιτιστικό Σύλλογο «ΟΙ ΡΊΖΕΣ ΜΑΣ», όπου βοήθησε στην ανάπτυξη του χωριού τους. Είτε μάζευαν χρήματα είτε αξιοποιούσαν γνωριμίες προς όφελος του χωριού, ο σκοπός ήταν, «για μια καλύτερη μέρα, όπως έλεγαν», να έρθει στην Κοντογεννάδα. Ο Πολιτιστικός Σύλλογος πρόσφερε πολλά κι αξιόλογα στο τόπο αυτόν.

Όντας συνταξιούχος κατά το 1995 σκέφτηκε να εγκατασταθεί μόνιμα στην Κεφαλονιά του, στην Κοντογεννάδα και να προσφέρει στον τόπο του. Εκλέχτηκε πάρεδρος του χωριού του το 1998 έως 2002. Προσπαθούσε με μεράκι και προσωπική εργασία να δώσει τον καλύτερο εαυτό του. Δρόμους και ασφαλτοστρώσεις, που τόσο αναγκαίες είναι στα χωριά, διαπλατύνσεις και για τόσα άλλα που αγωνίστηκε, ένιωθε ήσυχος , ότι έπραξε το καλύτερο για τον τόπο του. Η ανάμειξή του στα κοινά και στα δημόσια πράγματα και θέματα, είχε τις δυσκολίες και, πολλές φορές άκουσε την εύκολη κριτική, που απερίσκεπτη και με ιδιοτέλεια έβγαινε από στόμα Ο Νίκος Λαζαράτος ήταν μακριά από αυτή τη θέση κι όλο προσπαθούσε για το καλό του τόπου του. Γνωστό σ’ όλους μας το χριστιανικό ρητό, ότι κανείς προφήτης δεν είναι δεκτός στον τόπο του …..

Ο Νίκος Λαζαράτος ανήσυχος όπως ήταν, έβλεπε τη ζωή και τη μελετούσε κι όταν στο μυαλό του, τού ερχόταν ο προβληματισμός, αμέσως άρπαζε το χαρτί και τον μεταμόρφωνε σε σατιρική ποίηση. Χρόνια συνεργάτης στην εφημερίδα «ο Καρνάβαλος», την οποία κοσμούσε με τις καταπληκτικές σατιρικές ποιητικές του δημιουργίες, χάριζε το πνεύμα του στον κάθε αναγνώστη.

Σχολιάζοντας την ποιητική του παραγωγή, η οποία είναι αρκετή σε όγκο, ειλικρινά θα έλεγα ότι δεν υπολείπεται της καλής ποιότητας. Είναι προσεγμένη στο στίχο και στην ομοιοκαταληξία και τη χαρακτηρίζει η ευρηματικότητα και η καθαρή σατιρική περιπαικτική διάθεση.

Χτυπούσε τα κακώς κείμενα με αυστηρότητα και συγχρόνως με μοναδικό πειρακτικό τρόπο, ώστε να μην ενοχλεί και να προσβάλει, αλλά να χαρίζει το κέφι, το θαυμασμό και το χιούμορ. Τα θέματά του ποικίλα, αφορούν τις εικόνες της ζωής και ιδιαίτερα την καθημερινότητα. Δε έλειπαν ποιήματα που σχολίαζαν τα τοπικά δρώμενα και τεκταινόμενα.

Ο Νίκος Λαζαράτος μέσα από την ποίησή του εκδήλωνε στον αναγνώστη τον προβληματισμό για το τι συνέβαινε γύρω του, τον ψυχαγωγούσε και του έφερνε στο μυαλό τη περίπτωση του μεγάλου Ανδρέα Λασκαράτου, που στο ίδιο πνεύμα κι αυτός κινήθηκε για να δείξει τα προβλήματα που είχε η τότε κοινωνία του.

Ο Λαζαράτος ανήκει στην εποχή του, άσχετα αν δανείστηκε θέματα από την αρχαιότητα και από άλλες εποχές του παρελθόντος. Χρησιμοποίησε το συμβολισμό για να πετύχει το στόχο του και να διδάξει. Τον απασχολούσαν οι καταστάσεις που συνέβαιναν γύρω του και σμίλευε τους προβληματισμούς του με την ποίηση, προσπαθώντας να καυτηριάσει και να δώσει λύση σε κάποιο θέμα.

