Φτάνει που μας τό ‘λεγες εσύ, μάνα

Φτάνει που μας τό ‘λεγες εσύ, μάνα

«Η μόνη που πιστέψαμε είσαι, αλλά πολύ περισσότερο, η μόνη που πίστεψε σ εμάς, όταν όλα κι όλοι ήταν εναντίον μας...»

Η μαμά φτιάχνει γλυκό και μοσχοβολά όλο το σπίτι.

Καθαρίζει πατάτες τηγανιτές και ρίχνει αλάτι χοντρό στα πιάτα μας.

Φτιάχνει μακαρόνια με κιμά και πασπαλίζει, σαν χιόνι, το πιο ωραίο τυρί στους ουρανίσκους μας.

Μαστορεύει τα ποδήλατα μας, τα όνειρα μας και τα κλάματα μας.

Κερνά παγωτά τις μέρες του καλοκαιριού και σέρνει μαζί της στη θάλασσα σταφύλια, φέτες καρπούζι και κεφτέδες παγωμένους.

Έχει καραμέλες στα πολύχρωμα μπολ της και κρύβει σοκολάτες στις γωνίες των ντουλαπιών για να μας δώσει, σαν μάγος που τα εμφανίζει απ το καπέλο του.

Μαζεύει μαρκαδόρους κάτω απ το τραπέζι, ψίχουλα, κούκλες, αυτοκινητάκια, σαΐτες και κάλτσες .

Η μαμά είναι γιατρός, δασκάλα, μοδίστρα, τραγουδίστρια, μάγειρας, εργάτρια και πολλές φορές είναι πιο πολύ μπαμπάς από τον μπαμπά.

Μιμείται αστείες φωνές, ετοιμάζει τα πιο υπέροχα πάρτι και αναγάγει τα γενέθλια μας σε εθνική επέτειο (της).

Η μαμά φορά φορέματα με λεπτές ράντες που γλιστρούν απ τους ώμους της καθώς μας χτενίζει τα μαλλιά και σπρώχνει με τον ώμο της το ύφασμα να ξαναμπεί στη θέση του.

Μυρίζει κανέλα, βούτυρο, betadine, οινόπνευμα, φρουτόκρεμα, τηγανόλαδο, και κολόνιες χύμα.

Είναι όμορφη, εκτυφλωτικά όμορφη, είναι γελαστή, είναι μικρή, είναι τεράστια, είναι δυνατή, απίστευτα δυνατή, είναι έξυπνη, είναι γλυκιά σαν μέλι.

Η μαμά κρεμά στους τοίχους ζωγραφιές, φωτογραφίες μας, αφιερώσεις ανορθόγραφες “μανούλα είσαι η καλύτερη του κόσμου”, ‘μαμάκο χρονια πολλά”, “μαμάκα σ αγαπώ”

Η μαμά ξέρει τα πάντα, δεν κουράζεται ποτέ, έχει λύση για όλα, παίζει μαζί μας, αποκοιμιέται στο προσκεφάλι μας και την σκεπάζουμε με την παιδική μας κουβέρτα, είναι κινητή εγκυκλοπαίδεια, ξυπνητήρι κι εργοστάσιο παραγωγής αγάπης και φροντίδας..

Κάνει πως ξέρει όλους τους ποδοσφαιριστές, αλλά δεν καταλαβαίνει ποτέ, τι είναι το οφσάιντ, γνωρίζει τις πρωτεύουσες του κόσμου, δεν φοβάται τα αεροπλάνα, τους σεισμούς, τις φωτιές και τα μποφόρ στα λιμάνια.

Η μαμά μας, τραγουδά τα βράδια που φοβόμαστε την βροχή και τις αστραπές, κρατά όλη τη νύχτα το μικρό μας κεφάλι που ζεματά από πυρετό κι όταν την ρωτάμε αν νυστάζει, απαντά «’οχι βέβαια». Μας τρίβει τα πόδια όταν πονούν, την πλάτη όταν θέλουμε καμάρια, μας λούζει το κεφάλι με σαμπουάν που μυρίζουν όπως το δέρμα της και μας λέει ιστορίες για νεράιδες και ήρωες που μας νανουρίζουν .

