Οδυσσέας με κελεμπία.

Οδυσσέας με κελεμπία.

2025μΠ (μετά Πετρελαίου). Ένας νεαρός και άσημος ποιητής, από το θρυλικό γένος του Ομήρου, τον Οδυσσέα επαναφέρει τον πολυμήχανο, με καύση εσωτερική και μπόλικο μαζούτ κι έρχεται να εξιστορήσει τον μύθο που ανέθρεψαν οι μούσες ή τα μούσια της ανάπτυξης.

Ντύνοντας τον Οδυσσέα με το χαλαρό κοστούμι του συμβολισμού, η επιστροφή του στο νησί που τόσο αγάπησε και στα αγαπημένα του πρόσωπα θα ήταν όντως μια πολύ μεγάλη, όσο και δραματική έκπληξη. Και μπορεί στον μέλλοντα τόπο της υπερβολής, σκοντάφτοντας στους φανταστικούς χρόνους να ξύπναγε όχι στο σπήλαιο των Νυμφών αλλά κάτω από μια τερατώδη πλατφόρμα εξορύξεων, πιο εφιαλτική ακόμη και από τον βαρύ βρυχηθμό του ετοιμοθάνατου Κύκλωπα.

Τρέχοντας πρώτα στο παιδικό σχολειό του, σίγουρα σε κάποια μετασεισμική προκάτ αίθουσα αν το βασίλειο του ήταν κατά την ομηρική αφήγηση στην ευρύτερη περιοχή της Παλικής, θα έβρισκε τον Τηλέμαχο μαθητή, με θερμαντικά σώματα ένα ζευγάρι γάντια και σκούφο, να “δέχεται” σχεδόν αδιαμαρτύρητα την ευγενική χορηγία μιας μεγάλης πετρελαϊκής εταιρίας, η οποία στα πλαίσια της παντελούς ανυπαρξίας κρατικής ή δημόσιας φροντίδας, θα εγκαθιστούσε με μια λιτή τελετή την πανηγυρική και πολύ-φωταγωγημένη εταιρική της ευθύνη.

Στον δρόμο για το παλάτι του, κάπου εκεί στα μαγευτικά βουνά της Ιθάκης, μια στάση στο πιο κοντινό Κέντρο Υγείας, άλλοι εκπρόσωποι της ίδιας -ίσως– εταιρίας ή κάποιας θυγατρικής της, μπροστά στις κάμερες της τηλεόρασης και υπό τα χειροκροτήματα και τις υποκλίσεις δημόσιων παραγόντων και αιρετών “αντιβασιλιάδων”, θα χορηγούσαν και πάλι ευγενικά, κρεβάτια για τις κλειστές μονάδες εντατικής θεραπείας, λάμπες για τους αξονικούς τομογράφους και ίσως λάστιχα για τα ασυντήρητα ασθενοφόρα.

Ανηφορίζοντας για τα τείχη της πόλης, σκαρφαλώνοντας ουσιαστικά σε λόφους και χείμαρρους από μπάζα και φθαρτά υλικά που προκάλεσε μια ξαφνικά ασυνήθιστη νεροποντή, θα συναντούσε τελικά την κεντρική πύλη του βασιλείου του με την ξενόφερτη πινακίδα “ντας ιστ φερμποτεν” και στην ντοπιολαλιά do not enter”, μόνο που αντί για μνηστήρες, στην κεντρική σάλα, ξένοι πολύγλωσσοι δανειστές, με άριστες γνώσεις λογιστικών και άλγεβρας, θα ανέλυαν σε ζωντανή σύνδεση με τους υπηκόους – ιθαγενείς, τον σωτήριο μαθηματικό τύπο λεπτεπίλεπτων, σαν το ξυράφι, περικοπών, συζητώντας παράλληλα για την τρέχουσα τιμή του πιο κατάμαυρου χρυσού.

Και θα ταν η άμοιρη Πηνελόπη, με δίκοχο αριστερού επαναστατισμού, με έρπη και παραβιασμένη την ζώνη αγνότητας, να επιμένει στο ΟΧΙ με το ναι στον αστερισμό της παρθένου, όταν την ίδια στιγμή όλα τα ομηρικά ασημικά θα φορτώνονταν σε πλοία για την “μητέρα” Τροι(κ)α, εκ Βερολίνου καταγόμενη, σύζυγο Αμερικανού διπλωμάτη, αφού πρώτα στο ανταλλακτήριο της Δύσης για δυο οκάδες ανάπτυξη θα είχε βυθιστεί ολόκληρη η θάλασσα του γρήγορα λησμονημένου Ιονίου, στον κρατήρα της πιο βάρβαρης ασχήμιας.

Στα σίγουρα τούτος ο Οδυσσέας θα έστεκε αγνώριστος στον τόπο του και ξένος, τα σανδάλια του θα έσερνε στην άμμο ξεκολλώντας σε κάθε βήμα του την πίσσα από τα υπολείμματα των πετρελαιοκίνητων ελλειμμάτων, στα ρούχα του το μαύρο σήμα στερεών αποβλήτων θα διέγραφε το κουρασμένο σώμα του από την λίστα των καθαρών ηρώων, οι Σειρήνες τραυματισμένες από ασφυκτικό πνιγμό θα έχαναν την αποζημίωση λόγω ανωτέρας βίας, ο Λαέρτης στο ΚΑΠΗ από το παράθυρο θα αντίκριζε τον Γερογόμπο βουρκωμένο και μια κελεμπία λευκή για σημαία πετσέτα, θα έδινε σινιάλο στο γύρισμα της Ιστορίας, πως κάποτε εδώ κατοικούσε το βλέμμα του Οδυσσέα.

 

ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0
DISQUS: 0