Ας αφήσω τη δημιουργίας του να ξετυλίξει της ποιητικής του ζωής τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς που είχε. Αποσπάσματα από ποιήματά του, με πρώτο το «Σατιρικό βιογραφικό».

Με λίγα λόγια θα σας πω του βίου μου το χάλι

μα κι αν θα ξαναγεννηθώ τα ίδια θα κάνω πάλι!

Πρώτη τ’ Απρίλη η μάνα μου γέννησε με λιακάδα

σ’ ένα χωριό του Ληξουριού που λεν Κοντογεννάδα.

Κι αντί να κάνει ως έλεγε «βαρέλι με σαρδέλες»

την αφεντιά μου αντίκρισε ντυμένο με μπροστέλες.

Και έγραψε ο πρόεδρος με οξεία και βαρεία

σήμερα πρώτη τ’ Απριλιού « έτους τριάντα τρία»

Γεννήθηκε Άρεν στο χωριό, λες τώχαμε και χρεία.

Η Κατερίνα η μάνα μου με βύζαξε με γάλα

και μου’φτιαχνε και κορονιά να συμπιαστώ μια στάλα.

Πατέρας μου ο Γεράσιμος που ήτανε τσαγκάρης

χαιρότανε που ήμουνα ο πρώτος κανακάρης.

Τελείωσα το Δημοτικό εις την Κοντογεννάδα

Κι ύστερα το Γυμνάσιο με μπόρα με λιακάδα,

εννιά τα χιλιόμετρα πρωί και μεσημέρι

μαζί με τ’ άλλα τα παιδιά, και το ψωμί στο χέρι

και κάπου κάπου ανέλπιστα και δίχως προσδοκία

έγραφα και καμιά στροφή κάτω από την ακακία.

Μετά με πήρε η θάλασσα και πήγα σ’ άλλα μέρη

μα με το στίχο πάντοτε πήγαινα χέρι χέρι.

Και τώρα να σας πω, πως είμαι παντρεμένος

και γενικά απ’ το γάμο μου είμαι ευχαριστημένος

και βρήκε κι η γυναίκα μου άνδρα απ’ το

κι έχει μέσ’ το σπίτι της και άνδρα και γαϊδούρι.

Τώρα αν δεν σας αρέσουνε αυτά που έχω γράψει

ρίχτε τα μέσα στη φωτιά, στο τζάκι, να τα κάψει.

Ποιητικά δίστιχα με τον τίτλο «Στη Γυναίκα μου», ως σύντομες προτάσεις είναι ένα άλλο ποίημα, και που της το αφιερώνει κι όταν αυτός ήταν μακριά της, τής το έστειλε ως δώρο στην εορτή της.

Πέντε του Μάη σήμερα , γιορτάζει τ’ όνομά σου

και παπαρούνες και μυρτιές θα ρίξω στην ποδιά σου.

Ξυπνώ πρωί και σκέφτομαι τι δώρο να σου κάνω

που να’ βρω ροδοπέταλα να’ ρθω και να σε ράνω.

……………………………………………………………

Μ’ απ’ όσα δώρα σου’ στειλα , πως σ’ αγαπώ θυμήσου

κι’ αυτούς τους στίχους κράτησε για δώρο στη γιορτή σου.

Θέματα και τίτλους που έχουν μερικά από τα ποιήματά του είναι: «Η ωραία Ελένη», «Στην άπιστη», «Χαμένες πατρίδες», « Ύμνος στην Ιστορία», «Ο χρόνος»,….

Ο χρόνος

Μάστορα χρόνε και γιατρέ – της λησμονιάς Πατέρα

που της ψυχής κάθε πουλί – μαύρο κατά τη δύση

στέλνεις να πάει να χαθεί- και μια καινούρια μέρα

φέρνεις κ’ αηδόνι της χαράς- ξανά να κελαηδήσει.

