Το νησί μας έδωσαν… μαρτυρικό.

Το νησί μας έδωσαν… μαρτυρικό.

Σε μικρότερη κλίμακα, στον δικό μας τόπο, συγκεκριμένα συνθήματα και σκόπιμες “αναρτησιολογίες” γραφικών ή και όχι “οδοστρωτήρων” ενός χυδαίου, συχνά, πολιτικού σχολιασμού της καθημερινότητας, φωτογραφήθηκαν με έναν δήθεν αθώο και αγνό τρόπο, ως γνήσιοι και αντικειμενικοί λαϊκοί “τιμητές”, με φόντο τα “πλυντήρια” μιας φερόμενης “καθαρότητας” που όμως δεν μπορεί να βρει “αποκούμπι” παρά μόνο σε πανηγυρικά μνημόσυνα κεντρικών δοξολογιών και “αρχαιοπρεπείς” διαλέξεις σε “πολιτιστικά” απόκεντρα.

Εξ αντιδιαστολής και με περισσό, ίσως, θράσος απέναντι στον Νίκο Ξυλούρη, τον Κώστα Κινδύνη και τον Σταύρο Ξαρχάκο, “πως να σωπάσει μέσα μας” η ασχήμια ενός συγκεκριμένου κόσμου; Γιατί ήρθαν τα χρόνια και οι μέρες βαριές, θλιμμένες, βαθιά ανιστόρητες και φανερά επικίνδυνες, γιατί πλησίασε το “αυγό του φιδιού” απειλητικά την μνήμη των παλαιότερων και το μέλλον των επόμενων, γιατί “άγγιξε” και μάλιστα προσβλητικά εκατοντάδες μάρτυρες στα ιερά αυτά χώματα και νερά του νησιού μας που, χωρίς να το θέλουν και αρκετές φορές να το αποφασίσουν, μαρτύρησαν πολύ νέοι για να προλάβουν να ζήσουν, να μεγαλώσουν, να ερωτευθούν, να γεννήσουν τα παιδιά τους.

Η αλήθεια είναι πως αρκετές φορές γίνεται πέρα ως πέρα κατανοητή η θέση πολλών, ότι αξίζει αδιαφορία, λησμονιά, περιθωριοποίηση σε εκείνους που βέβηλα στην ιστορική μνήμη και σε εγκληματικά ανθρώπινα Ολοκαυτώματα, τολμούν θρασύδειλα να επιστρέψουν στο σύγχρονο πολιτικό “γίγνεσθαι”, κεντρικά, περιφερειακά και τοπικά, με “κλούβια” επιχειρήματα και συνθήματα, παντελώς αναντίστοιχα στην ιστορική αλήθεια και την νεότερη πραγματικότητα, απατηλά, δόλια και στοχευμένα μεροληπτικά στην άγνοια και στον φτηνό λαϊκισμό. Είναι όμως πάντοτε έτσι;

Στη δική μας γη, σε αυτή που ακόμη “ποτίζεται” από το αίμα των θυμάτων της Κατοχής, από την αντίσταση ντόπιων παλικαριών, από την πείνα νεαρών κοριτσιών που δεν πρόλαβαν να δουν τα νιάτα να ομορφαίνουν την αγριάδα του προσώπου τους, αλλά και στην δική μας θάλασσα, εκείνη που “ταξίδεψε” ιδέες και οράματα, που ζύμωσε τον Οδυσσέα με τους Ριζοσπάστες, την ελευθερία με την ισότητα και την δικαιοσύνη, πως, άραγε, γίνεται να ανεχτεί κανείς τοίχους στα σχολεία μας με τα εγκληματικά σύμβολα μιας αποδεδειγμένης Γενοκτονίας, πως να αντέξει η λογική και το συναίσθημα στο όνομα μιας κάποιας δημοκρατίας και αυτοδιοίκησης, συνδυασμούς και παρατάξεις που θα “ποδοπατούν” την τεθλασμένη γραμμή που χωρίζει την ιστορία και την αλήθεια, από το ψέμα, την υποκρισία, την απάτη, τον εκχυδαϊσμό, την προσβολή και την απειλή για ένα έγκλημα που πλησιάζει;