Η μαμά μας, μαθαίνει πως να κρατάμε το πιρούνι, να κάνουμε μπάνιο μόνοι μας, να πλένουμε τα φρούτα, μας βαφτίζει στη θάλασσα κι εμείς γατζωνόμαστε από πάνω της, μες στο κρύο νερό, για να μας ζεστάνει και να μην βουλιάξουμε, όπως θα κάνουμε όλη μας την ζωή, μας μαθαίνει το δίκιο μας και το δίκαιο, να αγαπάμε τα ζώα, τα τραγούδια, τον χορό, τη ζωή, να είμαστε ευγενικοί, μας ηρεμεί όταν είμαστε σε έξαλλη κατάσταση, αντέχει τις μπόρες, τις αναποδιές, τις ανταρσίες μας, τις ανοησίες μας, τις αποτυχίες μας .

Μας κακομαθαίνει και μας μαλώνει, μας κανακεύει και μας τα λέει έξω απ τα δόντια, άφοβα.

Μας χειροκροτεί παθιασμένα όταν λέμε στις σχολικές γιορτές δυο αράδες ποίημα, ζητοκραυγάζει όταν βάζουμε γκολ, χοροπηδά όταν της λένε πως λύσαμε μια διαίρεση με ευκολία, μας κρυφοκοιτά όταν χαζεύουμε το είδωλο μας στο καθρέφτη: “πότε μεγάλωσαν, πότε έγιναν γυναίκες και άντρες ολόκληροι;”

Μας καθαρίζει τα δαρμένα γόνατα, μας λέει να πλένουμε τα δόντια μας, να διαβάζουμε, να τρώμε σωστά, να μην τρέχουμε και χτυπήσουμε, να φοράμε μπουφάν και στον Μάη, να προσέχουμε, να προσέχουμε, να προσέχουμε, γαμώτο, μα δεν καταλαβαίνει πως προσέχουμε…

Η μαμά μεταμορφώνεται σε γίγαντα, σε ολόμαλλη κουβέρτα, σε σπίτι, σε ομπρέλα, σε αετό, σε φύλακα άγγελο, σε αγρίμι για να πέσουν πάνω της όλα τα άγρια και τ’ άδικα της ζωής, για να προλάβει να ματώσει εκείνη, να σταθεί εμπρός, χωρίς να την δούμε όμως, να μην καταλάβουμε πως εκείνη καθαρίζει τη λάσπη για να περπατήσουμε στα ροδοπέταλά της …

Μας παρηγορεί για χαμένους έρωτες και άδοξα όνειρα, μας μεγαλώνει τα παιδιά, μας πλένει τα ρούχα, μας μαγειρεύει, μας κάνει δώρα παιδικά, ακόμη κι όταν είμαστε πολύ μεγάλοι γι αυτό, μας φέρνει φαγητό καυτό ακόμη μέσα σε κατσαρόλες που πηγαινοέρχονται. Πίνει καφέ τα απογεύματα μόνη στην βεράντα της, μετρώντας τα χρόνια της, με τις αγκαλιές που της χάρισαν τα παιδιά της..

Η μαμά φοβάται, κλαίει μόνη στο μπάνιο, βαριέται να σιδερώσει, ανοίγει το πορτοφόλι της και δεν βρίσκει κέρματα να μας δώσει όταν της ζητάμε, αρρωσταίνει, ματώνει, πονά, κοιμάται λίγο, δουλεύει σκληρά, δεν έχει περίοδο, δεν την αγαπά ο μπαμπάς, της κόβουν τα στήθη, της μιλούν απότομα, είναι βαρετή, παρωχημένη, ανιαρή, δεν ξέρει νέα μουσικά σχήματα και δεν μπορεί να καταλάβει πως δουλεύει ο αποκωδικοποιητής της τηλεόρασης..

Λαχανιάζει όταν περπατά, πάχυνε, μήπως είναι άσχημη πια, δεν μας αφήνει σε ησυχία, η μαμά θέλει αγκαλιές, μα δεν είμαστε μωρά πια, όλο συμβουλές δίνει και τι κατάφερε κι αυτή στη ζωή της, «άσε μας ρε μάνα»… Η μαμά δεν μας καταλαβαίνει, δεν είναι μοντέρνα κι όλο μιλά για τα παλιά.