Στο ξακουστό κ’ απέραντο –της ζήσης εργαστήρι

γυρίζεις το νερόμυλο- που αργά καημό και πόνο

αλέθει και με υφαντά –που φτιάχνεις στο υφαντήρι

του πόνου το γυμνό κορμί- εσύ το ντύνεις μόνο.

Χρόνε, άγνωστε παράξενε – που έκανες του Ζαλόγκου

τον Θάνατο, τον σπαραγμό, το κλάμα τη Θυσία

Έκθεση… για τον μαθητή- όπου προσέχει μόνο

καλά να γράψει στο χαρτί- με κόμμα και τελεία .

Είσαι γιατρός απρόσκλητος – και δωρεάν γιατρεύεις

και κάθε τραύμα της ψυχής –αργά το επουλώνεις,

μα και γιατρός παράξενος –που φάρμακα μπερδεύεις

κι αγάπες όρκους και χαρές –μες το μυαλό θολώνεις.

Άλλοι τίτλοι όπως ο «Ο μάγκας», «Οι ναυτικοί», « Σου γράφω», «Ο ταξιδευτής», και άλλα ποιήματα αντλούν εικόνες από τη θαλασσινή περιπέτεια και ζωή. Ο στίχος κυλά αβίαστα και λυρικά, και η όλη ποιητική σύνθεση ποτισμένη με φιλοσοφικό στοχασμό και συμβολισμό κορυφώνεται ως γεωμετρική πρόοδος και καταλήγει στη λύση του θέματος.

Αυτό είναι ένα προτέρημα της ποιητικής του δημιουργίας, που πληθωρικά ο Νίκος Λαζαράτος το είχε μέσα του . Δηλαδή, «δάμαζε» την έμπνευση του, τη μετέτρεπε σε ποίηση χωρίς πλατειασμούς και περιττολογίες, και έδινε τη λύση στο ποιητικό θέμα , με προβληματισμό και φιλοσοφικό στοχασμό. Είναι μια ποίηση που, σε κάνει να σκεφτείς,να προβληματιστείς και να προσέξεις με το νου τόσο τη θεατή γεωμετρία όσο και την αθέατη γεωμετρία που υπάρχει γύρω μας.

Μέσα από το πλήθος των ποιημάτων, που οι τίτλοι τους αγγίζουν και τη σημερινή πραγματικότητα σε θέματα πολιτικής, κοινωνικής και οικουμενικής πλευράς , προτίμησα να κλείσω τη μικρή αναφορά ως μνήμη, λόγω της φυγής του για τον άλλο κόσμο, με τρία απλά, αλλά τόσο φιλοσοφικά ποιήματά του. «Σου γράφω», ποίημα που λέει την αλήθεια της επικαιρότητας της σκληρής εποχής μας, το ποίημα με τίτλο «Ταξιδευτής», που θυμίζει το πνεύμα του μεγάλου Νίκου Καββαδία. και το ποίημα Ο Βράχος, που ρομαντικά πονετικά περιγράφει μια εσώτερη αλήθεια που την αισθάνεται η ευαίσθητη ψυχή.

Κλείνοντας τις δικές μου αράδες, λέγω απλά τον προβληματισμό μου, μήπως όταν οι Κεφαλονίτες σπουδάσουν τη Θάλασσα γίνονται καθάριοι ποιητές…! ; Η περίπτωση του Νίκου Λαζαράτου που από μικρός έγραφε ποίηση βρήκε στη θάλασσα το αλάτι που έτρεφε τον ποιητικό λόγο του. Η ποίησή του έχει τη νοστιμιά της αλμύρας.

Σου γράφω

Έφυγα χρόνια από κοντά σου

κι ούτε θυμάμαι την αιτία,

παίζω στα ζάρια τη ζωή μου

σε άλλη γη και πολιτεία.

Είχα έξη χρόνια να σου γράψω

κι ούτε μια κάρτα στη γιορτή σου,

Είχαν καιρό για να δακρύσουν

τα μάτια μου στη θύμησή σου.

Σου γράφω τώρα απ’ το Λονδίνο

κι απ’ το Σικάγο με βροχή,

Σου γράφω από το Βερολίνο

κι απ’ το Ιράκ με κατοχή.