Οι ευθύνες, πολιτικές, κοινωνικές και φυσικά ιστορικές, για το θρασύδειλο “συχωροχάρτι” που μοιράζεται σπάταλα τα τελευταία χρόνια στην καρδιά της μαρτυρικής, από τα φασιστικά εγκλήματα, ελληνικής κοινωνίας, είναι πλέον πολύ συγκεκριμένες και ξεκινούν από την ηγεσία ενός πολιτικού συστήματος που γεννήθηκε και ανδρώθηκε με το ψέμα, την υφαρπαγή της λαϊκής βούλησης, την αδικία, την ανισότητα, την αμετροέπεια, την διαφθορά και τον καθεστωτισμό. Για να κορυφωθούν, όπως άλλωστε και σε ολόκληρη την Ευρώπη, με την τραγική επικράτηση ενός καθαρά κερδοσκοπικού συσχετισμού συμφερόντων και μονοπωλίων, που ατίμασαν την πολιτική, εξολόθρευσαν την δυναμική παραδοσιακών ρευμάτων και ιδεών, που πάτησαν πάνω στους λαούς καταδικάζοντας ανθρώπινες κοινωνίες στα δεσμά της φτώχειας που, ξεδιάντροπα τώρα, προβάλλουν τον φόβο του ολοκληρωτισμού που τα ίδια ανέχθηκαν και ανέθρεψαν.

Σε μικρότερη κλίμακα, στον δικό μας τόπο, συγκεκριμένα συνθήματα και σκόπιμες “αναρτησιολογίες” γραφικών ή και όχι “οδοστρωτήρων” ενός χυδαίου, συχνά, πολιτικού σχολιασμού της καθημερινότητας, φωτογραφήθηκαν με έναν δήθεν αθώο και αγνό τρόπο, ως γνήσιοι και αντικειμενικοί λαϊκοί “τιμητές”, με φόντο τα “πλυντήρια” μιας φερόμενης “καθαρότητας” που όμως δεν μπορεί να βρει “αποκούμπι” παρά μόνο σε πανηγυρικά μνημόσυνα κεντρικών δοξολογιών και “αρχαιοπρεπείς” διαλέξεις σε “πολιτιστικά” απόκεντρα, όπως επίσης σε τουριστικές επιχειρήσεις με εργαζόμενους “κακούς” μουσουλμάνους, με “νοίκια” που εξαργυρώνουν σιωπές και ανοχές επίσημων φορέων και οργανισμών. Και που τώρα, κεκαλυμμένα με την “ηθική” της ιστορικής ανηθικότητας, θα έρθουν να πλασάρουν μια δικαιολογημένη αίσθηση “αγανάκτησης” με φτηνά κόλπα, εξαργυρώσιμα για πρώτη φορά σε επίπεδο εκλογικής νομιμοποίησης που στοχεύει σε άλλες κατευθύνσεις, αποδεδειγμένες στην σύγχρονη ιστορία.

Τα χρυσό-βαμμένα “σκιάχτρα”, να μας “τρομάξουν” όμως, δεν θα τα καταφέρουν, όσο κι αν το επιχειρήσουν. Είναι “γυμνά” και ακίνδυνα μπροστά στη λαϊκή μνήμη, μια μνήμη διάχυτη και τόσο ζωντανή στο νησί της Κεφαλονιάς, όπως και σε άλλα μαρτυρικά μέρη και που -στο τέλος- θα κρατήσει σε απόσταση και στην ιστορική “χωματερή” την βεβήλωση μαρτύρων, μνημείων και συμβόλων. Γιατί το νησί αυτό, δεν θα διανοηθεί ούτε κατά διάνοια να “σωπάσει μέσα του τις ομορφιές του κόσμου” και μέσα στις ομορφιές αυτές είναι και το άρωμα της λεβάντας που σκεπάζει τα χώματα δυο μαρτυρικών χωριών, τα Αγρίνια και τα Μουζακάτα, είναι ο ουρανός και η θάλασσα που έγιναν δικά μας και που μας έμαθαν να μην “χαμηλώνουμε τα φτερά” μας, ακόμη κι όταν πλησιάζουμε να αγγίξουμε την ίδια την εσχατιά μας.

ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0
DISQUS: 0