μωραί παρθέναι

’’virtuous sensibility escape velocity’’

εγώ είμαι. δεν με αναγνωρίζεις; εγώ που τόλμησα να γράψω για την δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου και με χαρακτήρισες ψευτοδιανοούμενη με άλυτα ψυχολογικά προβλήματα. βρείτε μου έναν που να τα ‘χει λύσει. έναν μόνο. και πώς τολμάς να βάζεις στο στόμα σου ανθρώπους που δεν είναι ούτε στη δική σου ούτε στη δική μου θέση, ανθρώπους που υποφέρουν όχι από το στομάχι ή τη χολή τους, αλλά από τον πόνο του ίδιου τους του μυαλού.

μα δεν με θυμάσαι; είμαι η τραμπούκος που εισβάλλει μέσα στα περιφερειακά συμβούλια και ζητάει, απαιτεί, σχεδόν παρακαλάει τους εξουσιαστές να αφήσουν τη γη και τη θάλασσα στην ανιδιόκτητη ησυχία τους. είμαι εγώ. αυτή που τρέχει από το πρωί ως το βράδυ για σένα αλλά δεν έχω ανάγκη καμιά, ζω μόνο για σένα. προσπάθησε να με θυμηθείς. είμαι εγώ που δεν πιστεύω στον θεό σου, αλλά κλαίω με τον αγώνα του χριστού. είμαι εγώ που δεν σε ενοχλώ στην πίστη σου και θα ‘θελα να μην με ενοχλείς κι εσύ στον αγνωστικισμό μου.

δεν με θυμάσαι αλήθεια; είμαι αυτή που κάποτε είπες πως έκλεισε σπίτια αλλά καταπώς φαίνεται το μόνο που έκλεισα ήταν το στόμα μου για χρόνια ολόκληρα, για να μην ξεβολευτεί κανείς από τη θέση του ούτε για μισό χιλιοστό. να μην ενοχλώ. αυτό μου υπαγόρευσε η δική μου η θρησκεία. αλλά βλέπεις τώρα πια δεν είμαι η ενοχλητική που ήρθε σ’ αυτό το νησί για να γκρεμίσει αλλά για να χτίσει. τώρα πια σε βολεύω κι εγώ. αλήθεια πήγες σήμερα εκκλησία; είχες τη συνείδησή σου καθαρή; εγώ δεν πήγα σήμερα να κοινωνήσω. δεν ήθελα. όταν ήμουν μικρή η γεύση του κρασιού στο στόμα μου πρωί πρωί ήταν μια εμπειρία αρκετά τρομακτική. και να ‘θελα να πάω όμως δεν θα μπορούσα. έπρεπε πάλι να φορέσω τα αθλητικά μου και να τρέξω για να σταματήσω μια κατάσχεση σε σύνταξη ανάπηρου πολέμου, μια κατάσχεση που χέρια ανθρώπινα την έβαλαν εμπρός, χέρια ανθρώπινα που σήμερα μπήκαν στους ναούς με κατάνυξη και προσευχήθηκαν γαλήνια. χριστιανισμός ουμανισμός καπιταλισμός. ένα είναι το σύνθημα που όλους σας ενώνει.

αποκλείεται να μην με θυμάσαι. είμαι η ταλαίπωρη. έτσι δεν με αποκάλεσες κάποτε; και δεν βρέθηκε ούτε ένας να σου αντιλέξει. εγώ που έριξα τα ζάρια και πριν προλάβω καν να δω τι ζαριά μου ήρθε πήρα το κρεβάτι μου στην πλάτη και κατέφτασα. γιατί δεν με ένοιαζε αν θα ‘ρχονταν εξάρες ή ασσόδυο. με ένοιαζε μόνο να τολμήσω να ρίξω το ζάρι μακριά, για να ‘ρθω ύστερα να ξεκινήσω μια παρτίδα αμφίβολη εδώ στο νησί που έτυχε να γεννήσει τη μάνα μου.

εντάξει, ίσως και να μην με θυμάσαι. ποιος δίνει σημασία στον σάντσο πάντσα όταν ορθώνεται μπροστά του ο δον κιχώτης; δεν μπορώ όμως να κάνω αλλιώς. είπαμε, έτσι μου υπαγορεύει το δικό μου προσωπικό δόγμα. έστω και χωρίς όνομα, να τρέχω. πάντα να τρέχω. γραφική, κουρασμένη, σχεδόν νευρασθενής, με το χαμόγελο πεπιεσμένο ανάμεσα στα ούλα μου. πάντα να ονειρεύομαι έναν άλλον κόσμο, όπου οι ζωντανοί ανασταίνονται επιτέλους και παίρνουν στα χέρια τους ό,τι ξεχασμένο, που έτσι κι αλλιώς τους ανήκει.

και πού θα πάει. κάποτε ίσως και να με θυμηθείς. όταν το πέρασμα από την ζωή που μας επέβαλαν στην αλήθεια και την αξιοπρέπεια που μας αξίζει γίνει μια νέα γιορτή. ίσως κι ένα νέο πάσχα. 

ελένη αθανασοπούλου

ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0
DISQUS: 0