Σου γράφω από την Χιροσίμα

κι απ’ του Άουσβιτς τα μέρη,

Με συγχωρείς εάν το γράμμα

σου βάψει κόκκινο το χέρι.

Σου γράφω κι αν δεν κλείσει ο δρόμος

κ αν δεν θολώσουν οι ουρανοί,

Κι αν ξέρει να κ λ α ί ε ι ακόμα ο κόσμος

ο ταχυδρόμος θα φανεί.

Ταξιδευτής

Χαρά σ’ αυτόν που ανέβηκε του καραβιού τη σκάλα

και με λαχτάρα σάλπαρε για τ’ άγνωστα τα μέρη,

χαρά σ’ αυτόν που βύζαξε της μάθησης το γάλα

και μ’ οδηγό ξεκίνησε του Αλτεμπαράν τ’ αστέρι.

Χαρά σ’ αυτόν που πέρασε του Ηρακλή τις στήλες

κι είδε τ’ αραβουργήματα στο μακρινό Μαρόκο,

σ’ αυτόν που είδε κι άγγιξε Αιγύπτου πυραμίδες

και το καράβι του έδεσε στου Πορτ Σουδάν τον ντόκο

Χαρά σ’ αυτόν που γεύτηκε φρούτα απ’ τις Ινδίες

και χάρηκε του Αϊτιανού έρωτα τη λαγνεία,

π’ άκουσε από Θιβετιανούς μυστήριες ιστορίες

και του κυκλώνα μπόρεσε ν’ αντέξει τη μανία.

Χαρά σ’ αυτό που ανέβηκε στου τρένου το βαγόνι

κι έφτασε στ’ Αρχαγγελικό πόρτο της Σιβηρίας,

Χαρά σ’ αυτόν που κάθισε στου νου του το τιμόνι

για να’ βρει οδό κι αριθμό στη γη της απορίας.

Χαρά σ’ αυτόν που απόρησε γιατί το χελιδόνι

χωρίς πυξίδα έρχεται και ξαναφεύγει πάλι,

που πήγε στην Άπω Ανατολή να δει πως ξημερώνει

και θαύμασε του Μαρακές τα σμιλευμένα κάλλη.

Να σε καλά ταξιδευτή στ’ άγνωστο να πηγαίνεις,

να ταξιδεύεις πάντοτε μέσα εις τους αιώνες ,

Στην Πνύκα πως παλεύανε οι σκέψεις να μαθαίνεις

και πως με άσπρο μάρμαρό έγιναν Παρθενώνες

Αλτεμπαράν =Στα Αραβικά ο Λαμπαδίας =λαμπάδα=φως=γνώση

Ο Βράχος

Βράχε, που στέκεσαι ψηλά – στης άβυσσου την άκρη

και αγναντεύεις μόνος σου – την ομορφιά, την φύση

της λύπης μου και της χαράς- το ευλογημένο δάκρυ

πάνω σου στάζει, την στιγμή- που ο ήλιος πάει να δύσει.

Έρχομαι κάθε σούρουπο- και κάθομαι κοντά σου

και να’ μαι μεγαλόψυχος- πάντοτε με μαθαίνεις

γιατί μεσ’από τα άψυχα- τα μάτια τα δικά σου

στη χώρα του συλλογισμού- να τρέχω με πηγαίνεις.

Κι όταν το άνθος της χαράς- στο στήθος μου ανθίζει

την άβυσσο στα πόδια μου- βλέπω και συγκρατιέμαι

μα κι όταν με πικρό νερό – η θλίψη με ποτίζει

θωρώντας τον ορίζοντα – πλατύ, παρηγοριέμαι.

To 2018 έκδωσε σε ένα βιβλίο με τίτλο «Πνευματικές ακροβασίες» πεζά και ποιητικά κείμενά του, δείχνοντας στον αναγνώστη ότι τούτος ο δημιουργός συνέχιζε τη σάτιρα του Λασκαράτου κατά αριστοφανικόν τρόπο.

Γεράσιμος Σωτ. Γαλανός

ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0
DISQUS: 0