Η μαμά στέκεται στην πόρτα κι εμείς απομακρυνόμαστε, όλο απομακρυνόμαστε. Κι εκείνη στέκεται στην πόρτα κι όσο φεύγουμε τόσο μεγαλώνει η μορφή της, αντί να μικραίνει. Κι η τραγουδιστή φωνή της, ακούγεται διαπασών μες στο κεφάλι μας:

«Διάβασες; Χτύπησες; Σε πείραξε κανείς; Πού είναι το μπουφάν σου; Γιατί είσαι θλιμμένος; Δεν έφαγες, άσε τις δίαιτες, μην καπνίζεις τόσο, χαμένος θα πας, μην τα παρατάς, εγώ είμαι εδώ, σήκω, προχώρα, μην καβαλάς μηχανές, μην φοβάσαι, όλα τα καλά θα γίνουν, δεν σου αξίζει αυτός, πότε θα πάρεις πτυχίο, πότε θα παντρευτείς, να χωρίσεις δεν είναι αυτή για σένα, φως μου ακριβό όσο εγώ δεν σ αγαπά κανείς, να προσέχεις, να μην εμπιστεύεσαι ξένους, πόσο όμορφος είσαι, θες να σου τηγανίσω ένα αυγό δεν πειράζει που είναι δώδεκα τα μεσάνυχτα, όχι δεν είμαι κουρασμένη, μην σε νοιάζει για μένα, είσαι το ομορφότερο αγόρι του σύμπαντος, δεν ακούς ποτέ, να πλένεις τα χέρια σου κυκλοφορούν ιώσεις, που θα πας τέτοια ώρα; Πότε θα μαζευτείς; Αυτό που σου είπα, θα με πεθάνεις, να μην δίνεις την καρδιά σου απερίσκεπτα, να ταξιδέψεις, να σπουδάσεις, να δουλέψεις, ν’ αγαπήσεις, θα έρθεις την κυριακή να φάμε παρέα; Να γελάς, να μου χαμογελά…»

Η μάνα είναι ένα κορίτσι που χωρά όλο τον γαλαξία μέσα σε μια ποδιά κουζίνας με κεντημένα λουλούδια.

Που βάφει τα νύχια της κόκκινα σαν τα πασχαλινά αυγά της, που κάνει καριέρα, είναι ένδοξη, είναι μαέστρος, που δουλεύει δώδεκα ώρες και μετά σε διαβάζει, σε πλένει, σε νταντεύει, που ανεμίζουν τα μαλλιά της στον άνεμο και που λαγοκοιμάται και κουβαλά στο κορμί της όχι μια, δυο, τρεις, αλλά δεκατρείς καρδιές για να μπορεί να νιώσει κάθε απειροελάχιστο ήχο από τους καημούς μας και τις μικρές χαρές μας..

Και τρέμει, γίνεται μια σπιθαμή, γίνεται φτερό στον άνεμο μην μας δει να πονάμε, να αρρωστήσουμε, να χαθούμε, να μην γίνουμε ευτυχισμένοι.

Μάνα, ρε συ μάνα, δεν γίναμε πολύ ευτυχισμένοι ή μήπως γίναμε και το προσπεράσαμε, κι εσύ δεν είσαι αθάνατη, αλλά όλη μας τη ζωή εσύ είσαι αγώνας, αγωνία, τιμή και παράσημο μας..

Προσέχαμε κάθε θλιμμένο σου βλέμμα, κάθε χαρμόσυνο γέλιο, κάθε μικρή ρυτίδα που κάλυπτες με makeup, κάθε νέα λευκή τρίχα σου, να ξέρεις κι ας κάναμε πως δεν…

Ποτέ δεν σε είδαμε να γερνάς. Είσαι το μόνο πλάσμα που δεν θα γεράσει ποτέ. Ακόμη και τώρα που μπαίνουμε μες στο δωμάτιο και δεν μας γνωρίζεις, κι όμως μια λάμψη στο βλέμμα σου μας καθησυχάζει.

Πάντα μας καθησύχαζες και σε πιστεύαμε. Σε πιστέψαμε. Η μόνη που πιστέψαμε είσαι, αλλά πολύ περισσότερο, η μόνη που πίστεψε σ εμάς, όταν όλα κι όλοι ήταν εναντίον μας…

Κι όταν μεγαλώσαμε κι εμείς πολύ, κι έγειρε και η δική μας πλάτη και είπαμε πως τέρμα, δεν πάμε παρακάτω, έρχεται η εικόνα σου ν’ ανοίγει φύλλο στην κουζίνα με τις πεντανόστιμες πίτες σου, που γευόμασταν ή να φοράς κραγιόν με ψηλοτάκουνες γόβες και να σου λέμε “μαμά σ’ αγαπάμε”, κι εσύ να στριφογυρνάς, κι όλο να στριφογυρνάς γύρω από τα μάτια μας, φωνάζοντας πως μας αγαπάς περισσότερο. Και να γεμίζει η καρδιά μας με μια χαρμολύπη και μια πίστη πως θά ‘ρθουν καλύτερες μέρες, επειδή το λες εσύ ρε μάνα

Κι ας μην ήρθαν. Φτάνει που μας τό ‘λεγες εσύ…

 


ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0